Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Λήξη θητείας Εκκλησιαστικών Συμβουλίων

http://efimeriosgr.blogspot.com/2010/10/298.html
Στις 31/12/2010 λήγει η τριετής θητεία των υφισταμένων Εκκλησιαστικών Συμβουλίων. 
Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος απέστειλε το υπ' αριθμόν 4127/14-10-2010 Εγκύκλιο Σημείωμα προς την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και τις Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος "περί αντικαταστάσεως των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων".
Εν αναμονή των ενεργειών της Ιεράς Μητροπόλεώς μας και μέχρι το ανωτέρω να φθάσει δεόντως σε κάθε εφημέριο-πρόεδρο Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Μητροπολιτικής μας περιφέρειας, ας δούμε τι προβλέπει ο κανονισμός 8/1979 για το διορισμό των μελών των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων.

Κανονισμός 8/1979 Περί Ιερών Ναών και Ενοριών

Άρθρο 7 : Περί Εκκλησιαστικών Συμβουλίων
1. Την διαχείρισιν, διοίκησιν και την εν γένει αξιοποίησιν της περιουσίας του Ιερού Ναού έχει το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον, αποτελούμενον : 

α) Εκ του Εφημερίου, ως Προέδρου, οριζομένου κατά τας διατάξεις της παρ. 8 του άρθρ. 37 του Νομ. 590/77.
β) Εκ τεσσάρων λαϊκών μελών, εκλεγομένων και διοριζομένων εκ του Καταλόγου των ενοριτών υπό του Μητροπολιτικού Συμβουλίου τη προτάσει του οικείου Μητροπολίτου. Το Μητροπολιτικόν συμβούλιον δύναται, προκειμένου περί Ναών χωρίων μέχρις εκατόν οικογενειών, να εκλέγη και διορίζη δύο μέλη.
2. Ινα εκλεγή τις και διατελέση μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου δέον : 
α) Να μη έχη καταδικασθεί επί κακουργήματι ή πλημμελήματι κατά τα εν άρθρ. 11 του υπ' αριθμ. 5/78 Κανονισμού διαλαμβανόμενα.
β) Να είναι σχετικώς εγγράμματος.
γ) Να μη τελή εν αντιδικία κατά του Ναού.
δ) Να μη έχει καταλογισθή εις βάρος αυτού ως Εκκλησιαστικού Συμβούλου ποσόν τι δι οριστικής δικαστικής ή καταλογιστικής επί του απολογισμού αποφάσεως.
ε) Να μη οφείλει εις τον Ναόν και
στ) Να είναι αφοσιωμένον τέκνον της Εκκλησίας.
3. Απαγορεύεται η εκλογή συμβούλων συγγενών προς αλλήλους και προς τον Εφημέριον πρόεδρον μέχρι και του τετάρτου βαθμού εξ αίματος ή και του τρίτου εξ αγχιστείας. Εις δε συνοικισμούς κάτω των εκατόν οικογενειών απαγορεύεται η εκλογή Συμβούλων συγγενών μέχρι τρίτου βαθμού εξ αίματος και επιτρέπεται η εκλογή αδιακρίτως των εξ αγχιστείας.
4. Εις ας περιπτώσεις υφίστανται διαφοραί μεταξύ Ναού και δήμου ή Κοινότητος απαγορεύεται η ανάδειξις ως Εκκλησιαστικών συμβούλων μελών του Δήμου ή του Κοινοτικού Συμβουλίου, εάν δε γεννηθή η διαφορά διαρκούσης της θητείας των Συμβούλων, οι εκ των μελών του Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου Εκκλησιαστικοί Σύμβουλοι αντικαθίστανται δι αποφάσεως του Μητροπολιτικού συμβουλίου.
5. Το αξίωμα του λαϊκού Εκκλησιαστικού Συμβουλίου είναι τιμητικόν, άμισθον και ασυμβίβαστον προς το έργον εμμίσθου υπαλλήλου του Ι. Ναού.
6. Η θητεία των Εκκλ. Συμβουλίων ορίζεται τριετής, της τριετίας αρχομένης εκάστοτε από της 1ης Ιανουαρίου του καθ ο διωρίσθησαν έτους και ληγούσης την 31ην Δεκεμβρίου του τρίτου από του διορισμού των έτους, η δε εγκατάστασις αυτών γίνεται εκάστοτε την 1ην Ιανουαρίου.
7. Η παραίτησις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου υποβάλλεται εγγράφως απευθείας ή δια του Προέδρου του Εκκλ. Συμβουλίου εις τον οικείον Μητροπολίτην, αποφασίζει δε επί της παραιτήσεως το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον.
8. Εκκλησιαστικός Σύμβουλος αποδημήσας ή μετοικήσας εις άλλην ενορίαν, απαλλάσσεται των καθηκόντων του μετ απόφασιν του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, εκλέγεται δε εις αντικατάστασιν αυτού έτερος ενορίτης εκ του οικείου ενοριακού καταλόγου.
9. Εκκλησιαστικός Σύμβουλος απουσιάσας αδικαιολογήτως κατά την κρίσιν του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, επί τρεις συνεχείς συνεδριάσεις κηρύσσεται υπ αυτού έκπτωτος του αξιώματος του Εκκλησιαστικού Συμβούλου.
10. Ωσαύτως δι ανεκκλήτου αποφάσεως του Μητροπολιτικού Συμβουλίου απολύεται μετ απολογίαν του μη κριθείσαν επαρκή, Εκκλησιαστικός Σύμβουλος, εκ συστήματος μη συμμορφούμενος προς πάσας εν γένει τας υποχρεώσεις του, ως και δι ολιγωρίαν περί την εκτέλεσιν των ανατεθειμένων αυτώ καθηκόντων και δια πάσαν τυχόν δυστροπίαν περί την καταβολήν των οφειλών προς το προσωπικόν του Ναού.
11. Οι Εκκλησιαστικοί Σύμβουλοι ωσαύτως απολύονται : 
α) Αν αποδεικνύωνται παραβάται των αποφάσεων και των προς αυτούς οδηγιών του οικείου Μητροπολίτου εν σχέσει προς τα εκ των Κανονισμών και των Νόμων καθήκοντα και δικαιώματα αυτών.
β) Αν δεν υπέβαλον εμπροθέσμως προϋπολογισμόν και απολογισμόν της διαχειρίσεως αυτών και δεν συμμορφούνται προς την επί του προϋπολογισμού απόφασιν της αρμοδίας Αρχής.
γ) Εάν παραμελώσιν ή αρνώνται την διεξαγωγήν δικών προς προστασίαν των συμφερόντων του Ναού ή γενικώς ολιγωρώσι περί την προαγωγήν αυτών.
δ) Εάν καθ υποτροπήν αναμειγνύωνται εις τα τελετουργικά καθήκοντα του Εφημερίου και τας αρμοδιότητας και καθήκοντα των ιεροψαλτών και νεωκόρων επί των οποίων εποπτείαν έχει ο εφημέριος ή ασεβώσι προς τον εφημέριον.
12. Τους Εκκλησιαστικούς Συμβούλους, ιδρυομένης νέας ενορίας, διορίζει διαρκούσης της τριετούς θητείας και δια το υπόλοιπον αυτής, το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον εκ του εγκεκριμένου καταλόγου των ενοριτών, προτάσει του οικείου Μητροπολίτου.

Άρθρο 8 : Συνεδρίαι των Εκκλησιαστικών συμβουλίων
1. Το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον κατά την πρώτην συνεδρίασιν αυτού, οριζομένην υπό του Εφημερίου Προέδρου, εκλέγει τον Αντιπρόεδρον, τον Γραμματέα και τον Ταμίαν αυτού, το δε σχετικόν πρακτικόν υποβάλλεται εις το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον.
2. Τας εν γένει εργασίας του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου διευθύνει ο Πρόεδρος εν απουσία δε ή άλλω κωλύματι τούτου, ο Αντιπρόεδρος, εξουσιοδοτούμενος υπό του Προέδρου.
3. Το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον καλείται εις συνεδρίαν υπό του Προέδρου αυτού εις ημέραν και ώραν καθοριζομένην υπ αυτού, οσάκις ούτος κρίνη τούτο αναγκαίον ή ζητήσωσι τούτο εγγράφως δύο των μελών αυτού.
4. Το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον θεωρείται εν απαρτία παρισταμένου του Κληρικού μέλους αυτού και δύο τουλάχιστον των λαϊκών μελών αυτού.
5. Κωλυομένου του Προέδρου, η συνεδρία θεωρείται νόμιμος αν παραστώσι κατ αυτήν τρία των μελών του Συμβουλίου προεδρεύοντος του επί τούτω εξουσιοδοτηθέντος Αντιπροέδρου.
6. Αι αποφάσεις Εκκλησιαστικού Συμβουλίου λαμβάνονται κατά πλειονοψηφίαν, εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου.
7. Ο Πρόεδρος του εκκλησιαστικού Συμβουλίου προϊσταται τούτου εν δημοσίαις ή επισήμοις εμφανίσεσιν αυτού, ως αντιπρόσωπος του οικείου Αρχιερέως.

Άρθρο 9 : Αρμοδιότητες Εκκλησιαστικών Συμβουλίων
1. Το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον έχει την υπεύθυνον διαχείρισιν του Ι. Ναού, συντάσσει τον Προϋπολογισμόν και Απολογισμόν των εσόδων και εξόδων αυτού, τον μεν πρώτον εντός του Νοεμβρίου του προηγουμένου έτους, τον δε δεύτερον εντός του Φεβρουαρίου εκάστου έτους.
2. Πάσα πληρωμή δαπάνης του Ναού ενεργείται υπό του Ταμίου, επί τη βάσει εντάλματος πληρωμής εκ στελέχους ηριθμημένου και τεθεωρημένου υπό της Ι. Μητροπόλεως, υπογεγραμμένου υπό του Προέδρου του εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Εν ουδεμία περιπτώσει ο Εφημέριος εκτελεί χρέη ταμίου. Εν εναντία περιπτώσει τιμωρείται δι αργίας μέχρι δύο μηνών μετά ή άνευ της στερήσεως των αποδοχών αυτού.
Εις το ένταλμα τούτο πρέπει να προσαρτώνται πάντα τα παραστατικά έγγραφα της δαπάνης. Δια την νομιμότητα των διατασσομένων πληρωμών ευθύνεται ο υπογράφων το ένταλμα Πρόεδρος, ο δε Ταμίας ευθύνεται και δια την νομιμότητα και το ακριβές της πληρωμής εφαρμοζομένων εν αναλογία των σχετικών διατάξεων του νόμου περί δημοσίου λογιστικού. Ο Ταμίας υποχρεούται να αρνηθή την πληρωμήν δαπάνης, διατασσομένης παρά τας διατάξεις του παρόντος ή άνευ των νομίμων δικαιολογητικών. Εν πάση άλλη περιπτώσει αρνούμενος αδικαιολογήτως την πληρωμήν απαλλάσσεται των καθηκόντων αυτού, ως Συμβούλου, αποφάσει του οικείου Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
3. Το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον αποφασίζει : 
α) Περί ανεγέρσεως Ναού ή επισκευής, διακοσμήσεως και συντηρήσεως του υπάρχοντος Ενοριακού και των παρεκκλησίων και Εξωκκλησίων αυτού.
β) περί αγοράς, πωλήσεως, δωρεάς, ανταλλαγής και μισθώσεως ακινήτων κατά τας κειμένας διατάξεις, και της αξιοποιήσεως της αστικής και αγροτικής περιουσίας του Ναού.
γ) Περί συνομολογήσεως δανείου, εγέρσεως αγωγών, ασκήσεως ενδίκων μέσων, παραιτήσεων επ αυτών, καταργήσεως δίκης, συμβιβασμών εξωδίκων και δικαστικών, διορισμού πληρεξουσίου και αποδοχής δωρεάς, κληρονομίας και κληροδοσίας κατά τας κειμένας διατάξεις.
δ) περί βοηθημάτων δια σκοπούς Εκκλησιαστικούς και Φιλανθρωπικούς και δι Εκκλησιαστικά Ιδρύματα και συντήρησιν αυτών.
ε) Περί πάσης δαπάνης, εκτάκτου, αφορώσης εις τας εκκλησιαστικάς τελετάς. Απασαι αι ως άνω αποφάσεις χρήζουν εγκρίσεως εκ μέρους του Μητροπολιτικού Συμβουλίου εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρ. 12 του παρόντος.

Άρθρο 10 : Περί Προϋπολογισμού
1. Τον Προϋπολογισμόν του Ενοριακού Ναού συντάσσει το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον και υποβάλλει αυτόν εις το οικείον Μητροπολιτικόν Συμβούλιον το βραδύτερον μέχρι τέλους Νοεμβρίου του προηγουμένου έτους, εις το οποίον αφορά ο προϋπολογισμός, όπερ εγκρίνει και τροποποιεί ή μη τούτον, δυνάμενον εντός των ορίων του παρόντος να αναγράψη και κονδύλια μη αναγραφόμενα εν αυτώ.
2. Κατά της επί του Προϋπολογισμού αποφάσεως του οικείου Μητροπολιτικού Συμβουλίου χωρεί εντός 15θημέρου από της κοινοποιήσεως αυτού μόνον δια λόγους νομιμότητος προσφυγή ενώπιον της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, υποβαλλομένη δια του οικείου Μητροπολίτου.
3. Οι Προϋπολογισμοί εγκρίνονται το βραδύτερον εντός διμήνου από της υποβολής των.
4. Ο Μητροπολίτης ασκεί έλεγχον νομιμότητος της διαχειρίσεως και διοικήσεως του Ιερού Ναού.

Άρθρο 11 : Περί Απολογισμού
1. Τον απολογισμόν συντάσσει το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον επί τη βάσει της περί διαχειρίσεως Εκθέσεως του Ταμίου του Ναού, υποβάλλει δε τούτον, εις το οικείον Μητροπολιτικόν συμβούλιον, το βραδύτερον μέχρι τέλους Φεβρουαρίου του επομένου έτους, εις το οποίον αφορά ο απολογισμός μετ εκθέσεως του και των δικαιολογητικών των κατά την διάρκειαν της χρήσεως γενομένων εισπράξεων και πληρωμών και πίνακος των κατά την λήξιν αυτής καθυστερουμένων εσόδων, αναφέρον και τους λόγους της καθυστερήσεως.
2. Τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου ευθύνονται ατομικώς και αλληλεγγύως δια πάσαν απόκρυψιν εσόδου του Ναού παρ οιουδήποτε, ως και οιουδήποτε χρέους, υπέχοντα και πάσαν εντεύθεν ποινικήν ευθύνη κατά τους κειμένους Ναούς.
3. Η εισαγωγή προς έγκρισιν εις το οικείον Μητροπολιτικόν Συμβούλιον του Απολογισμού, δέον να συνοδεύηται απαραιτήτως δι υπευθύνου εγγράφου εκθέσεως του εκτελούντος χρέη Γραμματέως του Μητροπολιτικού Συμβουλίου και του Λογιστού της Ιεράς Μητροπόλεως, όπου υπάρχει, ότι ετηρήθησαν αι νόμιμοι διατυπώσεις ως προς την κανονικήν επικόλλησιν επί των αποδείξεων των πληρωμών των Ναών του τε χαρτοσήμου και πάντων των υπό των Κανονισμών προβλεπομένων Εκκλησιαστικών ενσήμων.
4. Το οικείον Μητροπολιτικόν Συμβούλιον αποφαίνεται ητιολογημένως επί του Απολογισμού το βραδύτερον εντός εξαμήνου από της υποβολής αυτού.
5. κατ αποφάσεως καταλογιστικής του οικείου Μητροπολιτικού Συμβουλίου επιτρέπεται προσφυγή εντός μηνός από της κοινοποιήσεως αυτής ενώπιον της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου δια του οικείου Μητροπολίτου.
6. Ο Απολογισμός ανακοινούται εις την ενορίαν δια θυροκολλήσεως έξωθι του Ναού, κατ αυτού δεν δύναται, εντός οκτώ ημερών οιοσδήποτε ενορίτης να υποβάλη ένστασιν εις το οικείον Μητροπολιτικόν Συμβούλιον, εφ ης τούτο αποφαίνεται ανεκκλήτως.
7. Η μη υποβολή των Προϋπολογισμών και Απολογισμών υπό των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων εντός των δια του παρόντος τασσομένων προθεσμιών τιμωρείται ως παράβασις καθήκοντος κατά τον Ποινικόν Νόμον και χωρίς να προηγηθή πειθαρχική τιμωρία, οι δε υπεύθυνοι απολύονται άνευ άλλης διατυπώσεως υπό του οικείου Μητροπολιτικού Συμβουλίου δι αποφάσεως αυτού ανεκκλήτως.
8. το οικονομικόν έτος άρχεται από την 1ην Ιανουαρίου και λήγει την 31ην Δεκεμβρίου, η δε χρήσις αρχομένη αφ ης και το οικονομικόν έτος παρατείνεται μέχρι τέλους Ιανουαρίου του επομένου οικονομικού έτους.

Άρθρο 12 : Περί ελέγχου των Πράξεων των Εκκλησιαστικών συμβουλίων
1. Πάσα πράξις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου υποβάλλεται εις το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον, όπερ εγκρίνει, τροποποιεί ή ακυροί αυτήν.
Η απόφασις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου εκδίδεται εντός διμήνου από της υποβολής της Πράξεως. Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας ταύτης η πράξις εκτελείται.
2. Κατά πάσης αποφάσεως του οικείου Μητροπολιτικού Συμβουλίου, επιτρέπεται προσφυγή μόνον δια λόγους νομιμότητος, ενώπιον της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου παρά παντός έχοντος έννομον συμφέρον.
3. Πάσα απόφασις του οικείου Μητροπολιτικού Συμβουλίου, καταστάσα οριστική, είναι υποχρεωτική δια το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον, εάν δε τούτο αρνηθή την εκτέλεσιν, το οικείον Μητροπολιτικόν Συμβούλιον καλεί τούτο εις έγγραφον απολογίαν εντός προθεσμίας υπ αυτού τασσομένης. παρελθούσης της προθεσμίας απράκτου ή της απολογίας μη κριθείσης επαρκούς, το οικείον Μητροπολιτικόν Συμβούλιον, δι ανεκκλήτου αποφάσεως του προβαίνει εις την αντικατάστασιν των αρνουμένων μελών δια διορισμού νέων και δια το υπόλοιπον της θητείας του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.
4. Αι αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων περί δωρεάς ακινήτου υπόκεινται εις έγκρισιν του οικείου Μητροπολιτικού Συμβουλίου και της Δ.Ι.Σ.
5. Αποδοχή ή αποποίησις δωρεάς υπό όρον, κληρονομίας ή κληροδοσίας δεν δύναται να γίνη υπό του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου άνευ προηγουμένης αποφάσεως του οικείου Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
6. απόφασις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου περί εγέρσεως αγωγής, παραιτήσεως από ενδίκου μέσου, καταργήσεως δίκης, συμβιβασμού, εξωδίκου ή δικαστικού, χρήζει της εγκρίσεως του Μητροπολιτικού Συμβουλίου. Δεν απαιτείται έγκρισις, εφόσον πρόκειται περί συντηρητικών ή προσωρινών μέτρων και αιτήσεως ακυρώσεως εκτελεστής πράξεως.
7. Αι αποφάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, δι ων αποφασίζεται συνομολόγησις δανείου και οι όροι αυτού υπόκεινται εις την έγκρισιν του Μητροπολιτικού Συμβουλίου.
8. Τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια των Ενοριακών Ι. Ναών τηρούσιν ενιαίον λογιστικόν απλογραφικόν σύστημα.

Διαβάστε ολόκληρο τον κανονισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: