Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Η «συγγνώμη» της Εκκλησίας για την Επταετία

ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ Κ. ΙΕΡΟΘΕΟΥ
(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία στις 28/05/2001)

Με αφορμή διάφορα γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η «συγγνώμη» του Πάπα, διατυπώνονται κατά καιρούς προτάσεις ότι και η Εκκλησία της Ελλάδος πρέπει να ζητήσει συγγνώμη για τη στάση της κατά την Επταετία (1967-1974), όταν επιβλήθηκε το στρατιωτικό καθεστώς στην Ελλάδα.
Δυστυχώς, όσοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, δεν είναι μόνον ανεπαρκείς σε θεολογικές και εκκλησιολογικές γνώσεις, αλλά ταυτόχρονα έχουν άγνοια, ηθελημένη ή αθέλητη, των ιστορικών γεγονότων.


Θα ήθελα με μεγάλη συντομία να καταθέσω τις απόψεις μου πάνω στο κρίσιμο αυτό ζήτημα.

1. Η Εκκλησία δεν είναι ένα κοινωνικό και πολιτικό σύστημα αλλά το θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, και κύριο έργο της είναι η ένωση του ανθρώπου με τον Χριστό. Η Εκκλησία είναι πνευματικό θεραπευτήριο-νοσοκομείο που θεραπεύει τις πνευματικές ασθένειες των ανθρώπων. Και όπως κανείς δεν διαμαρτύρεται γιατί τα νοσοκομεία των Αθηνών δεν έλαβαν κάποια αρνητική θέση κατά τη διάρκεια της Επταετίας, αφού ήταν άλλος ο σκοπός τους και συνέχιζαν να θεραπεύουν τις ασθένειες των ανθρώπων, το ίδιο θα έπρεπε να σκέπτεται για την Εκκλησία, η οποία θεραπεύει τους ανθρώπους σε όποιες κοινωνικές συνθήκες και αν ευρίσκεται, όπως έκανε στον τόπο μας η Εκκλησία κατά την Τουρκοκρατία και η Ρωσική Εκκλησία κατά τη διάρκεια των πρόσφατων διωγμών.

Αλλά το πρόβλημα είναι ότι όσοι κατηγορούν την Εκκλησία για αδράνεια κατά τη διάρκεια της Επταετίας παραγνωρίζοντας το βαθύτερο έργο της, δεν κάνουν καμιά αναφορά για άλλους οργανισμούς, όπως για παράδειγμα την Ακαδημία Αθηνών, η οποία εόρταζε και πανηγύριζε την 21η Απριλίου ως τρίτη εθνική εορτή, ώστε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος εξαναγκάστηκε να διαμαρτυρηθεί εγγράφως στον πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών, όπου μεταξύ των άλλων έγραφε ότι η ιστορία «δεν θα συγχωρήση το γεγονός ότι το ανώτατον πνευματικόν Ιδρυμα της Χώρας συνεμορφώθη ασυζητητί προς τας επιθυμίας του καθεστώτος αυτού», αφού «απεφάσισε να εξισώση ιστορικώς την 21ην Απριλίου προς την 25η Μαρτίου και την 28ην Οκτωβρίου». Ούτε, βέβαια, αναφέρονται και σε πολλούς πανεπιστημιακούς διδασκάλους, οι οποίοι χειροκροτούσαν τους τότε πραξικοπηματικώς καταλαβόντας την εξουσία της Χώρας.

2. Οσοι ομιλούν για λάθη της Εκκλησίας κατά τη διάρκεια της Επταετίας έχουν μια βατικανοποιημένη αντίληψη περί της Εκκλησίας, αφού θεωρούν ότι η Εκκλησία ταυτίζεται με την Ιεραρχία των Επισκόπων ή την Ιερά Σύνοδο. Ομως, Εκκλησία είναι το σύνολο κληρικών και λαϊκών, οι οποίοι ζουν μέσα στη μυστηριακή ατμόσφαιρά της. Και μέσα από αυτήν την προοπτική, κυρίως τα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας, αλλά και πολλοί κληρικοί, με τον ιδιαίτερο τρόπο του ο καθένας, αντιδρούσαν στο τότε καθεστώς. Και τότε πράγματι πολλά μέλη της Εκκλησίας διώχθηκαν, φυλακίσθηκαν, εξορίσθηκαν και ταλαιπωρήθηκαν ποικιλοτρόπως. Βεβαίως, υπήρξαν και αρνητικά παραδείγματα, αλλά το κύρος της Εκκλησίας διαφυλάχθηκε στα πρόσωπα αυτά που αντιδρούσαν στην καταπάτηση των ελευθεριών του λαού.

3. Είναι γνωστό ότι το καθεστώς της Επταετίας με Συντακτική Πράξη κατήργησε τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας διά του οποίου καθορίζονται μεταξύ των άλλων και η συγκρότηση της διοικήσεως της Εκκλησίας. Παραθεώρησε την Ιεραρχία της Εκκλησίας, έπαυσε την τότε υπάρχουσα Διαρκή Ιερά Σύνοδο και διόρισε επταμελή «Αριστίνδην» Σύνοδο. με την Πράξη αυτή στην ουσία παραθεώρησε τόσο το Συνοδικό Τόμο του 1850 όσο και την Πατριαρχική Πράξη του 1928. Οπως η Επταετία κατήργησε το Κοινοβούλιο, έτσι ακριβώς κατήργησε και την κανονική και νόμιμη διοίκηση της Εκκλησίας.

Για την επέμβαση αυτή στα εκκλησιαστικά πράγματα υπήρξε αντίδραση που είναι γνωστή σε όσους ασχολούνται με τις πηγές και το αρχειακό υλικό. Πολλοί αρχιερείς διαμαρτύρονταν, με κορυφαίους τον Σεβ. Μητροπολίτη Κορίνθου κ. Παντελεήμονα, τον αείμνηστο Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιο και τον Σεβ. Μητροπολίτη Φλωρίνης κ. Αυγουστίνο. Εγιναν προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αντέδρασε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, διεξήχθησαν θυελλώδεις συζητήσεις στις Ιεραρχίες των ετών 1972-1973, γράφονταν θεολογικά άρθρα στις εφημερίδες. Τον αγώνα των Ιεραρχών αυτών εναντίον της επιβληθείσης από την Επταετία καταστάσεως στην Εκκλησία ενίσχυαν οι πολιτικοί παράγοντες, όπως οι: Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Γεώργιος Ράλλης, Γεώργιος Μαύρος, Ιωάννης Ζίγδης, Ανδρέας Κοκκέβης, Παναγιώτης Παπαληγούρας, Δημήτριος Παπασπύρου κ.ά., οι οποίοι με δηλώσεις τους τάσσονταν υπέρ των αγωνιζομένων Ιεραρχών για την αποκατάσταση της κανονικής τάξεως στην Εκκλησίας η οποία διασαλεύθηκε από το καθεστώς της Επταετίας με τη συγκρότηση αριστίνδην Συνόδου.

Οποιος διαβάσει τον πολιτικό και εκκλησιαστικό Τύπο των ημερών εκείνων θα δει την όλη κατάσταση. Αυτό φαίνεται και στο κείμενο της παραιτήσεως του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου, στο οποίο λέγεται για το σημείο αυτό: «Απομακρύνομαι, τέλος, εκ της ενεργού υπηρεσίας, διότι ένεκα των συνεχών κατ' εμού επιθέσεων, μου ήτο αδύνατον να απασχολούμαι εν τη Εκκλησία δημιουργικώς».

4. Για τα λάθη των εκκλησιαστικών παραγόντων της εποχής εκείνης, θέλω να σημειώσω ότι ήδη έχει ζητηθεί, στην ουσία, συγγνώμη και γι' αυτό δεν υπάρχει λόγος να γίνεται συνεχώς λόγος γι' αυτό.

Στην από 15-12-73 παραίτησή του από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών, ο αείμνηστος Ιερώνυμος, ο οποίος πέρα από τα όποια λάθη του, που ήταν συνάρτηση της όλης καταστάσεως της εποχής εκείνης, ήταν μια εξαιρετική φυσιογνωμία, πράγμα το οποίο φαίνεται και στο κείμενο της παραίτησής του, μεταξύ άλλων γράφει:

«Απέρχομαι, επωμιζόμενος προσωπικώς τον σταυρόν μιας κατακραυγής ή ίσως και σκανδαλισμού. Βεβαίως, διά της παρούσης, δεν προτίθεμαι να θέσω υπό συζήτησιν ούτε την πραγματικήν έκτασιν αυτής ούτε τα αίτια, τα οποία την προεκάλεσαν, ως και τους υποκινήσαντας ταύτην. Αλλ' ούτε πάλιν θα επεθύμουν να αποσείσω το βάρος της ευθύνης μου διά τα όσα τυχόν λάθη βαρύνουν προσωπικώς εμέ, επειδή η συνείδησίς μου με πληροφορεί, ότι πάσαι αι αποφάσεις και αι ενέργειαια μου υπηγορεύθησαν πάντοτε από αγάπην προς την Εκκλησίαν και τα τέκνα της, τον άνθρωπον. Ζητώ μόνον και παρακαλώ, όπως οιαδήποτε απογοήτευσις ή κατακραυγή ή και πιθανός σκανδαλισμός περιορισθή αποκλειστικώς και μόνον εις το πρόσωπό μου και όχι εις την Εκκλησίαν και το λυτρωτικόν έργον της. Αν όσοι εξ ημών ως διάκονοι του έργου Της τυχόν αστοχούμεν και διαπράττομεν λάθη, η Εκκλησία ουδέποτε παύει να αποτελή διά πάντα άνθρωπον την ανοιχτήν θύραν αναψυχής, αγιασμού και σωτηρίας».

Και ακόμη:

«Εντεύθεν, ίνα μη έστω και ακουσίως γίνωμαι συνεργός εις την φθοράν του κύρους της Εκκλησίας, απεφάσισα όπως αποσυρθώ της ενεργού υπηρεσίας επί τη ελπίδι και τη ευχή, ότι διά του παραμερισμού του προσώπου μου, θα κοπάσουν τα πάθη και θα επέλθη πάλιν απαραίτητος εις τας ψυχάς των Χριστιανών μας γαλήνη».

Νομίζω, ο καθένας μας πρέπει να βλέπει τα δικά του λάθη σε διαφόρους σταθμούς της ζωής του και όχι να ρίπτει το «λίθο του αναθέματος» στην Εκκλησία. Και τέτοια λάθη έγιναν και γίνονται πολλά. Οι εκκλησιαστικοί άνδρες αγωνίζονται καθημερινώς για να ανεβάζουν το επίπεδο του λαού, αγωνίζονται για όλα εκείνα που τον απασχολούν ακόμη και για τις ελευθερίες του. Και ας μην ξεχνούμε ότι οι διαφωτιστές, κυρίως ο Jean Jacques Rousseau, έβλεπε με δυσπιστία ακόμη και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία που μπορεί να εξελιχθεί σε βάρος του πολίτη και γι' αυτό έγραφε: «Η ιδέα αυτή περί αντιπροσώπων είναι σύγχρονη: μας έρχεται από τη φεουδαρχική κυβέρνηση - απ' αυτήν την ανόητη και άδικη κυβέρνηση, όπου το ανθρώπινο είδος υποβαθμίζεται, κι όπου το όνομα του ανθρώπου ατιμάζεται», γι' αυτό και υπεστήριζε την άμεση δημοκρατία. Και εν πάση περιπτώσει οι νέοι αρχιερείς δεν είμαστε διατεθειμένοι ούτε να αλλοιώσουμε το βασικό σκοπό της Εκκλησίας, ούτε φυσικά να βοηθούμε στην καταστρατήγηση των ελευθεριών του λαού.

Μάιος 2001

Δεν υπάρχουν σχόλια: