Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Ὀρθοδοξία: Σύζευξη Θεολογίας καί Τέχνης τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Χίου, Ψαρῶν καὶ Οἰνουσσῶν κ. Μάρκου

Θε­ο­λο­γία καί τέ­χνη συμ­πο­ρεύ­ον­ται ἐξ ἀρ­χῆς συζυγεῖς καί ἀλλη­λένδετες μέσα στήν Ἐκ­κλη­σία. Τίς συναντᾶμε ἑνωμένες στό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ ἱερέα, τοῦ ἱεροψάλτη, τοῦ ἐμπνευ­σμένου ἁγιογράφου καί τῶν ὑπολοίπων καλλιτεχνῶν, ἀλλά καί σέ αὐτό ἀκόμα τοῦ ἀφοσιωμένου θεο­λόγου ἐκπαιδευτικοῦ. Ὅπως σημειώνει ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής τῆς Φι­λοσοφίας Βα­σίλειος Τατάκης, ἔργο τοῦ χριστιανοῦ θεολόγου εἶναι «νά στο­λίσει μέ τά μέσα τοῦ στοχασμοῦ, νά ἀναπτύξει τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγ­γελίου, νά τήν ἐκφράσει καί αὐτός, ὅπως τήν ἐκφράζει καί ὁ ποιητής, ὁ ζωγράφος, ὁ ἀρχιτέκτονας, μέ τά δικά του ὁ καθένας μέσα, ὅπως ὁ ἁπλός πιστός μέ τή ζωή του». Ἡ ἐκκλησιαστική τέχνη ἀπετέλεσε βασική συνι­στῶσα τῆς λειτουργικῆς καί μυ­στηριακῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλη­σίας, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη χριστιανική Ὁμολογία. Εἶναι χαρακτη­ριστικό ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἀναγνωρίζει τόν Θρίαμβό της στήν ἀναστήλωση ἀκριβῶς τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Ἐξίσου ἐνδεικτικά, οἱ ἔννοιες τοῦ λόγου καί τῆς εἰκόνος συνιστοῦν τίς πλέον εὐρύτατες σέ θεολογικό πεδίο.
Ὑπό αὐτή τήν ἄποψη, ὁ Χρι­στός καί σαρ­κω­μέ­νος Λό­γος τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι ὁ κα­τε­ξο­χήν καί ὄν­τως θε­ο­λό­γος, ἡ ἀρχή, τό τέλος καί τό πλήρωμα τῆς θεολογίας, ὅπως εἶναι καί ὁ τελειότε­ρος καλλιτέχνης, ἤἀριστοτέχνης, κατά τήν πατερική ἔκφραση, ὡς Κτίστης καί Δημιουργός. Ὅπως ση­μειώνει ὁ Μέγας Βασίλειος στίς Ὁμιλίες του εἰς τήν Ἑξαήμερον«ὁ κόσμος τεχνικόν ἐστι κατασκεύασμα, προκείμενον πᾶσιν εἰς θεωρίαν, ὥστε δι’ αὐτοῦ τήν τοῦ ποιήσαντος αὐτόν σοφίαν ἐπιγιγνώσκε­σθαι». Δέν πρέπει νά παραγνωρίζουμε τό γεγονός ὅτι ὀνο­μάζουμε ἀκριβῶς τή συλλογή τῆς μοναστικῆς σοφίας Φιλοκα­λία. Αὐτό συμβαίνει ἐπειδή οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί Γέροντες εἶδαν τό κάλλος τοῦ κτιστοῦ κόσμου ὡς ἔμμεση εἰκόνα καί δημιουργι­κό ἀποτέλεσμα τῶν θείων προσωπικῶν Ἐνεργειῶν, καί ταύτι­σαν τή γνώση τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐμπειρία τῆς θεωρίας τοῦ «νοη­τοῦ κάλλους» τοῦ Δεσποτικοῦ Προσώπου. Σύμφωνα μέ τίς πο­λύτιμες διδαχές τους, ἡ φυσική θεωρία, δηλαδή ἡ θεογνωσία διαμέσου τῆς κτίσεως, σέ συνδυασμό μέ τήν πρᾶξιν, δηλαδή τήν ἄσκηση, ὁλοκληρώνονται στήν Θεολογία, πού σημαίνει ἐδῶ τήν ἄμεση θέαση, ἐμπειρία καί γνώση τοῦ ἀκτίστου λόγου τῶν θείων Ἐνεργειῶν.
Ἕνα ἔργο τέχνης μαρτυρεῖ περί τοῦ προσώπου τοῦ δη­μιουργοῦ του, ὅπως καί περί τῆς ὑποστάσεως τῶν εἰκονιζο­μένων, ἄν πρόκειται γιά Ἱερά Πρόσωπα. Ἐπειδή κάτι τέτοιο ὑπερβαίνει κάθε ἀντικειμενική γνωστική προσέγγιση, γι’ αὐτό καί ἡ τέχνη ἐνεδύθηκε τόση σημασία μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἡ ἐκκλησιαστική γλώσσα δέν ἔμεινε νοησιαρχικά φιλοσο­φική, ἀλλά ἔγινε βιούμενη θεολογία ὥς ὕμνος, προσωδία, λατρεία, διάκο­σμος καί Εἰκόνα. Ἐ­πειδή ἀ­κρι­βῶς πη­γά­ζει ἀπό, καί ἀπευθ­ύνεται στόν ὅ­λον ἄν­θρωπο, ἡ τέ­χνη ὑ­πῆρξε πάν­τοτε ἡ ἀρ­τι­ώ­τερη καί πλη­ρέ­στερη ἔκ­φραση τοῦ ἀν­θρω­πί­νου λό­γου. Ὡς τέ­τοια, καθίσταται ἀ­να­πό­σπα­στο μέ­ρος τῆς Θείας Λει­τουρ­γίας καί τῶν ὑ­πο­λοί­πων ἀκολουθιῶν καί μέσῳ αὐ­τῆς συνεκφαίνον­ται οἱ ἀ­λή­θειες τῆς πί­στεως. Σχεδόν ἀπό συστάσεώς της ἡ Ἐκ­κλησία οἰ­κει­ώ­θηκε καί διαχειρί­στηκε τόν λόγο τῆς τέ­χνης σέ μιά ποι­κι­λό­τροπη καί πο­λυ­ε­πί­πεδη σημαν­τική, γιά νά ἐκ­φρά­σει τό κοινό βί­ωμα καί νά ὑ­πη­ρε­τή­σει τήν λει­τουργική, μυ­στη­ρι­ακή ζωή καί λα­τρευ­τική πράξη τοῦ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ Σώ­μα­τος. Με­τα­χει­ρί­στηκε ἀπ’ ἀρ­χῆς τήν τέ­χνη τῆς ποί­η­σης καί τοῦ μέ­λους μέ θε­ο­λο­γική ἐ­νάρ­γεια, ἀλλά καί τή γλώσσα τοῦ ζω­γρά­φου, γιά νά πεῖ τήν ἴ­δια ἀ­λή­θεια μέ τόν χρω­στήρα, καί ἐ­πί­σης αὐτή πού ἀ­πο­τυ­πώ­νει στό σχέ­διο καί στά ὑ­λικά του ὁ ἀρχιτέκτο­νας­, κα­θώς μέ αὐ­τόν τόν τρόπο ἡ καλ­λι­τε­χνική εἰ­κόνα γί­νε­ται ἔκ­φραση τῆς πίστεως καί δι­αρ­κής ἀ­να­φορά στήν Δη­μι­ουρ­γία καί τήν Ἐν­σάρ­κωση, καθώς καί τῆς προοπτικῆς τοῦ ἀνακαινισμοῦ τῶν πάντων ἐν Χριστῷ, μέσῳ τῶν ὁ­ποίων δι­και­ώ­νε­ται ἡ σύμ­πασα κτίση καί τό κάλ­λος τοῦ κό­σμου.
Αὐτή ἡ παρουσία τῆς τέχνης στή ζωή τῆς Ἐκκλη­σίας δέν περιορίζεται μόνο σέ εἰκαστικό καί ποιητικό πεδίο, ἀλλά συνί­σταται ἐξίσου στήν ἱερά διακόσμηση τῆς θείας λατρείας μέσῳ τῶν λειτουργῶν τῆς ἱερωσύνης, τήν εὐταξία τῶν ἱερῶν δρω­μένων, τήν ροή τοῦ λόγου μέσῳ τῆς προσωδίας καί τοῦ μέλους. Ἐντοπίζεται ἀκόμη καί στήν λειτουργική καί θεολογική ἀγωγή τῶν παιδιῶν καί τῶν ἐφήβων διαμέσου τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν καί τῆς ἐκπαίδευτικῆς διδασκαλίας.
Ἡ μο­να­δική αὐτή κα­τά­φαση τῆς Ὀρθοδοξίας πρός κάθε τομέα τῆς καλλιτεχνικῆς δημιουργικότητας ἀνέδειξε τήν Ἐκ­κλησία μας ὄχι μόνο σέ δημιουργό τέχνης, ἡ ὁποία σφράγισε ὁλόκληρες περιόδους τῆς ἱστορίας καί τῆς δισχιλιετοῦς ζωῆς της, ἀλλά ἐπιπλέον σέ κιβωτό τῆς κοσμικῆς κλασικῆς παιδείας, γραμματείας καί καλλιτεχνικῆς παράδοσης ἀνά τούς αἰῶνες.
Μέ ὅλους αὐτούς τούς τρόπους, Θεολογία καί Τέχνη ἀνέκαθεν ἀπετέλεσαν δύο συμπληρωματικές μεταξύ τους ἐκ­φράσεις ἑνός κοινοῦ βάθους. Ἡ καλλιτεχνική γλώσσα διατυ­πώθηκε ὡς εἰκονογραφική καί τεχνοτροπική θεολογία, ὅπως ἀντιστοίχως καί ἡ Θεολογία, ὡς ὀντολογία καί «φιλοσοφία πρώτη», ἀποτελεῖ «τέχνη τεχνῶν καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν», κατά τήν προσφιλῆ ἔκφραση τῶν σχολιαστῶν τοῦ Ἀριστο­τέλους. Γι’ αὐτό καί ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νά παρα­χαράσσεται καί νά ἀλλοιώνεται τό ἴδιο ἀπό τήν εἰκόνα ὅπως καί μέ τόν λόγο.
Οἱ Εἰκονοκλάστες ἀκριβῶς ἀντιμάχονταν τίς ἱερές ἀπει­κονίσεις, γιατί ἀδυνατοῦσαν νά συλλάβουν τό θεολογικό περιε­χόμενο τῆς εἰκόνας καί τοῦ προσώπου, καταλήγοντας μέ αὐτόν τόν τρόπο νά ἀρνοῦνται τίς ἀλήθειες τῆς ἐνανθρώπησης καί τῆς δημιουργικῆς Χάριτος τοῦ Κυρίου μας. Σέ ἀπάντηση, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός θα σημειώσει : «Οὐ προσκυνῶ τῇ ὕλῃ, προσκυνῶ δέ τόν τῆς ὕλης Δημιουργόν, τόν ὕλην δι’ ἐμέ γενόμενον καί ἐν ὅλῃ κατοικῆσαι καταδεξάμενον καί δι’ ὕλης τήν σωτηρίαν μου ἐργασάμενον, καί σέβων οὐ παύσομαι τήν ὕλην, δι’ ἧς ἡ σωτηρία μου εἴργασται». Ἡ ἴδια πεφωτισμένη μαρτυρία  θά διατυπωθεῖ περίτρανα στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπου ἀναφέρεται χαρακτηριστικά ὅτι «οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τόν ἀληθινόν Θεόν ἡμῶν, καί τούς Αὐτοῦ Ἁγίους, ἐν λόγοις τιμῶντες, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασιν, ἐν θυσίαις, ἐν ναοῖς, ἐν εἰκονίσμασι».

Πηγή: www.imchiou.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: