Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Ελεημοσύνη και πολιτική

Του ΠΑΝΟΥ ΠΙΤΣΑΚΗ Πολιτικού Επιστήμονα

Αυτές τις δύσκολες μέρες επιβάλλεται να αρχίσω αυτό εδώ το άρθρο μου με την προπατορική κραυγή του αδικοσκοτωμένου Άβελ από τον αδελφό του Κάϊν στην προσευχή του μεγάλου Γερμανοαυστριακού ποιητή των αρχών του περασμένου αιώνα, Pαϊνε Μαρία Ρίλκε (Rilke).
«Κι όμως … πριν απ’ τον πρώτο θάνατο ήρθε ο φόνος και Ραϊσαν με μιας οι ώριμοι σου κύκλοι και συνεπήρε η κραυγή, τις φωνές που μόλις ζύγωναν για να σ’ ομολογήσουν και να σε βαστάξουν, γέφυρα όλων των γκρεμνών και από τότε ό,τι ψελλίζουν κομμάτια απ’ το παλιό όνομα σου είναι.» Έτσι έγινε η πρώτη αμφισβήτηση του Θεού με τον φόνο και από τα κομμάτια του Θεού οι απόγονοι του Κάϊν ψελλίζουν σήμερα, με κάθε ευκολία, τη λέξη «ελεημοσύνη» χωρίς ν’ αντιλαμβάνονται τη σημασία της.
Θα ήταν βέβαια χειρότερο να την αντιλαμβάνονταν και να την μεταχειρίζονταν με τον ίδιο τρόπο.
Για να μη μπω στα ξένα οικόπεδα του προσδιορισμού της θεολογικής έννοιας της Ελεημοσύνης, που είναι το διάχυμα του Θείου ελέους στην ψυχή του ανθρώπου, θα παραθέσω σε μετάφραση, ενδεικτικά αποσπάσματα, από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη και θα επικεντρωθώ στη διακριτή διαφορά της, με τις έννοιες του κοινωνικού κράτους και της πολιτικής, που μου είναι οικειότερο.  
Στην Παλαιά Διαθήκη στην Έξοδο (κεφ. ΚΓ άριθ. 10-11) ο Μωυσής, με εντολή του Θεού, βάζοντας τα θεμέλια του κράτους του Θεού στην αγροτική κοινωνία των Εβραίων, επιτάσσει: «Εξ’ έτη κατά συνέχεια θα σπείρεις τους αγρούς σου και θα μαζεύεις τα γεννήματα των. Κατά το έβδομο όμως έτος θα αφήσεις αυτούς ακαλλιέργητους (σημ. αγρανάπαυση), τα δε αυτοφυή προϊόντα των αργών σου κατά το έτος τούτο θα τα φάγουν οι πτωχοί και όσα υπολειφθούν θα τα φάγουν τα άγρια θηρία. Το ίδιο πράγμα θα κάνεις και για τον αμπελώνα σου και για τον ελαιώνα σου.»
Στο Λευτικό (κεφ. 1Θ αριθ 9,10 και 13) η εντολή γίνεται πιο συγκεκριμένη: «Όταν θερίζετε τα χωράφια σας να μην κάνετε ολοκληρωτικό και πλήρη θερισμόν των αγρών σας. Τα πίπτοντα κατά τον θερισμόν στάχια δεν θα τα μαζεύεις. Την άμπελον σου δεν θα επανέλθεις να την τρυγήσεις δια δευτεραν φορά, ούτε τας ρώγας των κλημάτων σου θα συλλέξεις. Θα αφήσεις αυτά δια τον πτωχόν και τον ξένον…
Δεν θα αδικήσεις τον πλησίον σου, δεν θα αρπάσης ό,τι του ανήκει. Το ημερομίσθιο του εργατου σου δεν θα μείνει μαζί σου έως το πρωί. Θα πληρωσεις αυτόν το ίδιο βράδυ. 
Εγώ είμαι Κύριος και Θεός σας, που δίδω αυτήν την εντολήν.»
Ας προσέξει ο αναγνώστης, με πόση διακριτικότητα και φροντίδα αντιμετωπίζεται η ανωνυμία του πτωχού, κατ’ αντίθεση με τον «εντελλόμενο ελεήμονα ιδιοκτήτη του αγρού», που είναι οπωσδήποτε γνωστός, και τα επίσης φανερά προϊόντα της ελεημοσύνης που παραμένουν τα εκτεθειμένα υπολείμματα των αγρών. Απέναντι στη συνειδητή αυτή ανωνυμία, ας θυμηθεί ο αναγνώστης τις σκληρές τηλεοπτικές εικόνες των περασμένων ημερών από την απογράφη των άτυχων επιδοματούχων των Δήμων Αιγάλεω και Αθηνών, για να κατανοήσει την τεράστια διαφορά μεταξύ της χριστιανικής ελεημοσύνης και της διεκδίκησης του νόμιμου δικαιώματος του πολίτη από τα όργανα του κράτους, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την Εκκλησία στη βοήθεια των πτωχών, παρά μόνον μέσα από την θεσπισμένη υποχρέωση του Κοινωνικού Κράτους και του διαφανούς τρόπου που προβλέπει το νομικά κατεστημένο πολιτειακό σύστημα.
Η Παλαιά Διαθήκη (Λευιτ. Κερ. Α και Β) μόνο για την επίκλησης της ελεημοσύνης του Θεού επέτρεπε την δια μέσου των ιερέων δημόσια, πομπώδη και πανηγυρική τελετουργία των θυσιών και δη του αιματηρού δια καύσεως οσμών, ευωδίας, των θυσιαζόμενων ζώων ολοκαυτώματος, από το οποίο δανείσθηκε η εποχή μας τον όρο για την γενοκτονία των Εβραίων από τους Ναζί.  
Επέτρεπε ο Μωσαϊκός Νόμος και δη τη δημοσία θυσία μόνον σε αναζήτηση του Θείου ελέους και εξιλέωση των αμαρτημάτων του θυσιάζοντος, για να τονιστεί η ενοχή του αμαρτωλού και η διαπαιδαγώγηση του λαού στην ανάγκη του Θείου ελέους. Εάν πρόκειται γι’ αυτήν την ψυχική ανάγκη των πολιτικών, που μας έφεραν σ’ αυτόν τον γκρεμό, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι και πάλι λάθος σφάγιο επέλεξαν, διότι οι Γραφές θέλουν να θυσιάσουν αυτήν τη φορά τους εαυτούς των. 
Η Καινή Διαθήκη κατήργησε τις θυσίες αυτές και ξεκαθάρισε με ευαργετατο τρόπο την έννοια της πνευματικής χριστιανικής αρετής, της Ελεημοσύνης και διέστειλε αυτήν ακόμα και απ’ αυτήν την Φιλανθρωπία, που στηρίζονται στο ίδιο θεμέλιο, της χριστιανικής αγάπης. Παρέμεινε δε διακριτή από τις υποχρεώσεις του σημερινού Κοινωνικού Κράτους, που οπωσδήποτε είναι δημιούργημα αυτής της χριστιανικής επιρροής.
Δανείζομαι από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: Α) Τους μακαρισμούς του Ιησού επί του όρους (Κεφ Ε -3 και 7..3). Μακάριοι και τρισευτυχισμένοι είναι εκείνοι, που ταπεινώς συναισθάνονται την πνευματική πτωχείαν των και την εξάρτηση ολόκληρου του εαυτού των από τον Θεόν, διότι είναι δική των η βασιλεία των ουρανών. 7) Μακάριοι οι ευσπλαχνικοί και ελεήμονες που συμπονούν και ελεούν τον πασχοντα, διότι αυτοί θα ελεηθούν πλουσίως από τον Θεόν» και Β) τις υποθήκες περί ελεημοσύνης του Ιησού, που αφορούν αδιακρίτως τον πτωχόν και τον ελεήμονα στην ανωνυμία και διακριτικότητα της πράξεως (Κεφ Στ 1-4). «Προσέχετε να μην κάνετε την ελεημοσύνη σας μπροστά στα μάτια των ανθρώπων δια να σας ιδούν και να σας θαυμάσουν και να σας επαινέσουν.» Όταν λοιπόν κάνεις εσύ ελεημοσύνη, μη τη διαλαλείς παντού διασαλπίζοντας την όπως κάνουν οι υποκριτές στις συναγωγές και τους πλατείς δρόμους. 
«Σύ δε, όταν κάνεις ελεημοσύνη, να την προσφέρεις με τόση μυστικότητα, ώστε το αριστερό σου χέρι να μη μάθει το καλό που κάνει το δεξί σου. Δια να είναι έτσι η ελεημοσύνη σου μυστική και άγνωστος και ο πατήρ σου, που βλέπει και τα πλέον απόκρυφα έργα, θα σου δώσει την αμοιβή ενώπιον όλου του κόσμου.»
Από την άλλη πλευρά, με εξαίρεση το κράτος του Ελέω Θεού Βασιλιά, που εκδηλωνόταν και με τη μορφή του «Ελεήμονος βασιλιά», θυμηθείτε «το παντεσπάνι» της Μαρίας Αντουανέτας και αργότερα το μετεπαναστατικό κράτος του Στάλιν «με το δωρεάν αλεύρι στη γιαγιά από τον πατερούλη» (για το οποίο μίλησε και ο δικός μας ποιητής Γιάννης Ρίτσος (βραβείο Ειρήνης) και σε ορισμένες περιπτώσεις πολεμικού λιμού (Ούνρα κ.λπ.). Κανένα, μετά την Γαλλική επανάσταση, από τα δημοκρατικά κράτη, δεν υιοθέτησε την ελεημοσύνη ως μέσον πραγματοποιήσεως των σκοπών τον κοινωνικού Κράτους, παρ’ ότι αυτό επεκτάθηκε σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.
Τόσον η Πολιτεία όσο και η Εκκλησία διατήρησαν ως προς την ελεημοσύνη τους διακριτούς ρόλους των, για να παραμείνει, κυρίως αυτή, στην ηθική ολοκλήρωση του ελεήμονος, έχοντος και κατέχοντος, και κατ’ επέκταση στη βοήθεια του αγαπημένου του Θεού, πτωχού. Ας θυμηθούμε τη ρήση του Ιησού ότι «ευκολότερα περνά μια καμήλα από την οπή της βελόνας, παρά ο πλούσιος», που είναι το ενεργητικό υποκείμενο της ελεημοσύνης. 
Αντίθετα, στην έννοια του συγχρόνου κοινωνικού κράτους ενεργητικό υποκείμενο του δικαιώματος είναι ο πολίτης και μάλιστα ο έχων ανάγκες στη ζωή και την οικονομία, ενώ αποδέκτες της ελεημοσύνης του είναι οι «τρισευτυχισμένοι» πολιτικοί που απολαμβάνουν την ψήφο του.
Αναφέρομαι στην πραγματικότητα της μεταπολίτευσης, διότι στην προχουντική δημοκρατική περίοδο, εδώ τουλάχιστον στη Χίο, οι οπωσδήποτε ευφυέστεροι αείμνηστοι πολιτικοί μας, όχι μόνο δεν διανοήθηκαν την ελεημοσύνη, ως μέσο πολιτικής επιβολής, αλλά, όπ ως είναι γνωστόν, υπηρέτησαν ταπεινά τους «ελεήμονες--ψηφοφόρους των» μεταφέροντας και αυτά ακόμη τα ούρα των για ανάλυση στα Αθηναϊκά νοσοκομεία! 
Ασφαλώς επρόκειτο για στρέβλωση της πολιτικής αλλά λιγότερο βλαπτικής από την συμπεριφορά του «ελεήμονος πολιτικού» και μάλιστα με χρήματα που ανήκουν στον πολίτη, διότι αναιρεί τη δομή της σχέσης τους στην πολιτική, καθώς ανατρέπει το βάθρο του κυρίαρχου πολίτη υπέρ του υπηρέτη της πολιτικής, πολιτικού. Το να «ζητιανεύει» ο πολιτικός την ψήφο του πολίτη είναι μέσα στο θεμιτό παιχνίδι της δημοκρατίας. Το αντίθετο, να ζητιανεύει ο πολίτης και να ελεεί ο πολιτικός, είναι καταστροφή και για τους δυο.
Το ανησυχητικό αυτό, νέο φαινόμενο που είδαμε πρώιμα στη Χίο και δρομολογείται συστηματικά από κρατικούς φορείς, σε δημοτικά παντοπωλεία, επέκταση των συσσιτίων έξω από τα ιδρύματα του Δήμου, χωρίς διαφάνεια και χωρίς διακριτικότητα, με προετοιμασία μάλιστα νομοθετικής επέκτασης σε ολόκληρη την Ελλάδα, είναι φανερό ότι σκοπεύει, από αγνωσία και ανιστόρητη πρόθεση, να καλύψει τις χαίνουσες πληγές του μεταπολιτευτικού απαξιωμένου πολιτικού συστήματος, που, αν τα καταφέρει να επιβληθεί, με τέτοια μέσα, στην ιερή περιοχή της ελεημοσύνης, θα είναι, κατά τη γνώμη μας, η «εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης» που θα έχει τρώσει βαθύτερα την ελληνική κοινωνία στην πιο ευαίσθητη πνευματική της υπόσταση. Ας θυμηθούμε εδώ «το ελεήστε τον αόμματον» του αξέχαστου Μίμη Φωτόπουλου και τους χιλιάδες «αόμματους επιδοματούχους» που ψάχνουμε ακόμη να βρούμε μαζί με την Τρόικα! 
Η ελεημοσύνη είναι αποκλειστική περιοχή της Εκκλησίας και εργαλείο της είναι η αγάπη στον πραγματικά αναξιοπαθούντα συνάνθρωπο. Γίνεται με τους κανόνες που γνωρίζει η Εκκλησία με θέλημα Θεού και φόβο Θεού.Τόσο ιερά και τόσο απλά! Η πολιτεία διαθέτει στο θεσμοθετημένο ρόλο της μέσα, να πράξει το καθήκον της στη βοήθεια του πολίτη. 
Κάθε παρέκκλιση προς την Ελεημοσύνη, στα πλαίσια της Κρατικής περιοχής, όχι μόνο θα είναι εκ του πονηρού, αλλά θα δημιουργήσει και αθέλητες παρενέργειες στην κοινωνία και το έθνος. 
Για να τιμήσουμε και την εόρτιον 100ετηριδα του ελεύθερου βίου μας, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι το έργο έχει ξαναπαιχτεί από τους πολιτικούς μετά τη Μικρασιατικη καταστροφή, με την εσκεμμένη και δόλια «ελληνοτουρκική φιλιά», που ποτέ, όπως θα έπρεπε, δεν έγινε αληθινή, γιατί στη φιλία χρειάζονται δυο και την εισέπραττε ο λαός μας και την εισπράττει ακόμη σαν «ηττοπάθεια», που καλλιεργείται από τους πολιτικούς για μικροκομματικούς λόγους. Ευτελίσθηκε η «φιλία» αυτή σε παραλλαγή στη λέξη «συνωστισμός» που ακούσαμε τα τελευταία χρόνια για το μακελειό της Σμύρνης και ξεσηκώθηκε το πανελλήνιο. Κατά τη γνώμη μας αυτή η παραλλαγή συνιστά και τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της «ελληνοτουρικής φιλίας» πού επιβάλει να αρχίσουνε μια πιο αληθινή και εθνικά αξιοπρεπή προσέγγιση της φιλίας.
Νέοι ιστορικοί, οι περισσότεροι από τον πολύπαθο Πόντο της Μικρας Ασίας, που αποτελούν ήδη σοβαρή ιστορική σχολή, ξαναδιαβάζουν την ιστορία της Μικρασιατικής Καταστροφής και γκρεμίζουν τα σύμβολα της υποκρισίας, της ηττοπάθειας και της μικροπολιτικής. Βάζουν φρένο στην εκμετάλλευση του δυσπραγησάντος λαού της Μ. Ασίας, του πιο ιερού, σήμερα, κύματος της ελληνικής κοινωνίας, της προσφυγιάς, ενώ η πρόσφατη απόφαση του Άρειου Πάγου ακυρώνει αμετάκλητα από την δικαιϊκή της επένδυση «την εκτέλεση των έξι», θυμάτων της μισολοδοξίας εκείνων των ημερών. Τοποθετεί την πράξη στο παραδειγματικό βάθρο του πολιτικού σφάλματος, για το οποίο η Γαλλική Επανάσταση, δια στόματος του Φουσέ, διαβάθμισε τις αθλιότητες της «γκιλοτίνας» πάνω και από το κοινό έγκλημα. «Αυτό είπε, είναι χειρότερο είναι πολιτικό σφάλμα» Ενώ μια νέα ηττοπάθεια και κατήφεια αντίστοιχη της Μικρασιατικης είναι προ των πυλών με την κρίση, η Χίος, όπως έχω γράψει σε προηγούμενο άρθρο μου, πρέπει να αλλάξει ρότα. Να συνδεθεί με το μεγαλειώδες παρελθόν της, όχι της ελεημοσύνης, αλλά της δημιουργικής φιλανθρωπίας, με τη συμβολή της εκκλησιάς, των πολιτικών και της κοινωνίας. Πρέπει να βγάλουμε ιδιαίτερα τους απόδημους Χίωτες από την κατάθλιψη αυτών που ακούν και βλέπουν για την αγαπημένη τους Χίο με σχέδιο και αισιοδοξία 

Πηγή: Εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ (8/3/2012)

Δεν υπάρχουν σχόλια: