Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Απάντηση Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών στον Γ.Γ. Θρησκευμάτων

Παρακάτω ακολουθεί επιστολή - απάντηση προς τον Γενικό Γραμματέα Θρησκευμάτων κ. Καλαντζή, από την Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών.

Η Επιστολή έχει ως εξής:

Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμε,

Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αρχιερείς,

Η Διοικούσα Επιτροπή της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών κατά τη συνεδρίαση αυτής την 6-3-2012 λαβούσα υπόψη την με αριθ. πρωτ. 140/1-2-12 επιστολή του Γενικού Γραμματέα Θρησκευμάτων κ. Γ. Καλαντζή προς τον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου και το συνοδεύον αυτήν ανώνυμο σημείωμα ατύπου!

Ομάδας Εργασίας, που είχατε την πρόνοια να μας διαβιβάσετε με το υπ’ αριθ. 559/17-2-12 διαβιβαστικό έγγραφο του Αρχιγραμματέως της Ιεράς Συνόδου, Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Διαυλείας, κατόπιν διεξοδικής συζητήσεως, αποφάσισε, ομόφωνα, να διατυπώσει γραπτώς και επισημάνει τα ακόλουθα:

1. Η εν λόγω Επιστολή του κ. Γενικού Γραμματέως στερείται των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δημοσίου εγγράφου, αφού: α) ο ίδιος υπογράφει μόνο με το ονοματεπώνυμό του και όχι με την ιδιότητά του ως ο Γενικός Γραμματέας Θρησκευμάτων, όπως προβλέπεται στα Δημόσια έγγραφα, β) δεν υπάρχει καμία εσωτερική διανομή ή όνομα αρμοδίου συντάκτη του εγγράφου γ) δεν κοινοποιείται (i) στον καθ’ ύλη αρμόδιο Αναπλ. Υπουργό ΠΔΒΜΘ, στη δικαιοδοσία του οποίου ανήκει η εποπτεία των Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών, ούτε (ii) στον Ενιαίο Διοικητικό Τομέα Ανωτάτης Εκπαίδευσης, ούτε καν (γεγονός που δεν μας αφορά) (iii) στη Γενική Δ/νση ή (iv) στα αρμόδια Τμήματα των Θρησκευμάτων κατά το μέρος που τα αφορά ως προς την Β/βάθμια Εκκλ/κή Εκπ/ση.

Πρόκειται, συνεπώς για απλή προσωπική επιστολή με αμφισβητήσιμο κύρος και ισχύ τόσο κατά το μέρος που αφορά στις αρμοδιότητες του κ. Γενικού Γραμματέα Θρησκευμάτων επί των Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών – καθόσον είναι αναρμόδιος- όσο και λόγω της αποδοχής ανεπέρειστων συμπερασμάτων άτυπης Ομάδας Εργασίας, τα οποία τη συνοδεύουν. Με βάση τα παραπάνω, φρονούμε ότι κακώς εδόθησαν οι όποιες διαστάσεις επισημότητας στο συγκεκριμένο κείμενο.

2. Η επίκληση συμπερασμάτων άτυπης Ομάδας Εργασίας εγείρει ερωτήματα σχετικά με την προέλευση, την ταυτότητα και τη σύνθεση της Ομάδας αυτής, τους λόγους συγκροτήσεώς της, τη μεθοδολογία που αυτή ακολούθησε για τη εξαγωγή των συμπερασμάτων, στα οποία κατέληξε, και τη μη αναφορά της, τουλάχιστον για το τμήμα των συμπερασμάτων της που αφορά στις Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες, στον αρμόδιο Αναπληρωτή Υπουργό Π.Δ.Β.Μ.Θ. κ. Κ. Αρβανιτόπουλο.

Ποιά είναι αυτή η άτυπη Ομάδα –εργασίας της οποίας τα ανυπόγραφα συμπεράσματα υιοθετούνται από τον κ. Γ. Γρ. Θρησκευμάτων; Δεν νοείται τέτοιου είδους επιστολογραφία στα Δημόσια Έγγραφα, διότι η Δημόσια Διοίκηση δεν επικοινωνεί με τα ΝΠΔΔ, με non-paper. Εάν λάμβανε παρόμοιο έγγραφο η Σχολή μας, αυτό θα επιστρεφόταν πάραυτα στους συντάκτες του.

Ουδέποτε στα χρονικά της Δημόσιας Διοίκησης έχει υπάρξει άτυπη Ομάδα Εργασίας της οποίας τα μέλη αποφαίνονται με ανυπόγραφο κείμενο για φορέα στον οποίο δεν έχουν αρμοδιότητα.

Ποιοί είναι άραγε οι λόγοι ορισμού της άτυπης και άγνωστης στους ενδιαφερόμενους Ομάδας Εργασίας; Με ποιά αφορμή και από ποιόν λήφθηκε η απόφαση συγκροτήσεώς της; Από ποιά μέλη απαρτίστηκε, με ποιά κριτήρια επελέγησαν και ποιό πρόσωπο προήδρευσε; Γιατί δεν συμμετείχαν στελέχη των Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών, τα οποία ποτέ έως σήμερα δεν έχουν ερωτηθεί για το μέλλον των Ακαδημιών και ουδέποτε έχουν συμμετάσχει σε ανάλογες συζητήσεις;

Γιατί συνήλθε υπό την αιγίδα της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων – αφού αυτή είναι αναρμόδια για θέματα των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών και ποιά εντέλει η σκοπιμότητα του κ. Γραμματέως; Πόσες φορές συνεδρίασαν τα μέλη της; Τηρήθηκαν πρακτικά των συνεδριάσεών της; Έλαβαν τα μέλη της σχετική αποζημίωση; Γνωρίζει ο κατεξοχήν αρμόδιος για τις Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες - Αναπληρωτής Υπουργός ΠΔΒΜΘ την ύπαρξη αυτής της άτυπης Ομάδας Εργασίας;

3. Η υφιστάμενη αντίφαση μεταξύ της προσωπικής επιστολής του κ. Γ. Καλαντζή ως προς το σημείο που αναφέρει ότι: «Το ζήτημα δεν είναι, ως εκ τούτου, οικονομικό/υλικό όσο κι αν εκ πρώτης όψεως λόγω της συγκυρίας φαίνεται ως τέτοιο, αλλά βαθιά ποιοτικό» (σελ. 2) και των συμπερασμάτων, τα οποία αναφέρονται αποκλειστικώς σε οικονομικής φύσεως ζητήματα, καθώς, επίσης, το γεγονός ότι στην ίδια σελίδα της επιστολής του προς τον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου αναφέρεται ότι: «…θα ήταν χρήσιμη η συγκρότηση μιας κοινής, ολιγομελούς, επιτροπής στην οποία θα διεξαχθεί η προαναφερόμενη συζήτηση (της ατύπου ομάδας) ώστε να υπάρξει εισήγηση προς την Επιτροπή για τη μελέτη και επίλυση των θεμάτων της Εκκλησίας της Ελλάδος (ΦΕΚ Σύστασης Επιτροπής 963β/24-5-2011)» αποκαλύπτει τις αληθείς προθέσεις του κ. Γ.Γρ. Θρησκευμάτων και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τόσο σοβαρά ζητήματα, όπως αυτό της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης.

4. Τα συμπεράσματα της άτυπης Ομάδας Εργασίας, όπως προελέχθη, είναι ανεπέρειστα. Και τούτο συμβαίνει διότι για την εξαγωγή τους ακολουθήθηκε απαράδεκτη μεθοδολογία, αφού χρησιμοποιήθηκαν ανακριβή στοιχεία, μάλιστα δε, κατά τρόπο επιλεκτικό ή και παράδοξο.

Είναι ενδεικτικό ότι αναφέρεται πως οι πραγματικοί φοιτητές των τεσσάρων Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών σύμφωνα με στοιχεία από το σύστημα «Εύδοξος» συνολικά ανέρχονται σε μόλις 535, υπολογίζοντας δε ότι ανά Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία αντιστοιχούν 134 φοιτητές, συνυπολογίζει το κόστος ανά φοιτητή στις 5000 ευρώ. Ουδέν ανακριβέστερο. Η Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών μόνο έχει στο δυναμικό της 1002 φοιτητές (σύμφωνα με το Πιστοποιημένο από το ΥΠΔΒΜΘ Πρόγραμμα «Έπαφος»).

Επειδή ως βάση υπολογισμού τίθεται ο αριθμός που προκύπτει από το σύστημα διανομής συγγραμμάτων «Εύδοξος», επισημαίνεται ότι 309 φοιτητές δεν δικαιούνται συγγράμματα, ήτοι: οι 134 φοιτητές παρελθόντων ετών, οι οποίοι, μάλιστα, τα έχουν ήδη λάβει κατά τα προηγούμενα έτη και εύλογα δεν εμφανίζονται στο σύστημα ως παραλαβόντες συγγράμματα, οι 133 φοιτητές της εξομοίωσης και οι 42 φοιτητές, που έχουν ήδη καταστεί πτυχιούχοι άλλης Σχολής και εισέρχονται είτε με πανελλήνιες είτε με κατατακτήριες εξετάσεις.

Οι φοιτητές αυτοί προσέρχονται κανονικά στα μαθήματα και στις εξετάσεις και είναι κατά πάντα ενεργοί. Σύμφωνα με τα στοιχεία του «Εύδοξου», τα οποία είναι στη διάθεσή σας, οι φοιτητές της ίδιας Ακαδημίας που παρέλαβαν συγγράμματα ανέρχονται στους 317. Συνεπώς οι ενεργοί φοιτητές της Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών είναι τουλάχιστον 626: (309+317).

Δηλαδή μόνο οι φοιτητές της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών είναι, σε κάθε περίπτωση, περισσότεροι από αυτούς που εμφανίζει ως πραγματικούς φοιτητές συνολικά στις 4 Σχολές η άτυπη Ομάδα Εργασίας.

Εύλογο είναι ότι και το κόστος ανά φοιτητή είναι κατά πολύ χαμηλότερο από αυτό που αναφέρεται στα συμπεράσματα της εν λόγω άτυπης Ομάδας, αφού αν συνυπολογιστούν όλα τα έξοδα για τη λειτουργία της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών μαζί με αυτά με της Εκκλησιαστικής Εστίας, το συνολικό ποσό, κατά τον αναλυτικό πίνακα που ακλουθεί, ανέρχεται στο 1.090.000,00 Ευρώ για το 2011.

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΞΟΔΩΝ: 390.125,07Ευρώ

ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΒΙΒΛΙΩΝ: 58.032,57 Ευρώ

ΑΚΑΘ ΑΠΟΔ. ΜΟΝΙΜΟΥ

ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΥ & ΔΙΟΙΚ. ΠΡ.: 291.907,71 Ευρώ

ΑΚΑΘ ΑΠΟΔ. ΑΠΟΣΠΑΣΜ.

ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΥ & ΔΙΟΙΚ. ΠΡ.: 250.000,00 Ευρώ

ΠΡΟΫΠΟΛ. ΕΣΤΙΑΣ 2011 : 100.000,00 Ευρώ

Σύνολο 1.090.000,00 Ευρώ

Ήτοι, 1.090.000, 00 Ευρώ / (διά) 1002 φοιτητές = 1.066 Ευρώ 

ή έστω

1.090.000, 00 Ευρώ / (διά) 626 φοιτητές = 1.741,21 Ευρώ.

Συνεπώς, κάθε φοιτητής της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας της Αθήνας στοιχίζει στο Ελληνικό Κράτος από 1066 έως 1741,21 Ευρώ! και πάντως επ’ ουδενί 5000 Ευρώ.

Είναι χαρακτηριστικό, επίσης, ότι για λόγους, προφανώς, αρνητικού εντυπωσιασμού αναφέρεται στα συμπεράσματα της άτυπης Ομάδας εργασίας ότι: «οι βάσεις εισαγωγής στις ΑΕΑ για τους αποφοίτους των Εκκλησιαστικών Λυκείων διαμορφώθηκαν ως εξής: α) Τμήμα διαχείρισης Εκκλησιαστικών Κειμηλίων ΑΕΑ Αθήνας: κατώτερη βαθμολογία εισαγωγής 1,80 και η ανώτερη 6,07, β) Τμήμα Ιερατικών Σπουδών Αθήνας: κατώτερη βαθμολογία εισαγωγής 8,45 και η ανώτερη 10,17….οι βάσεις εισαγωγής αποδεικνύουν ότι παρά την ρητή υπόσχεση μισθολογικής εξασφάλισης, οι ΑΕΑ δεν προσελκύουν το ενδιαφέρον των νέων».

Πρόκειται για καθαρά προκρούστεια λογική, καθώς αποσιωπάται: α) ότι οι βάσεις αυτές αντιστοιχούν στην ειδική κατηγορία των εισερχομένων στις Ακαδημίες φοιτητών ως υπεράριθμων, β) ότι την ευθύνη για το γεγονός της εισαγωγής φοιτητών με τόσο χαμηλή βαθμολογία σε όλο το φάσμα της Ανώτατης Εκπαίδευσης (υπενθυμίζουμε ότι εισήχθησαν φοιτητές σε Ιατρικές και Φιλοσοφικές Σχολές της χώρας με 2,30 όπως δημοσιεύθηκε από τον ημερήσιο τύπο εκείνων των ημερών), φέρει αποκλειστικά η πολιτεία και πάντως όχι οι ΑΕΑ, γ) ότι ο πρώτος φοιτητής του Προγράμματος Ιερατικών Σπουδών του ποσοστού 90%εισήχθη από τα Γενικά Λύκεια με βαθμό 12,22 (12.028 μονάδες), ενώ ο τελευταίος στην ίδια κατηγορία εισήχθη με 10,40 (9.964 μονάδες), τη στιγμή που στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας ο κατώτατος εισαγωγικός βαθμός ήταν μόλις το 6.92(!), δ) ότι ο πρώτος φοιτητής του Προγράμματος Ιερατικών Σπουδών του ποσοστού της ειδικής κατηγορίας 10% εισήχθη από τα Γενικά Λύκεια με βαθμό 11,53 (11.385 μονάδες), ενώ ο τελευταίος στην ίδια κατηγορία εισήχθη με 11,07 (10.716 μονάδες), τη στιγμή που στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών στην ίδια κατηγορία Φοιτητών η βάση διαμορφώθηκε στο 6,15(!), ε) ότι ο πρώτος φοιτητής του Προγράμματος Διαχείρισης Εκκλησιαστικών Κειμηλίων του ποσοστού 90% εισήχθη από τα Γενικά Λύκεια με βαθμό 12,88 (11.529 μονάδες), στ) ότι ο πρώτος φοιτητής του Προγράμματος Διαχείρισης Εκκλησιαστικών Κειμηλίων του ποσοστού της ειδικής κατηγορίας 10% εισήχθη από τα Γενικά Λύκεια με βαθμό 15,43 (14.433 μονάδες), με κατώτατο βαθμό εισακτέου του ποσοστού ειδικής κατηγορίας 10% των Γενικών Λυκείων το 10,45 (10.555 μονάδες).

5. Επισημαίνουμε ότι στη Γερμανία, η οποία είναι η ατμομηχανή της Ευρώπης και χαρακτηρίζεται για τις στοχευμένες και αυστηρές τεχνοκρατικές της επιλογές στα θέματα εκπαίδευσης, κάθε Ευαγγελική Επισκοπή έχει τη δική της Εκκλησιαστική Ακαδημία η οποία συντηρείται από το Κράτος (Evangelische Stadtsakademie) καθώς επίσης το δικό της Εκκλησιαστικό μουσείο (Dom Museum) που πλαισιώνει έναν από τους παραδοσιακούς ναούς της κάθε πόλης, χρηματοδοτούμενα όλα από το Γερμανικό Κράτος. Η Ευαγγελική Κρατική Εκκλησιαστική Ακαδημία της Φραγκφούρτης και το πρόσφατα ιδρυθέν σ’ αυτήν Εκκλησιαστικό μουσείο (Dom Μuseum), όπου εκτίθενται λειτουργικά σκεύη και παλαιά άμφια της περιοχής, αποτελούν ενδεικτικά παραδείγματα.

6. Επειδή η χρηματοδότηση της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης αποτελεί συμβατική υποχρέωση της Ελληνικής Πολιτείας αναληφθείσα ένεκα της απαλλοτριώσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας, αλλά, πολύ περισσότερο, διότι υπάρχουν ορισμένες περιοχές του εθνικού βίου που αποτελούν τα «Άγια των Αγίων» και δεν επιτρέπεται σε κανένα να τις θίξει, πολύ περισσότερο, σε δημόσιους λειτουργούς και πολιτικά πρόσωπα που ΔΕΝ έχουν ενημερωθεί για την ιστορική προσφορά της Εκκλησίας στον Ελλαδικό χώρο, είμαστε βέβαιοι ότι σύμπασα η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος βρίσκεται σε εγρήγορση, προκειμένου να διασφαλίσει την ομαλή λειτουργία των Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών, ενός θεσμού που (αν λάβει κάποιος υπόψη ότι πλειάδα αποφοίτων της Ανωτέρας Εκκλησιαστικής Σχολής Αθηνών, η οποία μετεξελίχθηκε σε Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών, προσφέρει στην Ελληνική κοινωνία από τη θέση του Μητροπολίτη, του Καθηγητή Πανεπιστημίου, του Κληρικού, του στελέχους της Εκκλησιαστικής Διοίκησης), είναι αποδεδειγμένα καταξιωμένος.

Άλλως, η Ανώτατη Εκκλησιαστική Εκπαίδευση θα καταργηθεί και η Εκκλησία θα στερηθεί του πλέον ζωτικού γι’ αυτήν χώρου. 

Παραμένοντες στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε διευκρίνιση,

διατελούμεν,

Μετά βαθυτάτου σεβασμού

Ο Πρόεδρος της ΔΕ της ΑΕΑΑ

Αρχιμ. Νικόλαος Ιωαννίδης
Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Πηγή: ΡΟΜΦΑΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: