Ιστολόγιο "Σύνδεσμος Κληρικών Χίου" 12 χρόνια (2008-2020) συνεχούς και συνεπούς παρουσίας στο διαδίκτυο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://syndesmosklchi.blogspot.gr/
Ἀπολυτίκιον Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου Ἦχος πλ. δ'. Ἡ τοῦ στόματός σου καθάπερ πυρσός ἐκλάμψασα χάρις, τὴν οἰκουμένην ἐφώτισεν, ἀφιλαργυρίας τῷ κόσμῳ θησαυροὺς ἐναπέθετο, τὸ ὕψος ἡμῖν τῆς ταπεινοφροσύνης ὑπέδειξεν. Ἀλλὰ σοῖς λόγοις παιδεύων, Πάτερ, Ἰωάννη Χρυσόστομε, πρέσβευε τῷ Λόγῳ Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν. Σύνδεσμος Κληρικών της Ιεράς Μητροπόλεως Χίου, Ψαρών και Οινουσσών, έτος ιδρύσεως 2007

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Ναυπάκτου Ιερόθεος: «Η Πο­λι­τεί­α έ­χει α­πο­γο­η­τεύ­σει τον λα­ό, η Εκ­κλη­σί­α είναι η παρηγοριά των ανθρώπων»

«Βέλη» κατά των πολιτικών για το χαράτσι στα ακίνητα μέσω της ΔΕΗ εξαπολύει σε συνέντευξη του στο briefingNews ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος. λέγοντας ότι ο ο­ποί­ος Ορ­γα­νι­σμός έ­χει σκο­πό να δί­νη φώς και ό­χι να σκορ­πά σκο­τά­δι.

« Ό­λη η ζω­ή της Εκ­κλη­σί­ας με την λα­τρεί­α, την θε­ο­λο­γί­α, την ποι­μα­ντι­κή της δια­κο­νί­α εί­ναι η πα­ρη­γο­ριά των ανθρώπων και νο­η­μα­το­δο­τεί την ζω­ή τους. Στους και­ρούς μας που η Πο­λι­τεί­α με τα όρ­γα­νά της, έ­χει απο­γο­η­τεύ­σει τον λα­ό, η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι χώ­ρος πνευ­μα­τι­κής υ­γεί­ας.» εξηγεί ο Ιεράρχης.

Ταυτόχρονα μιλά για τους νέους και την οικονομική κρίση κάνοντας και την αυτοκριτική του, ενώ αναφέρεται και στο πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων «που δεν μπο­ρεί να πε­ρι­κλει­σθή στα φω­τά­κια, στον στο­λι­σμό του δέν­δρου, τις εκ­δρο­μές και τις αι­σθη­σια­κές χα­ρές» , όπως σημειώνει.

Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, η Εκ­κλη­σί­α δεν βο­η­θά­ει ό­σο μπο­ρεί αλ­λά πε­ριο­ρί­ζε­ται σε μί­α συμβολική στή­ρι­ξη στους α­να­ξιο­πα­θού­ντες, λέ­νε πολ­λοί. Εί­ναι έ­τσι τα πράγ­μα­τα;

Δεν ξέ­ρω τί λέ­νε πολ­λοί, αλ­λά ε­γώ ξέ­ρω ό­τι η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι στή­ριγ­μα και ελπίδα γι’ αυ­τούς που προ­στρέ­χουν σε αυ­τήν και την ε­μπι­στεύ­ο­νται. Οι πολ­λοί κά­θο­νται έ­ξω α­πό την Εκ­κλη­σί­α και την κρί­νουν με τα δι­κά τους κρι­τή­ρια και τις δι­κές τους σκέ­ψεις. Ό­λη η ζω­ή της Εκ­κλη­σί­ας με την λα­τρεί­α, την θε­ο­λο­γί­α, την ποι­μα­ντι­κή της δια­κο­νί­α εί­ναι η πα­ρη­γο­ριά των αν­θρώ­πων και νοηματο­δο­τεί την ζω­ή τους. Δί­νει φώς, ζω­ή, ελ­πί­δα, νό­η­μα, προ­ο­πτι­κή. Ό­ταν κα­νείς ζή μέ­σα στον χώ­ρο της τα κα­τα­λα­βαί­νει ό­λα αυ­τά. Βε­βαί­ως, η Εκ­κλη­σί­α βο­η­θά και οι­κο­νο­μι­κά τους ανθρώ­πους, αν και δεν εί­ναι Υ­πουρ­γεί­ο Κοι­νω­νι­κής Πρό­νοιας.

Στους και­ρούς μας που η Πο­λι­τεί­α με τα όρ­γα­νά της, έ­χει α­πο­γο­η­τεύ­σει τον λα­ό, η Εκ­κλη­σί­α είναι χώρος πνευ­μα­τι­κής υ­γεί­ας. Οι Κλη­ρι­κοί που έ­χουν ι­διαί­τε­ρη ευαισθησία ε­πι­κοι­νω­νούν ό­λη την η­μέ­ρα με τους αν­θρώ­πους, συ­να­να­στρέ­φο­νται με πολ­λούς, κυ­κλο­φο­ρούν στα κα­τα­στή­μα­τα και τους δη­μό­σιους-κοι­νω­νι­κούς χώρους και βο­η­θούν ποι­κι­λο­τρό­πως τους αν­θρώ­πους.

Οι «συμ­βο­λι­κές» κι­νή­σεις «α­γά­πης» δεν γί­νο­νται α­πό τους Κλη­ρι­κούς, που ασχολούνται με τις πλη­γές και τα τραύ­μα­τα των αν­θρώ­πων, και προ­σπα­θούν να τα θεραπεύσουν. Δεν θέ­λω να ανα­φερ­θώ στα ε­κα­το­ντά­δες Ι­δρύ­μα­τα που διαθέτει η Εκ­κλη­σί­α, α­φού εί­ναι ο με­γα­λύ­τε­ρος φιλανθρω­πι­κός φο­ρέ­ας της Πατρίδος μας, αλ­λά θέ­λω να το­νί­σω ό­τι ό­λοι μας δε­χό­μα­στε την θαλ­πω­ρή της Εκ­κλη­σί­ας, το χάδι του Θε­ού. Οι Ε­νο­ρί­ες, τα Μο­να­στή­ρια, εί­ναι χώ­ροι α­να­ψυ­χής.

Η θεί­α Λειτουργία εί­ναι κοι­νω­νί­α με τον Θε­ό και τους αν­θρώ­πους, εί­ναι έ­να ανοιχτό πα­ρά­θυ­ρο του ου­ρα­νού στην γή, και ό­ταν το πλη­σιά­ζου­με παίρ­νου­με ζωο­γό­νες α­νά­σες. Ο άν­θρω­πος δεν εί­ναι μό­νο σώ­μα, μυ­α­λό και αι­σθή­σεις, αλ­λά έ­χει και ψυ­χή, έ­χει υ­παρ­ξια­κές και πνευ­μα­τι­κές ανάγκες. Μή τα ε­πι­πε­δο­ποιού­με ό­λα και μη ταυ­τί­ζου­με την ύ­παρ­ξη του αν­θρώ­που με την λο­γι­κή και τα υ­λι­κά αγα­θά.

Πολ­λοί συ­νάν­θρω­ποί μας δη­λώ­νουν ό­τι α­δυ­να­τούν να πλη­ρώ­σουν το χα­ρά­τσι για τα α­κί­νη­τα. Δε­δο­μέ­νου ό­τι δεν μπο­ρούν να τα βγά­λουν πέ­ρα, τί θα τους συμ­βου­λεύ­α­τε;

Η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι η μό­νη που δεν ο­δή­γη­σε την Πα­τρί­δα μας σε αυ­τήν την κατάσταση, α­φού αυ­τό που ε­πι­κρα­τού­σε τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια ή­ταν μια φούσκα ευ­η­με­ρί­ας και υ­περ­κα­τα­νά­λω­σης. Αντίθετα, η Εκ­κλη­σί­α κη­ρύτ­τει το Ευ­αγ­γέ­λιο του Θε­ού, που εί­ναι Ευ­αγ­γέ­λιο α­σκή­σε­ως και εγκρα­τεί­ας, Ευ­αγ­γέ­λιο ελ­πί­δας και ζω­ής, Ευ­αγ­γέ­λιο α­γά­πης και φι­λαν­θρω­πί­ας. Η Εκ­κλη­σί­α με την προ­φη­τι­κή της δύναμη ε­λέγ­χει κά­θε α­πο­λυ­το­ποί­η­ση και εκ­κο­σμί­κευ­ση, κά­θε πα­ρά­βα­ση και παρακοή, κά­θε υ­πο­κρι­σί­α και ψεύ­δος.

Βέ­βαια, σή­με­ρα το Κρά­τος στην α­μη­χα­νί­α που το δια­κρί­νει και έ­χο­ντας έ­να φοβικό σύν­δρο­μο χά­νει πολ­λές φο­ρές το μέ­τρο και πέ­φτει ε­πά­νω στους μισθωτούς και γε­νι­κά στις α­δύ­να­μες κοινω­νι­κά ο­μά­δες του πλη­θυ­σμού. Έ­τσι, γίνονται πολλές α­δι­κί­ες. Α­δι­κί­α εί­ναι η προ­τρο­πή για υπερ­κα­τα­νά­λω­ση και οι υπερβολικές δη­μό­σι­ες σπα­τά­λες, αλ­λά α­δι­κί­α εί­ναι και η υ­περ­βο­λι­κή και αγχώδης φο­ρο­λο­γί­α. Ε­νώ το Κρά­τος δεν έ­χει μη­χα­νι­σμούς εί­σπρα­ξης των φόρων, ενώ δεν έ­χει κατάλληλα θεσμικά όρ­γα­να για να πα­τά­ξη την φοροδιαφυγή, προσπαθεί να εισπρά­ξη τους φό­ρους με τρό­πους ά­δι­κους, ό­πως μέ­σα α­πό το ηλεκτρικό ρεύ­μα που σή­με­ρα εί­ναι έ­να εί­δος α­νά­γκης.

Αλ­λά, ό­πως έ­λε­γε ο ά­γιος Γρη­γό­ριος ο θε­ο­λό­γος, «τό βί­α υ­πο­τασ­σό­με­νον στασιάζει και­ρού λα­βό­με­νον», δη­λα­δή αυ­τό που υ­πο­τάσ­σε­ται με την βί­α, στασιάζει στον κα­τάλ­λη­λο και­ρό, ό­ταν ξε­περ­νιού­νται τα μέ­τρα.

Η Πα­τρί­δα μας θε­ω­ρεί­ται α­πό τις πρώ­τες 30 πλού­σι­ες Χώ­ρες στον πλα­νή­τη (ακολουθούν άλλες 170) και ό­μως έ­φθα­σε σε αυ­τήν την κα­τά­στα­ση, για­τί δεν έχει κα­λούς μη­χα­νι­σμούς είσπρα­ξης των φό­ρων με δι­καιο­σύ­νη. Για πα­ρά­δειγ­μα: Πώς είναι δυ­να­τόν οι ε­φο­ρια­κοί υπάλληλοι που κα­τά τε­κμή­ριο δεν εί­ναι αγαπητοί στον λα­ό, ε­πει­δή ει­σπράτ­τουν φό­ρους, να ψηφί­ζω­νται α­πό τον λα­ό λαμ­βά­νο­ντας με­γά­λο πο­σο­στό ψή­φων; Και για­τί το Κρά­τος δεν θε­ω­ρεί ασυμβίβαστη την θέ­ση του Ε­φο­ρια­κού με το βου­λευ­τι­κό α­ξί­ω­μα; Δεν ευ­θύ­νε­ται γι’ αυ­τό η Πο­λι­τεί­α; Δεν δί­νει έ­να μή­νυ­μα στους αν­θρώ­πους να ε­πι­δι­ώ­κουν την φο­ρο­δια­φυ­γή;

Μέ ε­ρω­τή­σα­τε να σας πω τί θα συμ­βού­λευ­α τους αν­θρώ­πους για το «χα­ρά­τσι». Θα συμβούλευα τους πο­λι­τι­κούς άρ­χο­ντες να μη προ­κα­λούν τους αν­θρώ­πους, να μη «τούς αλλάζουν τα φώ­τα» με το χα­ρά­τσι δια της ΔΕ­Η, ο ο­ποί­ος Ορ­γα­νι­σμός έ­χει σκο­πό να δί­νη φώς και ό­χι να σκορ­πά σκο­τά­δι, να κά­νη τους αν­θρώ­πους να χαί­ρω­νται, έ­στω και με τα ελάχιστα αγα­θά που προσφέρει η τε­χνο­λο­γί­α, και να μη γί­νε­ται εκ­βια­στι­κά έ­νας ει­σπρα­κτι­κός μη­χα­νι­σμός.

Α­πό την άλ­λη με­ριά ε­γώ προ­σω­πι­κά, ό­πως και άλ­λοι της γε­νι­άς μου, έ­χου­με ζήσει πα­ρό­μοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις στα μι­κρά μας χρό­νια. Ό­ταν ή­μουν πε­ρί­που 10 ετών α­ντι­με­τώ­πι­σα το γεγονός που δεν εί­χα­με η­λε­κτρι­κό ρεύ­μα στο σπί­τι και δια­βά­ζα­με με λά­μπες πε­τρε­λαί­ου και εί­δα τον πα­τέ­ρα μου να φεύ­γη α­πό το σπί­τι αιφ­νι­δί­ως για να α­πο­φύ­γη την προ­σω­πο­κρά­τη­ση, λό­γω α­δυ­να­μί­ας κα­τα­βο­λής των φό­ρων. Δεν πρέ­πει η Πο­λι­τεί­α να μας γυ­ρί­ζη πί­σω 50-60 χρό­νια.

Μή­πως η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση φέρ­νει τον κό­σμο στην Εκ­κλη­σί­α; Δε­δο­μέ­νου ότι, οι συνάν­θρω­ποί μας σή­με­ρα α­να­ζη­τούν έ­να στή­ριγ­μα;

Σί­γου­ρα οι άν­θρω­ποι θα α­να­ζη­τή­σουν στη­ρίγ­μα­τα και πα­ρη­γο­ρι­ές. Δεν τα αρνούμαι αυ­τά. Στις τρι­κυ­μί­ες ο άν­θρω­πος α­να­ζη­τά ναυ­α­γο­σώ­στες, στις θύ­ελ­λες α­να­ζη­τά κά­ποιο κα­τα­φύ­γιο και στον πό­νο παίρνει παυ­σί­πο­νο.

Αλ­λά η Εκ­κλη­σί­α δεν υ­πάρ­χει για να δί­νη μό­νον στή­ριγ­μα και πα­ρη­γο­ριά. Τό­τε θα λει­τουρ­γού­σε ως ψυ­χο­ναρ­κω­τι­κό και χα­λα­ρω­τι­κό, θα ή­ταν «τό ό­πιο του λαού». Η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι για να δί­νη πλη­ρό­τη­τα ζω­ής, για να νο­η­μα­το­δο­τή τον αν­θρώ­πι­νο βί­ο, για να βο­η­θά τον άν­θρω­πο να α­γα­πά την ζω­ή, να προ­σφέ­ρη ελπίδα και φώς, να δια­κα­τέ­χε­ται α­πό θεί­ο πό­θο και α­γά­πη, για να έ­χη υγι­είς σχέ­σεις με τους ανθρώπους και με τον Θε­ό, να έ­χη ορ­μή για το α­γα­θό, για να πει­νά και να δι­ψά για την δι­καιο­σύ­νη του Θε­ού.

Δια­βά­ζου­με τις Ε­πι­στο­λές ε­κεί­νες του Α­πο­στό­λου Παύ­λου που εί­ναι γραμ­μέ­νες μέ­σα στην φυλα­κή και θαυ­μά­ζου­με για­τί εί­ναι γε­μά­τες α­πό χα­ρά και φώς, α­πό γεύ­ση α­λη­θι­νής ζω­ής, απηλλαγ­μέ­νες α­πό την μι­ζέ­ρια, την α­πελ­πι­σί­α και τα παράπονα. Τε­λι­κά, ό­λος ο βί­ος μας, ακόμα και αυ­τή η κοι­νω­νι­κή ε­λευ­θε­ρί­α, παρά τα θε­τι­κά, εί­ναι μια φυ­λα­κή και πρέ­πει να «αναζητού­με νό­η­μα ζω­ής και ελευθερία σε ένα στρα­τό­πε­δο συ­γκε­ντρώ­σε­ως», ό­πως εί­ναι ο τίτλος του βιβλίου του V­i­c­t­or F­r­a­n­kl, ο ο­ποί­ος έ­ζη­σε στα στρα­τό­πε­δα συ­γκε­ντρώ­σε­ως του Νταχά­ου και του Ά­ου­σβιτς.

Η Εκ­κλη­σί­α υ­πάρ­χει για να δί­νη ζω­ή στον κό­σμο ή, να το πω κα­λύ­τε­ρα, ο κό­σμος δημιουργήθηκε α­πό τον Θε­ό για να γί­νη Εκ­κλη­σί­α και να βρί­σκε­ται μέ­σα στο Φώς.

Η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση τί α­ντί­κτυ­πο έ­χει στην νε­ο­λαί­α; Οι νέ­οι σή­με­ρα πλησιάζουν ή α­πο­μα­κρύ­νο­νται α­πό την Εκ­κλη­σί­α;

Οι νέ­οι σή­με­ρα δέ­χο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τους άλ­λους τις συ­νέ­πει­ες της κοινωνικής κρί­σης. Αυ­τό με λυ­πεί ι­διαι­τέ­ρως. Δυ­στυ­χώς, ε­μείς οι με­γα­λύ­τε­ροι κα­τα­σκευά­σα­με μια άρ­ρω­στη κοινωνία, στην ο­ποί­α κυ­ριαρ­χεί το συμ­φέ­ρον, η ευ­δαι­μο­νί­α, το δί­καιο του ι­σχυ­ρο­τέ­ρου, η υ­περ­κα­τα­νά­λω­ση και έ­τσι υποχρεώνονται τα παι­διά να ζή­σουν μέ­σα σε αυ­τό το αρ­ρω­στη­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον.

Κά­να­με τις οι­κο­γέ­νει­ες κλει­στές - «πυ­ρη­νι­κές οι­κο­γέ­νει­ες», που πολ­λές φο­ρές βλέ­πουν μπροστά τους έ­να «συ­ναι­σθη­μα­τι­κό δια­ζύ­γιο», και τις ε­γκα­τα­στή­σα­με σε σπί­τια - «κλου­βιά», με την λε­γό­με­νη «οι­κο­λο­γι­κή συρ­ρί­κνω­ση», και κά­νου­με τους νέ­ους να α­να­πνέ­ουν το δηλητηριασμέ­νο «κοι­νω­νι­κό καυσαέριο» και τους εί­πα­με: «ζή­στε σε αυ­τό το πε­ρι­βάλ­λον», χωρίς ελ­πί­δα, χω­ρίς ό­νει­ρα, χω­ρίς νόημα ζω­ής, χω­ρίς δου­λειά. Ποι­ός ευ­θύ­νε­ται γι’ αυ­τό; Η νεολαία ή η «γηραλαία», που γη­ρά­σκει στην μι­ζέ­ρια, την κα­κο­δαι­μο­νί­α, την α­δι­κί­α;

Και το ση­μα­ντι­κό εί­ναι ό­τι με­ρι­κοί της λε­γό­με­νης γε­νι­άς του Πο­λυ­τε­χνεί­ου που α­νέ­λα­βαν την ηγεσία της Χώ­ρας έ­χουν το πο­σο­στό ευ­θύ­νης τους για την κατάσταση που έ­φθα­σε η Πα­τρί­δα μας, ε­νώ θα έ­πρε­πε να υ­λο­ποι­ή­σουν τα οράματα της γε­νι­άς τους.

Α­πό την άλ­λη με­ριά οι νέ­οι δια­κρί­νο­νται α­πό το πνεύ­μα «της νε­ο­φι­λί­ας» ό­πως έλεγε ο Λό­ρε­ντς, θέ­λουν κά­τι και­νού­ριο, πέ­ρα α­πό την στα­σι­μό­τη­τα, και το κάνουν αυ­τό με την ε­πα­να­στα­τι­κό­τη­τα που δια­θέ­τουν. Οι νέ­οι α­πό την φύ­ση τους είναι ε­πα­να­στά­τες και έ­τσι αλ­λά­ζουν τα κοι­νω­νι­κά δεδομένα και βελτιώνονται οι καταστάσεις. Αυ­τή η ε­πα­να­στα­τι­κό­τη­τα, ό­σο και αν φαί­νε­ται παράξενο, εί­ναι έ­να στοιχείο θε­τι­κό, εί­ναι α­να­ζή­τη­ση κά­τι ή κά­ποιου, εί­ναι έξοδος α­πό την φιλαυτία και την α­πό­γνω­ση, αρκεί να γί­νε­ται με θε­τι­κό τρόπο.

Ό­ταν βλέ­πω νέ­ους να α­ντι­δρούν στην εμ­φά­νι­σή μου ως Κλη­ρι­κού, το ε­κλαμ­βά­νω ως κί­νη­ση αναζητήσεως και ως πρόκληση να τους προ­σέ­ξω, ως προ­σπά­θεια αποκτήσεως μιας επικοινωνίας που τους λεί­πει. Συ­νή­θως η α­ντί­δρα­ση των νέ­ων εκ­φρά­ζει μια κί­νη­ση για αλ­λα­γή, για βελτίωση, για επικοινωνία, για ζω­ή. Μή βλέ­που­με σε κά­θε αρ­νη­τι­κή κί­νη­ση το κα­κό. Άλλωστε, και το φαι­νο­με­νι­κά αρνητικό μπορούμε με την προ­σω­πι­κή μας υ­γι­ή α­ντι­με­τώ­πι­ση να το μεταστρέψουμε σε θε­τι­κό.

Σε αυ­τή την ε­πα­να­στα­τι­κό­τη­τα των νέ­ων μπο­ρεί να α­ντα­πο­κρι­θή η Ορ­θό­δο­ξη Εκκλησία, η ο­ποί­α α­πό την θε­ο­λο­γί­α και την ι­στο­ρί­α της εί­ναι ε­πα­να­στα­τι­κή εναντίον κάθε κα­τε­στη­μέ­νου, αρ­κεί και οι Κλη­ρι­κοί και τα μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας να μη ταυ­τι­σθούν με το κα­τε­στη­μέ­νο. Η η­συ­χα­στι­κή παράδοση, ό­πως εκ­φρά­σθη­κε α­πό τους α­γί­ους της Εκ­κλη­σί­ας, εί­ναι μια διαρ­κής ε­πα­νά­στα­ση που κά­νει τον άνθρωπο πά­ντα νέ­ο στο φρό­νη­μα, τις ε­πι­θυ­μί­ες, την ζω­ή. Μα­κά­ρι να βλέ­που­με αυ­τό το ε­πα­να­στα­τι­κό και νε­α­νι­κό πνεύ­μα της Εκ­κλη­σί­ας, ό­πως το εκ­φρά­ζουν οι ά­γιοι.

Η δια­φθο­ρά στην Εκ­κλη­σί­α με ε­πί­ορ­κους Ι­ε­ρείς πώς μπο­ρεί να αντιμετωπιστεί;

Η Εκ­κλη­σί­α α­πό την φύ­ση της και την α­πο­στο­λή της πο­λε­μά α­κα­τά­παυ­στα εναντίον της διαφθοράς του πνεύματος. Η πτώ­ση του Α­δάμ και της Εύ­ας έ­φε­ρε στους ανθρώπους την φθαρτότητα και την θνητότητα, την διαφθορά και τον πόνο. Οι Πρωτόπλαστοι, με­τά την απομάκρυνση α­πό τον Θε­ό, φό­ρε­σαν τους δερ­μά­τι­νους χιτώνες και έ­χα­σαν την α­πλό­τη­τα, την ε­λευ­θε­ρί­α, την αρ­χο­ντιά. Και έρ­γο της Εκκλησίας εί­ναι να πο­λε­μά αυ­τήν την δια­φθο­ρά, την σκου­ριά του πνεύματος, που εί­ναι η πιο με­γά­λη διαφθορά.

Άν ό­μως εν­νο­ή­τε και την κοι­νω­νι­κή και οι­κο­νο­μι­κή δια­φθο­ρά, ό­πως φαί­νε­ται από την ε­ρώ­τη­σή σας, και αυ­τό το πο­λε­μά η Εκ­κλη­σί­α. Δεν μπο­ρεί κα­νείς να είναι μέ­λος της Εκ­κλη­σί­ας, Κλη­ρι­κός ή λα­ϊ­κός, και να α­δι­κή, να κλέ­βη, να φοροδια­φεύ­γη, να πα­ρα­νο­μή ποι­κι­λο­τρό­πως. Άν συμ­βαί­νη αυ­τό, τό­τε εί­ναι υποκριτής, όπως οι Φα­ρι­σαί­οι, και ι­σχύ­ουν τα «ου­αί» του Χρι­στού.

Άν υ­πάρ­χουν κά­ποιοι ε­πί­ορ­κοι Ι­ε­ρείς και Μο­να­χοί που ε­μπλέ­κο­νται στην οικονομική δια­φθο­ρά, στην φο­ρο­δια­φυ­γή και τις πα­ρά­νο­μες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, τότε πρέπει να τι­μω­ρού­νται παραδειγματικά . Δεν εί­ναι δυ­να­τόν ε­μείς που κηρύττουμε την δικαιοσύνη και την κοι­νω­νι­κή ευταξία να την κα­τα­στρα­τη­γού­με. Είναι λυ­πη­ρό ό­ταν α­πό ορ­θο­δό­ξους Κλη­ρι­κούς εκ­φρά­ζε­ται η ι­η­σου­ΐ­τι­κη αρ­χή «ο σκο­πός α­γιά­ζει τα μέ­σα». Η α­λή­θεια εί­ναι ό­τι τα μέ­σα που χρη­σι­μο­ποιού­με δίνουν α­ξί­α και νόημα στον σκο­πό.

Λέ­γε­ται ό­τι η ερ­γα­σια­κή ε­φε­δρεί­α ί­σως ε­φαρ­μο­στεί και σε μέ­ρος των κληρικών. Αυ­τό τί ε­πί­πτω­ση θα έ­χη στην λει­τουρ­γί­α των Να­ών;

Ό­ταν ο άν­θρω­πος περ­νά μια οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση και ό­ταν η κοι­νω­νί­α δι­έρ­χε­ται α­πό κοι­νω­νι­κή κρίση, τό­τε α­παι­τεί­ται αυ­τή η κα­τά­στα­ση να α­ντι­με­τω­πι­σθή πνευματικά. Άλλωστε, η βά­ση της οικονομικής και κοι­νω­νι­κής κρί­σης εί­ναι η πολιτιστική και πνευ­μα­τι­κή κρί­ση. Έ­τσι, πρέ­πει οι Κληρικοί να υ­πο­δει­κνύ­ουν στους ανθρώπους τον α­πο­τυ­χη­μέ­νο στό­χο, να τους ε­μπνέ­ουν ελ­πί­δα και αι­σιο­δο­ξί­α. Στην κοινωνία μας α­παι­τού­νται α­ντι­σώ­μα­τα, ό­πως γί­νε­ται στον αν­θρώ­πι­νο οργανισμό, προ­κει­μέ­νου να α­ντι­με­τω­πι­σθούν οι ι­ώ­σεις και οι μι­κρο­βια­κές λοιμώξεις.

Έ­πει­τα, οι Ι­ε­ρείς εί­ναι το κέ­ντρο του πο­λι­τι­σμού του τό­που μας. Ό­ταν κλεί­νουν οι Να­οί, τό­τε σταματά να υ­πάρ­χη έ­νας πνευ­μα­τι­κός ά­ξο­νας, παύ­ει να κτυ­πά η καρ­διά του πο­λι­τι­σμού και της πα­ρά­δο­σης σε έ­ναν τό­πο. Δεν εί­ναι δυ­να­τόν, όμως, εν ο­νό­μα­τι της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης να διαλύουμε τις δυ­νά­μεις της συνοχής της κοι­νω­νί­ας. Θε­ω­ρώ, μά­λι­στα, ό­τι εί­ναι αντιφατικό τι­κό ό­ταν από το έ­να μέ­ρος προτρέπουμε την Εκ­κλη­σί­α να βο­η­θή­ση τους αν­θρώ­πους και την κοι­νω­νί­α στην αντιμετώπιση της οι­κο­νο­μι­κής κρίσης και α­πό το άλ­λο μέ­ρος να αποδυναμώνουμε τα όργανά της.

Χρεια­ζό­μα­στε τους πο­λι­τι­στι­κούς και πνευ­μα­τι­κούς α­δέ­νες μέ­σα στην κοι­νω­νί­α μας. Δεν πρέ­πει να εί­μα­στε μί­ζε­ροι ού­τε α­κρι­βοί στα «πί­του­ρα» και φτη­νοί στο «α­λεύ­ρι». Η Εκ­κλη­σί­α ό­χι μό­νον κρα­τά την συ­νο­χή της κοι­νω­νί­ας, αλ­λά και την νο­η­μα­το­δο­τεί.

Τί θα κά­νε­τε ε­άν τε­θεί ε­πί­ση­μα αυ­τό το θέ­μα;

Ό­λα τα θέ­μα­τα, και αυ­τό που λέ­τε, τα α­ντι­με­τω­πί­ζει η Διαρ­κής Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος και αν χρεια­σθή θα το α­ντι­με­τω­πί­ση η Ι­ε­ραρ­χί­α της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος. Το πολίτευμα της Εκ­κλη­σί­ας εί­ναι ιεραρχικώς συ­νο­δι­κό και συ­νο­δι­κώς ι­ε­ραρ­χι­κό.

Πλη­σιά­ζουν τα Χρι­στού­γεν­να. Ποι­ό εί­ναι το μή­νυ­μά τους σή­με­ρα;

Η ε­ορ­τή των Χρι­στου­γέν­νων εί­ναι μια ση­μα­ντι­κή ε­ορ­τή και την α­να­μέ­νου­με με χα­ρά και α­γά­πη. Συ­νή­θως λέ­με ό­τι εί­ναι οι­κο­γε­νεια­κή ε­ορ­τή με την γέν­νη­ση και την χα­ρά της γεν­νή­σε­ως.

Σκέ­πτο­μαι ό­τι κά­θε γέν­νη­ση συν­δέ­ε­ται με πό­νο, και κά­θε βί­ω­ση του πό­νου εί­ναι υ­πό­θε­ση θέασης της ζω­ής μέ­σα α­πό άλ­λη προ­ο­πτι­κή.

Έ­τσι, η ψυ­χο­λο­γι­κή και πνευ­μα­τι­κή γέν­νη­ση, η ω­ρί­μαν­σή μας, περ­νά μέ­σα α­πό τον πό­νο, ο οποίος πό­νος θε­ρα­πεύ­ει κά­θε η­δο­νή. Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός έ­νας λό­γος του Ντο­στο­γι­έφ­σκι: «Θέ­τω έ­να μά­ταιο ε­ρώ­τη­μα: Τί εί­ναι προ­τι­μό­τε­ρο; Η μέ­τρια ευ­τυ­χί­α ή ο υ­ψη­λός πό­νος;­». Και προ­τι­μού­σε τον πό­νο ως αί­τιο της ε­λευ­θε­ρί­ας.

Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι τα Χρι­στού­γεν­να έ­χουν έ­να υ­ψη­λό νό­η­μα που δεν μπο­ρεί να πε­ρι­κλει­σθή στα φω­τά­κια, στον στο­λι­σμό του δέν­δρου, τις εκ­δρο­μές και τις αι­σθη­σια­κές χα­ρές. Ό­ταν ο εσωτερικός χώ­ρος μας εί­ναι γε­μά­τος α­πό μαυ­ρί­λα, εί­ναι νε­κρός α­πό ελ­πί­δα, τό­τε οι ε­ξω­τε­ρι­κές χα­ρές δεν προ­σφέ­ρουν τί­πο­τε. Το υ­παρ­ξια­κό κε­νό μυ­ρί­ζει πτω­μα­τί­λα, και χρεια­ζό­μα­στε το και­νό (και­νού­ριο).

Έ­πει­τα, τα Χρι­στού­γεν­να δεί­χνουν το κα­θή­κον μας που εί­ναι πρώ­τι­στη α­νά­γκη μας. Ο Χρι­στός γεν­νή­θη­κε σε μια σπη­λιά, σε ξέ­νο μέ­ρος, με το μί­σος της εξουσίας –τού Η­ρώ­δη–, έ­γι­νε ξέ­νος και πρό­σφυ­γας, α­ντι­με­τώ­πι­σε την τραγικότητα της κοι­νω­νί­ας. Πό­σα παι­διά στον κό­σμο σή­με­ρα δεν γεν­νιού­νται και δεν με­γα­λώ­νουν μέ­σα στις ί­δι­ες συν­θή­κες, α­κό­μη και σε Χρι­στια­νι­κές κοινωνίες! Το σκηνικό ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται, η τρα­γω­δί­α συ­νε­χί­ζε­ται, πα­ρά τα βερ­μπα­λι­στι­κά και συ­ναι­σθη­μα­τι­κά λό­για.

Μέ­σα σε αυ­τήν την τρα­γι­κό­τη­τα μπο­ρού­με να προ­σφέ­ρου­με ό,τι κα­λύ­τε­ρο έχουμε, δη­λα­δή τους λα­μπρούς ύ­μνους των αγ­γέ­λων και την κα­θα­ρή καρ­διά των ποι­μέ­νων. Η ε­ορ­τή των Χριστουγέννων πρέ­πει να φα­νε­ρώ­ση την α­γά­πη του Θεού προς τους αν­θρώ­πους και την τρυ­φε­ρό­τη­τα των αν­θρώ­πων προς κά­θε άλλον που εί­ναι α­δελ­φός και πο­νά, υ­πο­φέ­ρει, ζή στην α­πό­γνω­ση. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος βά­ζει στο στό­μα του Χρι­στού τού­τα τα λό­για: «ε­γώ αλήτης δια σέ», δη­λα­δή έ­γι­να πε­ρι­πλα­νώ­με­νος για σέ­να. Η λέ­ξη α­λή­της προέρχεται α­πό το α­λά­ο­μαι-ώ­μαι που ση­μαί­νει πε­ρι­πλα­νώ­μαι και δείχνει την αγάπη Του για τους ανθρώπους.

Ας μιμηθούμε κι εμείς αυτήν την κενωτική και θυσια­στική αγάπη του Χριστού, που είναι η ουσία της εκκλησιαστικής και πνευματικής ζωής.

Πηγή: briefingnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: