Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Η ΕΝ ΧΡΙΣΤῼ ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΠΕΠΤΩΚΥΙΑΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν  κ. ΜΑΡΚΟΥ
 «Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, Κυ­ρια­κῇ πρώ­τῃ τῶν Νη­στει­ῶν,
ἀ­νά­μνη­σιν ποι­ού­με­θα τῆς ἀ­να­στη­λώ­σε­ως
τῶν ἁ­γί­ων καί σε­πτῶν εἰ­κό­νων,
γε­νο­μέ­νης πα­ρά τῶν ἀ­ει­μνή­στων
Αὐ­το­κρα­τό­ρων Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως
Μι­χα­ήλ καί τῆς μη­τρός αὐ­τοῦ Θε­ο­δώ­ρας,
ἐ­πί Πα­τρι­αρ­χεί­ας τοῦ ἁ­γί­ου καί ὁ­μο­λο­γη­τοῦ Με­θο­δί­ου» 

Μέ τούς λό­γους αὐ­τούς ὁ ἱ­ε­ρός Συ­να­ξα­ρι­στής, πη­γή γρα­πτή, ἄ­με­σος τῆς φι­λο­λο­γι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας τῶν Βυ­ζαν­τι­νῶν χρό­νων, ὁ­ρί­ζει, προσ­δι­ο­ρί­ζει καί κα­θο­ρί­ζει τό ἱστορικό πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ση­με­ρι­νοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ.
Σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με τό «πα­τρο­πα­ρά­δο­τον σέ­βας», σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με τήν «Μη­τέ­ρα εὐ­σέ­βειαν».
Γεν­νᾶ­ται, ὅ­μως, εὔ­λο­γο τό ἐ­ρώ­τη­μα: Για­τί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ὁ ἀ­κλό­νη­τος στῦ­λος καί τό ἀ­πε­ρί­σει­στο ἑ­δραί­ω­μα τῆς ἀ­λη­θεί­ας, ὅ­ρι­σε ὡς ἑ­ορ­τα­σμό πού ὑ­πο­στα­σιά­ζει τήν ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α καί πί­στη τό γε­γο­νός τῆς δι­α­κη­ρύ­ξε­ως γιά τήν ἀ­να­στή­λω­ση καί τι­μη­τι­κή προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων, τόσο ἀ­πό τήν ἐν Νικαίᾳ ἁ­γί­α Ζ´ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο, πού ἡ καταληκτήρια συνεδρία της ἔ­λα­βε χώ­ρα στή Βα­σι­λεύ­ου­σα, τήν «τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πό­λιν», τό πα­λά­τιον τῆς Μα­γναύ­ρας τό 787 καί «εἰ­ρή­νευ­σεν ἡ τοῦ Θε­οῦ Ἐκ­κλη­σί­α, εἰ καί ὁ ἐ­χθρός τά ἑ­αυ­τοῦ ζι­ζά­νια ἐν τοῖς ἰ­δί­οις ἐρ­γά­ταις σπεί­ρειν οὐ παύ­ε­ται», ὅσο καί ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 843 ;
Για­τί δέν ἐ­πε­λέ­γη ἡ ἑ­ορ­τή τῶν Χρι­στου­γέν­νων, ἡ μη­τρό­πο­λη αὐτή τῶν ἑ­ορ­τῶν;
Για­τί δέν προ­ε­κρί­θη ἡ λαμ­προ­φό­ρος Ἀ­νά­στα­ση, «ἑ­ορ­τῶν ἑ­ορ­τή καί πα­νή­γυ­ρις πα­νη­γύ­ρε­ων»;
Για­τί δέν ὁ­ρί­σθη ἡ ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή Πεν­τη­κο­στή;
Ἡ ἀ­πάν­τη­ση δί­δε­ται ἀ­πό τήν βα­θύ­τε­ρη ὀν­το­λο­γι­κή ἑρ­μη­νεί­α τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ ὅ­ρου «ἀ­να­στή­λω­ση τῶν εἰ­κό­νων», πού πέ­ραν καί πά­νω ἀ­πό ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ἱ­στο­ρι­κό γε­γο­νός τοῦ «νῦν» τῆς τε­λέ­σε­ώς του, συ­νι­στᾶ ἕ­να αἰ­ώ­νιο θε­όσ­δο­το χά­ρι­σμα στό «ἀ­εί» τῆς ἐπενεργείας του.
Μέ τήν παν­σο­φί­α, τήν παν­το­δυ­να­μί­α καί τήν πα­να­γα­θό­τη­τα ἡ Τρι­σή­λιος Θε­ό­τη­ς ἐ­ποί­η­σε «πάν­τα ὁ­ρα­τά­ τε καί ἀ­ό­ρα­τα». Μέ­σος τοῦ φυ­σι­κοῦ καί πνευ­μα­τι­κοῦ κό­σμου ἐ­δη­μι­ουρ­γή­θη ὁ ἄν­θρω­πος, ἡ κα­τα­κλείς καί κο­ρω­νίς τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας. Τήν ὑ­πέ­ρο­χη ἐν τῷ κό­σμῳ θέ­ση του ἐμ­φαί­νει ἰ­δαιτέρως ὁ δι­α­φέ­ρων τρό­πος, κατά τόν ὁποῖο ἐ­δη­μι­ουρ­γή­θη.
Ὁ Θε­ός, κατά τή χριστιανική κοσμογονία, δι­α­βου­λεύ­ε­ται πρός τόν Ἑ­αυ­τόν Του γιά τήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. «Καί εἶ­πεν ὁ Θε­ός : ποι­ή­σω­μεν ἄν­θρω­πον κατ᾿ εἰ­κό­να ἡ­με­τέ­ραν καί καθ᾿ ὁ­μοί­ω­σιν».
Ἡ ἔν­νοι­α τοῦ «κατ᾿ εἰ­κό­να» (i­m­a­go D­ei) ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν «ἔ­σω ἄν­θρω­πον», δι­ό­τι ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἀ­σχη­μά­τι­στος, ἄ­φθαρ­τος καί ἀ­σώ­μα­τος. Αὐ­τό συ­νί­στα­ται στή λο­γι­κό­τη­τα, μέ τήν ὁ­ποί­α ὁ Δη­μι­ουρ­γός ἐ­προί­κη­σε τήν πνευ­μα­τι­κή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που καί στό ἀ­πα­ραί­τη­το συμ­πλή­ρω­μά της, τό αὐ­τε­ξού­σιον, μέ τό ὁ­ποῖο ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­νά­γε­ται  σέ προ­σω­πι­κό­τη­τα ἠ­θι­κή, ἐ­πι­δε­κτι­κή πά­σης προ­ό­δου καί δυ­να­μέ­νη νά κα­τα­στεῖ «κοι­νω­νός θεί­ας φύ­σε­ως».
Τό «καθ᾿ ὁ­μοί­ω­σιν», κατά τούς Ἁ­γί­ους καί Θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες, εἶ­ναι ὁ τε­λι­κός ὑ­παρ­κτι­κός στό­χος τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­θί­στα­ται ἐ­φι­κτός διά τῆς προ­σοι­κει­ώ­σεως τῆς ἁ­γι­ό­τη­τος, ὄ­χι βί­ᾳ καί ἀ­νάγ­κῃ ἀλ­λά αὐ­το­προ­αι­ρέ­τως καί ἐ­λευ­θέ­ρως.
Με­τά τήν πτώ­ση, «πα­ρα­κού­σας ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ, τοῦ κτί­σαν­τος αὐ­τόν καί τῇ ἀ­πά­τῃ τοῦ ὄ­φε­ως ὑ­πα­χθείς, νε­κρω­θείς τοῖς οἰ­κεί­οις αὐ­τοῦ πα­ρα­πτώ­μα­σιν», ἀ­πώ­λε­σε τήν χά­ρη πού τόν δι­α­κρα­τοῦ­σε στήν προπτωτική κατάσταση μέ τήν δυ­να­τό­τη­τα τῆς ἀ­να­μαρ­τη­σί­ας (p­o­s­se n­on p­e­c­c­a­ri) καί τῆς ἀ­θα­να­σί­ας (p­o­s­se n­on m­o­ri), δι­ε­τή­ρη­σε, ὅ­μως, τό «κατ᾿ εἰ­κό­να» ἀ­μαυ­ρω­μέ­νο καί τραυ­μα­τι­σμέ­νο, ἀλ­λά ὄ­χι νε­κρό καί ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα ἀ­χρει­ω­μέ­νο. «Εἰ­κών εἰ­μί τῆς ἀρ­ρή­του δό­ξης σου εἰ καί στίγ­μα­τα φέ­ρω πται­σμά­των».
Ἐ­πει­δή ὁ Δη­μι­ουρ­γός, «Θε­ός ἐ­λέ­ους, οἰ­κτιρ­μῶν καί φι­λαν­θρω­πί­ας ὑ­πάρ­χει», «οὐκ ἀ­πε­στρά­φη τό πλά­σμα Του εἰς τέ­λος, ὅ ἐ­ποί­η­σεν ὁ ἀγαθός, οὐ­δέ ἐ­πε­λά­θετο ἔρ­γου χει­ρῶν Του» ἀλλά ἀντίθετα πρός τό «ἀεί κινοῦν ἀκίνητον» τοῦ Ἀριστοτέλους, «ἐ­πί τῆς γῆς ὤ­φθη, μορ­φήν δού­λου λα­βών, σύμ­μορ­φος γε­νό­με­νος τῷ σώ­μα­τι τῆς τα­πει­νώ­σε­ως ἡ­μῶν, ἵνα ἡμᾶς συμ­μόρ­φους ποι­ή­σῃ τῆς εἰ­κό­νος τῆς δό­ξης Αὐ­τοῦ». Ἐκ τῆς ὑ­πο­στα­τι­κῆς ἑ­νώ­σε­ως τῆς θεί­ας καί ἀν­θρω­πί­νης φύ­σε­ως στό ἑ­νια­ῖο πρό­σω­πο τοῦ Λό­γου, ἡ «κατ᾿ εἰ­κό­να Θεοῦ πλα­σθεῖ­σα ἡ­μῖν ὡ­ραι­ό­της» ἐ­ξυ­ψώ­θη ὅ­σον πο­τέ ἄλ­λο­τε καί κα­τέ­στη «κοι­νω­νός θεί­ας φύ­σε­ως». Αὐ­τή ἡ ἀ­να­στή­λω­ση τοῦ πε­πτω­κό­τος ἀν­θρώ­που συ­νι­στᾶ τήν οὐ­σί­α τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ως. «Ὅ­θεν, ὁ τοῦ Θε­οῦ Λό­γος, δι᾿ ἑ­αυ­τοῦ πα­ρε­γέ­νε­το, ἵν᾿ ὡς εἰ­κών ὤν τοῦ Πα­τρός τόν κατ᾿ εἰ­κό­να ἄν­θρω­πον ἀ­να­κτί­σαι δυ­νη­θῇ» (Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σιος). Ἀ­πό αὐ­τό κα­θί­στα­ται σα­φές για­τί οἱ Πα­τέ­ρες, στίς εἰ­κο­νο­κλα­στι­κές πλά­νες, εἶ­δαν ἀ­κρι­βῶς μί­α ἀ­κύ­ρω­ση τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τῆς Σω­τη­ρί­ας, κα­θώς ἡ μή δυ­να­τό­της ἐ­ξει­κο­νί­σε­ως τοῦ ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τος Υἱ­οῦ καί Λό­γου τοῦ Θε­οῦ κα­θι­στοῦ­σε τό Μυ­στή­ριο τῆς Πα­λι­γεν­νε­σί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που δο­κη­τι­κή φε­νά­κη.
Γιά αὐτό ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α εἶ­ναι μί­α πο­ρεί­α «ἐν και­νό­τη­τι ζω­ῆς». Ὁ πι­στός ἔ­χει τήν δυ­να­τό­τη­τα μιᾶς μο­να­δι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας τοῦ ζῶν­τος καί προ­σω­πι­κοῦ Θε­οῦ. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, κα­τευ­θυ­νο­μέ­νη ὑ­πό τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, συ­νε­χί­ζει καί ἀ­να­νε­ώ­νει τό σω­τή­ριο καί ἀ­πο­λυ­τρω­τι­κό ἔρ­γο τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ, πού μᾶς βο­η­θεῖ νά φθά­σου­με στή μέ­θε­ξη τῆς μυ­στη­ρια­κῆς ζω­ῆς τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρέ­πει νά «μορ­φω­θῇ ἐν ἡ­μῖν». Μέ τή μέ­θε­ξη αὐ­τή ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται ἡ εἴ­σο­δος καί ἡ ὀρ­γα­νι­κή ἔν­τα­ξη στήν ἐ­σχα­το­λο­γι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ κό­σμου, ὁ ὁ­ποῖ­ος και­νο­ποι­εῖ­ται.
Σ᾿ αὐ­τή τήν «νέ­αν κτί­σιν» ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται τό «κατ᾿ εἰ­κό­να» μέ τήν ἐ­πι­τυ­χῆ πο­ρεί­α πρός τό «καθ᾿ ὁ­μοί­ω­σιν», ἐ­κλαμ­πρύ­νε­ται τό πρό­σω­πο, πού κλεί­νει μέ­σα του τήν ἔν­νοι­α τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ἕ­να νέ­ο καλ­λι­τέ­χνη­μα θεί­ου κάλ­λους καί ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται τά δη­μι­ουρ­γι­κά χα­ρί­σμα­τα. Ἡ ἀ­νά­στα­ση τοῦ πε­πτω­κό­τος ἀν­θρώ­που, ἡ ἀ­να­στή­λω­ση τῆς ἐν τῷ προ­σώ­πῳ τοῦ ἀν­θρώ­που εἰ­κό­νος τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι ἡ ἐκ νέ­ου ἔν­τα­ξή του στή θεί­α ζω­ή. Σ᾿ αὐ­τή τήν κα­τά­στα­ση τῆς ἀ­θά­να­της ζω­ῆς προ­ο­δεύ­ει ἡ βού­λη­ση, θε­ώ­νε­ται τό πρό­σω­πο, ἀ­φοῦ ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται στό φῶς τοῦ θεί­ου κάλ­λους.
Ἡ Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α εἶ­ναι ἡ ἐ­νερ­γο­ποί­η­ση τοῦ νέ­ου αἰ­ῶ­νος μέ­σα στά το­πι­κά καί χρο­νι­κά πλαί­σια τοῦ πα­λαι­οῦ, ἡ δι­α­κή­ρυ­ξη τοῦ ἐρ­χο­μέ­νου αἰ­ῶ­νος μέ­σα στόν νῦν αἰ­ῶ­να. Μέ­σα στή Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος Πι­στός κα­ταλ­λάσ­σε­ται μέ τόν ἑ­αυ­τό του «ἐν εἰ­ρή­νῃ τοῦ Κυ­ρί­ου δε­η­θῶ­μεν», κα­ταλ­λάσ­σε­ται μέ τόν Θε­ό «ὑ­πέρ τῆς ἄ­νω­θεν εἰ­ρή­νης», καί κα­ταλ­λάσ­σε­ται μέ τούς ἀ­δελ­φούς του «ὑ­πέρ τῆς εἰ­ρή­νης τοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου».
Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἔ­χει δι­ά­στα­ση εὐ­χα­ρι­στια­κή. Τό δεύ­τε­ρο συν­θε­τι­κό τῆς λέ­ξε­ως, ἡ λέ­ξη «δό­ξα» πέ­ρα τῆς ὑ­πο­κει­με­νι­κῆς ἀν­τι­λή­ψε­ως πε­ρί ἑ­νός δε­δο­μέ­νου ἀν­τι­κει­μέ­νου, ἔ­χει καί λα­τρευ­τι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα. Ἡ σλα­βι­κή με­τά­φρα­ση τῆς λέ­ξε­ως διά τοῦ ὅ­ρου "P­r­a­v­o­s­l­a­v­i­je" ση­μαί­νει κατ᾿ ἐ­ξο­χή τήν «ὀρ­θή δο­ξο­λο­γί­α». Με­τα­ξύ «ὀρ­θῆς γνώ­μης» καί «ὀρ­θῆς δο­ξο­λο­γί­ας» δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρά, ὅ­ταν ὡς «γνώ­μη» νο­εῖ­ται ἡ ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ ἀ­πο­κε­κα­λυμ­μέ­νη γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἀ­ναγ­καί­ως συ­ναρ­πα­γή, ἡ σώ­ζου­σα συ­ναρ­πα­γή ἀ­πό τό Ὑ­περ­βα­τι­κό, ἡ αὐ­θεν­τι­κή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που, τό γε­γο­νός τῆς σω­τη­ρί­ας του.
Ἔ­τσι ὁ λει­τουρ­γι­κός χα­ρα­κτή­ρας τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας δέν εἶ­ναι ἕ­να ἁ­πλό «συμ­βε­βη­κός». Εἶ­ναι ἡ ἀ­να­γω­γή τοῦ ἀν­θρώ­που πρός τήν κα­τα­ξί­ω­σή του, στό χῶ­ρο τῆς προσ­εγ­γί­σε­ως τοῦ Θε­οῦ. Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη λει­τουρ­γί­α εἶ­ναι δια­ρκής ὑ­πέρ­βα­ση τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που, ἀ­κα­τά­παυ­στη ἀ­να­στη­λω­τι­κή κί­νη­ση τῆς εἰ­κό­νος πρός τό ἀρ­χέ­τυ­πον, «ἄ­νω σχῶ­μεν τόν νοῦν καί τάς καρ­δί­ας» (Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος). Στό­χος αὐ­τῆς τῆς κι­νή­σε­ως ἡ πρό­σβα­ση στό ἐ­σχα­το­λο­γι­κό τέ­λος τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη ἄ­σκη­ση, πού καλ­λι­ερ­γεῖ­ται στό ὅ­λον τῆς λει­τουρ­γι­κῆς ζω­ῆς εἶ­ναι ἡ ὑ­πέρ­βα­σις κά­θε ἁ­μαρ­τω­λῆς ἐν­δο­κο­σμι­κῆς ἀ­νέ­σε­ως πού ἀλ­λο­τρι­ώ­νει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τήν οὐ­σί­α του. Ὁ ὀρ­θό­δο­ξος ἄν­θρω­πος ἐ­πι­τε­λεῖ τήν οὐ­σί­α του, τήν ὕ­παρ­ξή του, μέ τόν ἀ­γῶ­να του γιά τή σω­τη­ρί­α τοῦ κό­σμου.
Ὁ ἄν­θρω­πος μέ τό ὀρ­θό­δο­ξο ἦ­θος, ὁ ἅ­γιος, δέν συμ­πί­πτει μέ τόν θρη­σκει­ο­φαι­νο­με­νο­λο­γι­κό τύ­πο τοῦ – καί ἐ­κτός Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­κμά­ζον­τος – θρη­σκευ­όν­τος ἀν­θρώ­που (h­o­mo r­e­l­i­g­i­o­us). Ἡ ὀρ­θο­δο­ξί­α εἶ­ναι ἡ κοι­νω­νί­α τοῦ Θε­οῦ, ἡ αὐ­θεν­τι­κό­της, ἡ ἁ­γι­ό­της, ἡ κα­θο­λι­κό­της τοῦ ἀν­θρώ­που.
Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α λοι­πόν δέν εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο, μέ τό ὁ­ποῖ­ο ἡ γῆ κα­το­πτεύ­ει ἕ­να τμῆ­μα τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ, ἀλ­λά εἶ­ναι ἡ μυ­στι­κή κλί­μαξ τῶν ἀγ­γέ­λων, πού κα­τα­βαί­νουν ἐκ τοῦ «ἀ­νε­ῳ­γό­τος» οὐ­ρα­νοῦ καί ἀ­να­βαί­νουν σ᾿ αὐ­τόν. Εἶ­ναι, κα­τά τό Μέ­γα Φώ­τιο, τό θαυ­μά­σιο ἐ­κεῖ­νο πορ­θμεῖ­ο πού συ­νε­νώ­νει τά οὐ­ρά­νια μέ τά ἐ­πί­γεια ἀ­κρο­γιά­λια. Τό πορ­θμεῖ­ο αὐ­τό ἔρ­χε­ται ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί «δι­α­πορ­θμεύ­ει ἡ­μῖν τήν ἐ­κεῖ­θεν ἀ­γα­θο­ει­δῆ καί θεί­αν εὐ­μέ­νειαν», γιά νά ἀ­κο­λου­θεῖ στή συ­νέ­χεια πα­λιν­δρο­μι­κή, μυ­στα­γω­γι­κή καί ἀ­να­γω­γι­κή πο­ρεί­α, ἀ­νά­γον­τας, ἀ­νυ­ψώ­νον­τας καί ἀναστηλώνοντας τήν πε­πτω­κυῖ­α εἰ­κό­να τῆς ἀρ­ρή­του δό­ξης ἐκ τῆς γῆς στόν οὐ­ρα­νό.
Ἡ ἀ­νύ­ψω­ση αὐ­τή συν­τε­λεῖ στό νά γευ­ό­με­θα τίς δω­ρε­ές τῆς ἀ­κτί­στου καί θε­ο­ποι­οῦ χά­ρι­τος, νά με­τέ­χου­με τῶν ἀ­κτί­στων καί με­θε­κτῶν θεί­ων ἐ­νερ­γει­ῶν καί νά κα­το­πτεύ­ου­με τό θα­βώ­ρει­ο φῶς «τό μό­νον τῆς κε­κα­θαρ­μέ­νης καρ­δί­ας ἐ­πί­χα­ρι καί πα­νί­ε­ρον θέ­α­μα». Σ’ αὐ­τή τή συ­νε­χῆ δι­α­λε­κτι­κή σχέ­ση οὐ­ρα­νοῦ καί γῆς, σ’ αὐ­τή τήν ἀ­δι­ά­κο­πη πα­λίν­δρο­μη κί­νη­ση, ἐκ τῶν ἄ­νω πρός τά κά­τω καί τήν ἀναστηλωτική ἐκ τῶν κά­τω πρός τά ἄ­νω, βρί­σκε­ται ἡ πεμ­πτου­σί­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.

Ομιλία Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Χίου κ. Μάρκου την Κυριακή της Ορθοδοξίας 4/3/2012

Πηγή: www.imchiou.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: