Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ OMIΛIA ΙΘ´. Εἰς τοὺς Ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρας

1. Ποίος κορεσμός θα ημπορούσε να υπάρξη από την μνήμην των μαρτύρων, δι' αυτόν ο οποίος αγαπά τους μάρτυ­ρας; Διότι η τιμή προς τους ανδρείους από μέρους των συνδούλων των, αποδεικνύει την εύνοιαν προς τον κοινόν Κύριον. Είναι άλλωστε όλοφάνερον ότι αυτός ο οποίος παραδέχεται τους γενναίους άνδρας, δεν θα υστερήση κατά την μίμησιν, όταν ευρεθή εις παρομοίας περιστάσεις. Να μακαρίσης αληθινά αυτόν που εμαρτύρησε, δια να γίνης μάρτυς κατά την διάθεσιν, και θα καταλήξης να αξιωθής τους ιδίους μισθούς με εκείνους, χωρίς να διωχθής, χωρίς να καής εις την φωτιάν, χωρίς να μαστιγωθής. Ημείς δε δεν πρόκειται να θαυμάσωμεν ένα, ούτε μόνον δύο, ούτε ο αριθμός των μακαριζομένων φθάνει μέχρι του αριθμού των δέκα. Αλλά σαράντα άνδρες, που ωσάν να είχαν μίαν ψυχήν εις ξεχωριστά σώματα, με μίαν σύμπνοιαν και ομόνοιαν της πίστεως, μίαν επέδειξαν και την καρτερίαν εις τα βάσανα και την αντίστασιν, χάριν της αληθείας. Όλοι υπήρ­ξαν ένας και ένας’ Ίσοι εις την διάθεσιν και ίσοι εις τον αγώ­να.
Δια τούτο και με την ιδίαν τιμήν κατηξιώθησαν να λάβουν τα στεφάνια της δόξης. Ποιος λόγος θα ημπορούσε να περιγράψή την αξίαν των; Δεν θα επαρκούσαν ούτε σαράντα γλώσσαι να εξυμνήσουν την αρετήν τόσων μεγάλων ανδρών. Και όμως, και αν ακόμη ήταν ένας ο τιμώμενος, θα εξαρκούσε να νικήση την δύναμιν των λόγων μου, πολύ δε περισσότερον τώρα που είναι τόσον μεγάλο πλήθος, στρατιωτική φάλαγγα, παράταξις δυσκολοκαταγώνιστος, εξ ίσου ανίκητος εις τους πολέμους και άφθαστος εϊς τους επαίνους. 

2. Εμπρός λοιπόν τώρα, αφού τους φέρομεν ενώπιόν μας δια της ενθυμήσεως, ας καταστήσωμεν κοινήν την ωφέλειαν εις αυτούς που είναι παρόντες, αφού δείξωμεν πρώτα εις όλους ωσάν εις ζωγραφιάν, τα κατορθώματα των ανδρών. Άλλωστε και τα πολεμικά ανδραγαθήματα, πολλάς φοράς και οι λογογράφοι και οι ζωγράφοι εξιστορούν. οι μεν με το να τα εγκωμιάζουν με τον λόγον, οι δε με το να τα ζωγραφίζουν εϊς τους πίνακας, διεγείρουν πολλούς προς την ανδραγαθίαν, και οι μεν και οι δε. Διότι αυτά τα οποία η ιστοριογραφία παρουσιάζει δια της ακοής, αυτά τα ίδια η ζωγραφική σιωπηλώς τα παριστάνει δια της μιμήσεως. Έτσι τώρα και ημείς θα υπενθυμήσωμεν εις τους παρόντας την αρετήν των ανδρών. και αφού κατά κάποιον τρόπον φέρωμεν κάτω από τα μάτια σας τας πράξεις των, θα παρακινήσωμεν προς μίμησιν, αυτούς που είναι γεν­ναιότεροι και οικειότεροι κατά την διάθεσιν προς αυτούς. Διότι αυτό σημαίνει εγκωμιασμός μαρτύρων” προτροπή προς αρετήν, αυτών που είναι συγκεντρωμένοι. οι λόγοι δια τους αγίους δεν καταδέχονται να υποτάσσωνται εις τους κανόνας των εγκωμίων. Διότι οι εγκωμιασταί παίρνουν τας αρχάς των ευφημιών, από τας αφορμάς του κόσμου. Δι' αυτούς όμως, οι οποίοι έχουν σταυρώσει τον κόσμον, πώς ημπορεί, κάτι που προέρχεται από αυτόν, να δώση αφορμήν δι' υπερηφάνειαν; 

Οι άγιοι δεν είχαν μίαν πατρίδα. Διότι ο καθένας κατήγετο από διαφορετικήν πατρίδα. Τί λοιπόν; θα τους είπωμεν απάτριδας, ή οικουμενικούς πολίτας; Διότι όπως εις τας συνεισ­φοράς από τους εράνους, αυτά που έχουν προσφερθή από τον καθένα, γίνονται κοινά εις αυτούς που τα προσέφεραν, έτσι και εις την περίπτωσιν των μακαρίων τούτων ανδρών, του καθενός η πατρίδα είναι κοινή δι' όλους. και όλοι προερχόμενοι από παντού, ανταποδίδουν ο ένας εις τον άλλον την πατρίδα που τους προσέφερεν. Άλλωστε διατί πρέπει να αναζητούμεν τας ευρισκομένας εις την ύλην πατρίδας, ενώ είναι δυνατόν να γνωρίζωμεν ποία είναι η τωρινή πατρίδα τους; Πόλις λοιπόν μαρτύρων είναι η πόλις του θεού 1. ο θεός είναι ο τεχνίτης καί ο δημιουργός αυτής 2. Είναι η άνω Ιερουσαλήμ, η ελευθέ­ρα, η μητέρα του Παύλου και όλων εκείνων που είναι όμοιοι με αυτόν. Το έθνος, αυτό μεν που είναι ανθρώπινον, είναι διάφορον δια τον καθένα, το πνευματικόν όμως έθνος είναι ένα δι’ όλους. Διότι ο θεός είναι κοινός πατέρας αυτών, και όλοι είναι αδελφοί, αν και δεν έχουν γεννηθή από ένα πατέρα και μίαν μάνναν, αλλ' έχουν συναρμοσθή ο ένας με τον άλλον εις την ομόνοιαν δια της αγάπης με την υιοθεσίαν του αγίου Πνεύματος. Έτοιμος χορός! Μεγάλη συνδρομή αυτών που ανά τους αι­ώνας δοξάζουν τον Κύριον! Δεν έχουν μαζευθή έναςένας, αλ­λά όλοι μαζί έχουν μετατεθή εις την άλλην ζωήν. Ποιος όμως είναι ο τρόπος αυτής της μεταθέσεως; 

Αυτοί επειδή υπερείχαν και κατά το μέγεθος του σώματος και κατά την ακμήν της ηλι­κίας, και κατά την δύναμιν από όλους τους συνομήλικάς των, ετάχθησαν να υπηρετούν εις τας στρατιωτικάς τάξεις. Λόγω δε της πολεμικής πείρας και της ψυχικής γενναιότητος, είχαν λάβει κιόλας τας πρώτας τιμάς εκ μέρους του αυτοκράτορος, και ήταν ξακουστοί εις όλους δια την ανδρείαν των. 

3. Όταν δε εξηγγέλθη εκείνο το άθεον και ασεβές διά­ταγμα, 3 να μη ομολογούν πίστιν εις τον Χριστόν, ή διαφορετικά να τιμωρούνται, ηπειλείτο δε κάθε είδος τιμωρίας και είχε ξεσηκωθή πολύς και άγριος ο θυμός από μέρους των αδίκων δι­καστών εναντίον των Χριστιανών, εμηχανορραφούντο δε επιβουλαί και δολοπλοκίαι εναντίον τους, και επενοούντο ποι­κίλα είδη βασανισμού, -και οι βασανισταί ήταν απολύτως αναγκαίοι-, η φωτιά ήταν ετοιμασμένη, το ξίφος ακονισμένον, ο σταυρός είχε στηθή, ο λάκκος, ο τροχός, τα μαστίγια έτοιμα” και άλλοι μεν έφευγαν εις την ερημίαν, άλλοι δε υπέκυπταν και επροσκυνούσαν τα είδωλα, άλλοι δε εκλονίζοντο, μερικοί δε κατετρόμαζαν και με μόνην την δοκιμασίαν της απειλής, άλλοι δε αφού ήρχοντο κοντά εις τα δεινά ετρελλαίνοντο, άλ­λοι δε μόλις έμβαιναν εις τον αγώνα, έπειτα αδυνατούσαν να υπομείνουν ως το τέλος τα βασανιστήρια, διότι ελύγιζαν εις το μέσον περίπου της αθλήσεως, όπως αυτοί που κλυδωνίζονται εις την θάλασσαν και καταποντίζουν ακόμη και αυτά τα εμπορεύματα του μόχθου των. Τότε λοιπόν οι ανίκητοι και γενναίοι στρατιώται του Χριστού, παρουσιασθέντες εις το μέσον, ενώ ο άρχων τους επεδείκνυε το διάταγμα του βασιλέως και απαιτούσε την υπακοήν, με θαρρετήν την φωνήν, με θάρρος και γενναιότητα, χωρίς να φοβηθούν τίποτε από αυτά που έβλεπαν, χωρίς να τρομάξουν από τας απειλάς, ωμολόγησαν ότι είναι Χριστιανοί. Ω μακάριοι γλώσσαι, που αφήκατε εκεί­νην την ιεράν ομολογίαν, την οποίαν ο αέρας μεν που την εδέ­χθη ηγιάσθη, οι Άγγελοι δε που την ήκουσαν την επεκρότησαν, ο διάβολος μαζί με τα δαιμόνια επληγώθη, ο δε Κύριος την κατέγραψεν εις τους ουρανούς! 

4. ο καθένας λοιπόν παρουσιασθείς εις το μέσον είπεν είμαι Χριστιανός4. και όπως εις τα στάδια αυτοί που προσ­έρχονται εις την άθλησιν, λέγουν συγχρόνως και τα ονόματα τους, και μεταβαίνουν εις τον τόπον του αγωνίσματος, έτσι λοιπόν και αυτοί τότε, αφού περιεφρόνησαν τα ονόματα με τα οποία τους είχαν ονομάσει από την γέννησίν των, ο καθένας ωνόμαζε τον εαυτόν του από το κοινόν όνομα του Σωτήρος. και όλοι έκαμναν το Ίδιο με το να συνδέη ο επόμενος τον εαυ­τόν του με τον προηγούμενον. Ώστε όλοι είχαν ένα όνομα, διότι δεν ήταν πια ο δείνα η ο τάδε, αλλ' όλοι ωνομάζοντο Χριστιανοί. Τί λοιπόν έπραττεν ο τότε κυρίαρχος; Διότι ήταν φοβερός και πολυμήχανος εϊς το να μεταχειρίζεται τας κολα­κείας, και να μεταπείθη με τας απειλάς. Κατ' αρχήν τους εδελέαζε με τας κολακείας, προσπαθώντας να παραλύση τον τόνον της πίστεως. Μη χαραμίζετε τα νειάτα σας και ανταλλάσσετε την γλυκείαν αυτήν ζωήν με τον άγωρον θάνατον. Διότι είναι πράγμα ανάρμοστον, αυτοί που έχουν συνηθίσει να αριστεύουν εις τους πολέμους, να πεθαίνουν τον θάνατον των κακούργων. Κοντά εις αυτά υπέσχετο και χρήματα. Άλλα δε προσέφερε, δηλαδή τας βασιλικάς τιμάς και τας απονομάς των αξιωμάτων και με μυρίας επινοήσεις τους εδελέαζεν. Επειδή όμως δεν εκάμτττοντο με την δοκιμασίαν αυτήν, εχρησιμοποίει το άλλο είδος των τεχνασμάτων. Τους απειλούσε με πληγάς και θανάτους, και με δοκιμασίαν αθεραπεύτων κακών. Και αυτά μεν έπραττεν αυτός. Ποία όμως ήταν τα έργα των μαρτύρων; Διατί, λέγουν, μας δελεάζεις, ώ θεομάχε, να αποστατήσωμεν από τον ζωντανόν θεόν, και να δουλεύωμεν εις τους καταστρεπτικούς δαί­μονας, με το να μας προτείνης τα αγαθά σου; Τί προσφέρεις τόσα πολλά, όσα φροντίζεις να αφαιρέσης; Μισώ την δωρεάν που προξενεί ζημίαν. Δεν δέχομαι την τιμήν που είναι μητέρα της ατιμίας. Προσφέρεις χρήματα που παραμένουν εδώ, και δόξαν που μαραίνεται. Με κάμνεις γνωστόν εις τον βασιλέα, αλλά με αποξενώνεις από τον αληθινόν Βασιλέα. Διατί με τσιγκουνιάν προτείνεις ολίγα από τα αγαθά του κόσμου; Ημείς ολόκληρον τον κόσμον περιεφρονήσαμεν. Αυτά που βλέπομεν δεν είναι αντάξια της ποθητής ελπίδος μας. Βλέπεις τον ουρανόν αυτόν, πόσον καλός είναι εις το να τον βλέπεις, και πόσον μεγά­λος; Και την γήν πόσον μεγάλη είναι; Και τα αξιοθαύμαστα επάνω εις αυτήν; Τίποτε από όλα αυτά δεν εξισώνεται με την μακαριότητα των δικαίων. Διότι όλα αυτά παρέρχονται. Τα ιδικά μας όμως παραμένουν αιώνια. Μίαν χάριν ποθώ. Το στε­φάνι της δικαιοσύνης. Μίαν δόξαν λαχταρώ. Αυτήν της ου­ρανίου βασιλείας. Είμαι φιλόδοξος δια την ουρανίαν τιμήν. Μίαν δε τιμωρίαν φοβούμαι. Αυτήν της κολάσεως. Εκείνο το πυρ είναι δι' εμέ φοβερόν. Αυτό δε που απειλείται από σας είναι ομόδουλον. Γνωρίζει να σέβεται αυτούς που περιφρονούν τα είδωλα. Τα κτυπήματα σας τα λογαριάζω σαν παιδικά βέλη. Διότι κτυπάς το σώμα, πού, εάν ανθέξη περισσότερον, στεφα­νώνεται λαμπρότερα. Εάν δε γρηγορώτερα υποκύψη, φεύγει απαλλαγμένον από δικαστάς τόσον σκληρούς, οι οποίοι ενώ έχετε αναλάβει την υπηρεσίαν των σωμάτων, φιλοδοξείτε να κυριαρχήσετε και επάνω εις τας ψυχάς. Σεις οι οποίοι βεβαίως, εάν δεν τιμηθήτε περισσότερον και από τον θεόν μας, με την ιδέαν ότι υβρίζεσθε από ημάς εις το έπακρον, δυσανασχετείτε, και απειλείτε τας φοβεράς αυτάς τιμωρίας, με το να κατηγορήτε την πίστιν μας ως έγκλημα. Αλλ' όμως δεν θα εύρετε δειλούς, ούτε φιλοτομαριστάς, ούτε ευκολοτρομάκτους, λόγω της α­γάπης προς τον θεόν. Να, ημείς είμεθα έτοιμοι και να τροχισθούμεν και να στρεβλωθούμεν και να κατακαουμεν και να δεχθουμεν κάθε είδος από τα βασανιστήρια. 

5. Όταν δε εκείνος ο αλαζών και βάρβαρος ήκουσεν αυ­τά, μη δυνάμενος να υποφέρη το θάρρος των ανδρών και βράζων από τον θυμόν του, εσκέπτετο, τί τρόπον θα ημπορούσε να εξεύρη, ώστε να κάμη δι' αυτούς και διαρκή και πικρόν τον θάνατον. Ευρήκε λοιπόν τον τρόπον. Και κυττάξετε πόσον είναι φοβερός' Αφού δηλαδή παρετήρησε προσεκτικά το κλή­μα της χώρας, ότι ήταν ψυχρόν, και ότι η εποχή του έτους ή­ταν χειμώνας, και παρεφύλαξε να είναι νύκτα κατά την οποίαν το ψύχος επιτείνεται πολύ, άλλωστε δε τότε κατ' αυτήν εφυσούσε και βοριάς, τους διέταξεν όλους, αφού ξεγυμνωθούν εις το ύπαιθρον, να πεθάνουν εις το μέσον της πόλεως από την παγωνιάν. Εξάπαντος δε γνωρίζετε, όσοι έχετε πεϊραν από τον χειμώνα, πόσον ανυπόφορον είναι το βασανιστικόν αυτό είδος. Διότι εις τους άλλους δεν είναι δυνατόν να δειχθή, παρά εις αυτούς που έχουν τα παραδείγματα αυτών που λέγομεν εκ των προτέρων αποκείμενα μέσα των από την ίδίαν την πεϊ­ραν. Διότι, το σώμα που θα εκτεθή εις το ψύχος, κατ' αρχήν μεν, ενώ το αίμα πήζει, γίνεται ολόκληρον μαυροκίτρινον, έ­πειτα δε χοροπηδά και ανατινάσσεται προς τα επάνω, ενώ τα δόντια κτυπούν, αι ίνες συσπώνται και όλον το σώμα χω­ρίς να θέλη συσπάται. Κάποιος δε τσουχτερός πόνος, και πό­νος ανείπωτος, που φθάνει ως το μεδούλι των κοκκάλων, κά­μνει δυσκολοβάστακτον το αίσθημα εις αυτούς που παγώνουν. Έπειτα ακρωτηριάζεται, ενώ τα άκρα καίονται, ωσάν από φωτιάν. Διότι με το να απομακρύνεται η θερμότης από τα άκρα του σώματος, και να φεύγη συγχρόνως εις το βάθος, α­φήνει νεκρά μεν τα μέρη απ' όπου απεμακρύνθη, παραδίδει δε εις δυνατούς πόνους αυτά προς τα οποία υποχωρεί, ενώ ο θάνατος πλησιάζει ολίγον κατ' ολίγον με το πάγωμα. Τότε λοιπόν κατεδικάσθησαν να διανυκτερεύουν υπαίθριοι, ό­ταν η μεν λίμνη, γύρω από την οποίαν η πόλις είναι κτισμέ­νη, και μέσα εϊς την οποίαν οι άγιοι ηγωνίζοντο τα αγωνί­σματα αυτά, ήταν ιπποδρόμιον εις το οποίον την είχε μεταβάλλει η παγωνιά, και που από το κρύον είχε μεταβληθή εις ξηράν, με ασφάλειαν προσεφέρετο εις τους περιοίκους να περι­πατούν εις την επιφάνειάν της. Τα δε ποτάμια που συνεχώς ερρεαν, αφού επάγωσαν, εσταμάτησαν την ροήν των, και η απαλή φύσις του νερού μετεβλήθη εις την σκληρότητα των λίθων. Σφοδρά δε φυσήματα του βοριά έσπρωχναν κάθε τι το έμψυχον εις τον θάνατον. 

6. Τότε λοιπόν αφού ήκουσαν την προσταγήν (και να παρατηρήσης εδώ, παρακαλώ, το ανίκητον φρόνημα των αν­δρών), ευχαρίστως ο καθένας έβγαλεν από επάνω του και τον τελευταίον χιτώνα, και εβάδιζαν δια να πεθάνουν τον θάνατον του ψύχους, προτρέποντας ο ένας τον άλλον ωσάν εις διαρπαγήν λαφύρων. Ας μη βγάλωμεν, έλεγαν, το ένδυμα, αλλά να αποβάλλωμεν τον παλαιόν άνθρωπον, αυτόν που φθείρε­ται σύμφωνα με τας επιθυμίας της απάτης . Σε ευχαριστούμεν, Κύριε, διότι μαζί με το ιμάτιον τούτο αποβάλλομεν και την αμαρτίαν. Αφού εξ αιτίας του φιδιού το εφορέσαμεν6, ας το βγάλωμεν δια τον Χριστόν. Ας μη κρατήσωμεν τα ιμάτια, προς χάριν του παραδείσου που εχάσαμεν. Τί θα ανταποδώσωμεν εις τον Κύριον7; Και ο Κύριος μας εξεγυμνώθη. Τί είναι πιο μεγάλη τιμή δια τον δούλον, από το να πάθη αυ­τά που έπαθεν ο Κύριος του; και μάλιστα ημείς είμεθα εκείνοι, που εξεγυμνώσαμεν και τον ίδιον τον Κύριον 8. Διότι το εγχεί­ρημα εκείνο ήταν έργον των στρατιωτών. Εκείνοι εξεγύμνωσαν τον Κύριον και εμοίρασαν τα ιμάτιά του. θα εξαλείψωμεν λοιπόν από μόνοι μας την κατηγορίαν που έχει καταγρα­φή εις βάρος μας. ο χειμών είναι τσουχτερός, αλλά γλυκύς ο παράδεισος. Το πάγωμα οδυνηρόν, αλλά γλυκεία η ανάπαυσις. Ας αναμείνωμεν λιγάκι, και ο κόλπος του πατριάρχου θα μαζ περιθάλψη” θα ανταλλάξωμεν μίαν νύκτα με ολόκληρον την αιωνιότητα. Ας κατακαούν τα πόδια, δια να χορεύουν διαρκώς μαζί με τους αγγέλους. Ας αποκοπούν τα χέρια, δια να έχουν παρρησίαν να υψώνωνται προς τον Δεσπότην. Πόσοι από τους στρατιώτας μας δεν έπεσαν εϊς την μάχην, με το να τηρούν την πίστιν εις τον φθαρτόν βασιλέα; Ημείς δε δια την πίστιν εϊς τον αληθινόν Βασιλέα, δεν θα χαρίσωμεν την ζωήν αυτήν; Πόσοι από τους κακούργους εθανατώθησαν, αφού συνελήφθησαν δι’ αδικήματα; Ημείς δε δεν θα υποφέρωμεν τον θάνατον χάριν της δικαιοσύνης; Ας μη ξεστρατήσωμεν, ώ στρατιώται, ας μη δώσωμεν τα νώτα μας εις τον διάβολον. Σάρκες είναι, ας μη λυπηθούμεν. Επειδή πρέ­πει εξάπαντος να πεθάνωμεν, ας πεθάνωμεν δια να ζήσωμεν. «Ας γίνη, Κύριε, η θυσία μας ενώπιον σου»10. Και μακάρι να γίνωμεν δεκτοί «ως ζωντανή θυσία» η, ευάρεστος εις σε, με το να γίνωμεν ολοκαυτώματα δια μέσου του ψύχους τούτου, καλή προσφορά, καινούργια θυσία, που προσφέρεται όχι επάνω εις την φωτιάν αλλά με το ψύχος. Αυτά τα παρακλητικά λό­για μεταδίδοντες ο ένας εις τον άλλον και προτρέποντες ο ένας τον άλλον, ωσάν να εκτελούν κάποιαν προφυλακήν εις τον πόλεμον, περιεφρονούσαν την νύκτα. Υπέμεναν τα παρόν­τα με γενναιότητα, έχαιραν δια τα ελπιζόμενα αγαθά και πε­ριεφρονούσαν τους εχθρούς. Όλων δε μία ήταν η ευχή. Σαράν­τα εμβήκαμεν εις το στάδιον, μακάρι, Δέσποτα, σαράντα να στεφανωθούμεν. Ας μη λείψη ούτε ένας από τον αριθμόν. Εί­ναι τίμιος αυτός, τον οποίον ετίμησες με την νηστείαν των σα­ράντα ημερών 12, δια του Οποίου η νομοθεσία εισήλθεν εις τον κόσμον 13. Με νηστείαν επί σαράντα ημέρας ο Ηλίας αφού παρεκάλεσε τον Κύριον, επέτυχε να τον ίδη 14. Και τέτοια μεν ήταν η ευχή εκείνων. Ένας δε από τον αριθμόν αφού ελύγισεν εις τα δεινά, έφυγεν ως λιποτάκτης, και άφησεν απαρηγόρητον πένθος εις τους αγίους. ο Κύριος όμως δεν επέτρεψε να γίνουν ατελεσφόρητοι αι παρακλήσεις των. Διότι εκείνος που είχεν αναλάβει την φρούρησιν των μαρτύρων, θερμαινόμενος πλη­σίον εϊς κάποιο φυλάκιον, παρετήρει αυτό που έμελλε να γίνη, έτοιμος δια να δεχθή αυτούς από τους στρατιώτας που θα κατέφευγαν. Πράγματι και τούτο πάλιν επενοήθη, να είναι δηλαδή κοντά εκεί λουτρόν, δια να υπόσχεται ταχείαν την βοηθειαν εις αυτούς που θα μετανοούσαν. Αυτό όμως κατά τρόπον κακούργον επενοήθη από τους εχθρούς. Να εξεύρουν δηλαδή τέτοιον τόπον κοντά εις το μαρτύριον, εις το οποίον η έτοιμος περιποίησις έμελλε να εξουδετερώνη την αντίστασιν των αγωνιζομένων. Αυτό ανεδείκνυε λαμπροτέραν την υπομονήν των μαρτύρων. Διότι υπομονητικός δεν είναι αυτός που δεν έχει τα αναγκαία, αλλά αυτός που έχει άφθονα τα αγαθά, και υπομένει τα δεινά! 

7. Καθ' ον χρόνον δε οι μεν ηγωνίζοντο, αυτός δε παρετηρούσε την έκβασιν, είδε παράδοξον θέαμα” Δυνάμεις να κατεβαί­νουν από τον ουρανόν, και τρόπον τινά να διανέμουν εις τους στρατιώτας μεγάλα δώρα από τον Βασιλέα. Αύται εις όλους μεν τους άλλους εμοίραζαν τα δώρα, ένα δε μονάχα άφησαν αβράβευτον, διότι τον έκριναν ανάξιον δια τας ουρανίους τι­μάς. Αυτός αμέσως αφού ελύγισεν εϊς τα βασανιστήρια, ελιποτάκτησε προς τους αντιπάλους. Ηταν ελεεινόν θέαμα δια τους δικαίους. Ο στρατιώτης να γίνη φυγάς, ο υποψήφιος δια το βραβείον να γίνη αιχμάλωτος, το πρόβατον του Χριστού να αρπαγή από τα θηρία. Και το πιο θλιβερόν βέβαια ήταν ότι και ηστόχησεν εις την αιώνιον ζωήν, και δεν απήλαυσε την παρούσαν, διότι αμέσως η σάρκα με την επαφήν του θερμού διελύθη. Και αυτός μεν που ηγάπησε την ζωήν, έπεσεν, ημάρτησε χωρίς κανένα κέρδος. ο δήμιος όμως, μόλις τον είδε να ξεπέφτη από την θέσιν του και να τρέχη προς το λουτρόν, έλαβεν ο ίδιος την θέσιν του λιποτάκτου, και αφού απέβαλε τα ρούχα του, ανεμίχθη με τους γυμνούς, κραυγάζοντας την ιδίαν φωνήν με τους Αγίους” είμαι Χριστιανός . Και με την απότομον μεταβολήν εξέπληξε αυτούς που παρίσταντο, και ανεπλήρωσε τον αριθμόν και με την πρόσθεσιν του εαυτού του, επαρηγόρησε την λύπην των δι' εκείνον που από αδυναμίαν εκάμφθη. Έτσι εμιμήθη τους στρατιώτας που αγωνίζονται εις την στρατιωτικήν παράταξιν, και οι οποίοι αμέσως συμπληρώνουν την θέσιν αυτού που έπεσεν εις την πρώτην γραμμήν, ώστε να μη διαρραγή ο συνασπισμός τους με αυτόν που έλειψε. Τέτοιαν λοιπόν πραξιν έκαμε και αυτός! Είδε τα ουράνια θαύματα, εγνώρισε την αλήθειαν, προσέφυγεν εις τον Δεσπότην και συνηριθμήθη με τους μάρτυρας. Επανέλαβε την πραξιν των μα­θητών. Απεχώρησεν ο Ιούδας, και εις την θέσιν του ήλθεν ο Ματθίας 15. "Έγινε μιμητής του Παύλου. Αυτός που χθες ή­ταν διώκτης, σήμερα γίνεται κήρυξ του Ευαγγελίου 16. Και αυτός εϊχεν από τον ουρανόν την κλησιν και «όχι από τους ανθρώπους, ούτε δια μέσου ανθρώπου»17. Επίστευσεν εις το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Εβαπτίσθη εις αυτόν, όχι από άλλον, αλλά με την πίστιν του. Όχι εις το νερόν, αλ­λά εις το αίμα του. 

8. Και έτσι όταν εξημέρωσε, ενώ εζούσαν ακόμη, ερρίφθησαν εις την φωτιάν, και τα λείψανα από την φωτιάν, τα έρρι­ψαν εις το ποτάμι, ώστε η άθλησις των μακαρίων επέρασεν από ολόκληρον την κτίσιν. Ηγωνίσθησαν εις την γήν, υπέμειναν εις τον αέρα, ερρίφθησαν εις την φωτιάν, και τέλος, τους εδέχθη το νερόν. Ιδικός των είναι ο λόγος” «επεράσαμεν από την φωτιάν και το νερόν, και μας έβγαλεν εις ανάπαυσιν» 18. Αυτοί είναι εκείνοι που περιέβαλαν την χώραν μας, ωσάν κάποιοι συνεχείς πύργοι, προσφέροντες ασφάλειαν από την επιδρομήν των εχθρών. Δεν περιώρισαν τους εαυτούς των εις ένα τόπον, αλλ' έχουν γίνει κιόλας φίλοι εις πολλάς περιοχάς και κοσμούν πολλάς πατρίδας. Και το παράδοξον είναι ότι δεν επισκέπτον­ται ο καθένας χωριστά αυτούς που τους δέχονται, αλλ' όλοι μαζί ως χορός, ηνωμένοι μεταξύ των. "Ω τί θαύμα! Ούτε είναι ελλιπείς εις τον αριθμόν, ούτε επιδέχονται προσθήκην. Εάν τους διαιρέσης εις εκατόν, δεν βγαίνουν έξω από τον αριθμόν τους” εάν εις ένα τους μαζεύσης, και έτσι σαράντα παραμένουν, όπως συμβαίνει και με την φύσιν του πυρός. Διότι και εκείνη προχωρεί προς αυτόν που το ανάπτει, και όλον μένει εις αυτόν που το έχει. Και οι σαράντα μάρτυρες και όλοι μαζί είναι, και ευρίσκονται όλοι εις τον καθένα. Αυτοί είναι η πλούσια ευερ­γεσία, η χάρις που δεν εξοδεύεται, είναι έτοιμη βοήθεια των Χριστιανών, εκκλησία μαρτύρων, στρατός τροπαιοφόρων, χορός από δοξολογούντες. Τί δεν θα έπραττες δια να εύρης ένα που να παρακαλή δια σε τον Κύριον; Σαράντα είναι, που αναπέμπουν σύμφωνον προσευχήν. «"Όπου είναι μαζευμένοι δύο η τρεις εις το όνομα του Κυρίου, εκεί υπάρχει ο Κύριος α­νάμεσα εις αυτούς» 19. "Όπου όμως είναι σαράντα, ποιος αμ­φιβάλλει δια την παρουσίαν του θεού; Αυτός που θλίβεται καταφεύγει εϊς τους σαράντα, αυτός που ευφραίνεται προς αυ­τούς σπεύδει. ο ένας μεν δια να εύρη λύσιν εις τας δυσκολίας, ο άλλος δε δια να διαφυλάξη εις τον εαυτόν του, από τα πιο καλά, τα αγαθά. Εδώ η ευσεβής γυναίκα συναντάται να προσεύ­χεται δια τα τέκνα της, να ζητή την επιστροφήν του ανδρός της από την ξενητειάν, την υγείαν δια τον άρρωστον. Τα αίτήματά σας ας γίνουν μαζί με τους μάρτυρας. οι νεαροί ας μι­μηθούν τους συνομήλικάς των, οι πατέρες ας ευχηθούν να εί­ναι πατέρες τέτοιων παιδιών. Αι μητέρες ας διδαχθούν το πα­ράδειγμα της καλής μητρός. η μητέρα κάποιου από τους μακαρίους εκείνους, όταν αντίκρυσε τους άλλους να έχουν κιόλας πεθάνει από το ψύχος, το παιδί της δε ακόμη να αναπνέη λό­γω και της ρωμαλεότητος και της καρτερίας εις τα δεινά, και ενώ οι δήμιοι το άφηναν με την ιδέαν ότι θα ημπορούσε να αλλάξη γνώμην, αυτή αφού το εσήκωσε με τα χέρια της, το εβαλεν επάνω εϊς το αμάξι, εις το οποίον ευρισκόμενοι και οι υπόλοιποι, ωδηγούντο εις την φοΰτιάν, γνείσια πράγματι μητέρα μάρτυρος. Δεν άφησε δάκρυα απρεπή, δεν εξεστόμισε κάτι τι το ταπεινόν και ανάξιον προς την περίστασιν. Αλλ' είπε” βάδιζε, παιδί μου, τον καλόν δρόμον, μαζί με τους συνομηλίκους σου, μαζί με τους ομοσκήνους. Μη απουσιάσης από την χορείαν, μη εμφανισθής δεύτερος από τους άλλους εις τον Κύριον. Πράγματι υπήρξε βλαστάρι καλόν, από καλήν ρίζαν. Έδειξεν η γενναία μητέρα ότι τον είχεν αναθρέψει με τα δόγμα­τα της πίστεως μάλλον, παρά με το γάλα της. και αυτός μεν έτσι αφού ανετράφη, έτσι κατευωδώθη από την ευσεβή μητέ­ρα του, ο δε διάβολος έφυγεν εντροπιασμένος. Διότι αφού εξεσήκωσεν εναντίον αυτών ολόκληρον την κτίσιν, όλα τα ευρήκε να νικώνται από την αρετήν των ανδρών δηλαδή την ανεμοτάρακτον νύκτα, την πατρίδα με τον βαρύν χειμώνα, την εποχήν του έτους, την γύμνιαν των σωμάτων. Ω τί άγιος χορός! Ω τί σύνταγμα ιερόν! "Ω τί αδιάσπαστος συνασπι­σμός! "Ω τί κοινοί φρουροί του ανθρωπίνου γένους! Αγαθοί συμμέτοχοι εις τας φροντίδας, συνεργοί εϊς την προσευχήν, πρεσβευταί δυνατώτατοι, άστρα της οικουμένης, άνθη των Εκκλησιών. Δεν σας εκάλυψε το χώμα, αλλά ο ουρανός σας υπεδέχθη. ανοίχθησαν εις σας αι πύλαι του παραδείσου. Άξιον θέαμα εϊς την Αγγελικήν στρατιάν, αντάξιον των πατριαρχών, των προφητών, των δικαίων. Άνδρες επάνω εις το άνθος της νεότητος που κατεφρόνησαν την ζωήν, που περισσότερον από τους γονείς και από τα τέκνα τους ηγάπησαν τον Κύριον. Ενώ διήγον αυτό το άνθος της ηλικίας, περιεφρόνησαν την πρόσκαιρον ζωήν δια να δοξάσουν με τα μέλη των τον θεόν, «με το να γίνουν θέαμα εις τον κόσμον και τους αγ­γέλους και τους ανθρώπους»20, εσήκωσαν αυτούς που είχαν πέσει, εστερέωσαν τους αμφιβόλους, εδιπλασίασαν τον πόθον εις τους ευσεβείς. Όλοι, αφού ύψωσαν ένα τρόπαιον υπέρ της πίστεως, με ένα και το αυτό στεφάνι της δικαιοσύνης εστεφανώθησαν εν Χριστώ Ιησού, που είναι ο Κύριος μας, εις τον οποίον πρέπει η δόξα και η δύναμις, εις τους αιώνας των αιώνων. 
Αμήν.


Διαβάστε το πρωτότυπο κείμενο εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια: