Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Οι Αρχιερείς και η Επανάσταση του 1821

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Η Επανάσταση τού 1821 δέν ήταν προϊόν ενός στιγμιαίου ενθουσιασμού, αλλά αποτέλεσμα μεγάλης προετοιμασίας. Λέγοντας αυτό δέν εννοώ μόνον τήν διεργασία πού έγινε από τήν Φιλική Εταιρεία, αλλά τήν προσπάθεια διάσωσης τής συνείδησης τού Γένους στίς καρδιές τών υποδούλων καί διατήρησης τής φλόγας τής ελευθερίας. Όσο καί νά θέλη κανείς νά μυωπάζη, δέν μπορεί νά αρνηθή τήν μεγάλη προσφορά τής Εκκλησίας γιά τήν διατήρηση τής αυτοσυνειδησίας τού Γένους καί τήν αναζήτηση τής ελευθερίας καθ' όλη τήν διάρκεια τής δουλείας.

Βεβαίως, υπάρχουν μονίμως εκείνοι πού αρνούνται τήν προσφορά τών Κληρικών, πολύ δέ περισσότερο τών Αρχιερέων, κατά τόν αγώνα τού 1821 ή τήν παραθεωρούν καί υποτιμούν. Αλλά υπάρχουν πολλές μαρτυρίες γιά τήν προσφορά τών Κληρικών, ειδικά τών Αρχιερέων, κατά τήν Επανάσταση τού 1821. Γιά παράδειγμα, ο Charles Frazee στό βιβλίο του Ορθόδοξος Εκκλησία καί ελληνική ανεξαρτησία 1821-1852, μεταξύ τών άλλων καταγράφει τήν άποψη πού είχαν οι Τούρκοι γιά τίς ενέργειες τών Αρχιερέων, γι' αυτό καί τούς φυλάκιζαν, όπως διασώζεται στό υπόμνημα τού Pisani, πού ήταν Βρετανός δραγουμάνος: «Πρέπει νά μήν ξεχνάμε ότι η τουρκική κυβέρνηση θεωρεί πώς ο ελληνικός Κλήρος είναι η πραγματική αιτία τής εξεγέρσεως τών Ελλήλων υπηκόων τής Τουρκίας».

Νομίζω ότι είναι επίκαιρα, εκτός τών άλλων, δύο σημαντικά βιβλία πού εκδόθηκαν παλαιότερα, αλλά έχουν διαχρονική ισχύ, από τόν επιστήμονα καί ερευνητή Πέτρο Γεωργαντζή, διδάκτορα τής εκκλησιαστικής ιστορίας. Όταν ένα βιβλίο είναι προϊόν έρευνας σέ αρχεία καί μάλιστα γίνεται από ερευνητή επιστήμονα, έχει αξία πού δέν αλλοιώνεται μέ τήν πάροδο τού χρόνου.
 
1. Η συμμετοχή τών Αρχιερέων στήν Επανάσταση τού 1821

Τό πρώτο βιβλίο φέρει τόν τίτλο Οι Αρχιερείς καί τό Εικοσιένα, (σελίδες 422), καί απαντά στό ερώτημα ποιά ήταν η προσφορά τών Αρχιερέων στήν Επανάσταση, διότι μερικοί τήν αμφισβητούν ανεξέταστα, μέσα από διάφορες ιδεολογικές κατευθύνσεις, όπως γίνεται καί τελευταία.

Τό βιβλίο διαιρείται σέ τρία μεγάλα μέρη, καθένα από τά οποία διαιρείται σέ επί μέρους ενότητες. Τό πρώτο μέρος ασχολείται μέ τίς «συνθήκες διαβιώσεως τών Αρχιερέων στήν Τουρκοκρατία». Τό δεύτερο μέρος διερευνά «τήν προσφορά τών Αρχιερέων στήν παλλιγενεσία τού 1821». Καί τό τρίτο μέρος παρουσιάζει τά «στοιχεία γιά τήν προσφορά τών Αρχιερέων κατά τό 1821», ήτοι αναφέρεται, κατά γεωγραφικές περιοχές, στούς «Αρχιερείς εθελόθυτα θύματα», τούς «μάρτυρες Αρχιερείς» καί τούς «αγωνιστές Αρχιερείς».

Στό σημαντικό καί πρωτότυπο αυτό βιβλίο διερευνάται «χωρίς πάθος ή φανατισμό» η προσφορά τών Αρχιερέων κατά τήν Επανάσταση, μέ βάση τίς ανέκδοτες καί δημοσιευμένες πηγές καί μέ βάση πάμπολλα βοηθήματα, ήτοι επιστημονικές μελέτες. Στίς ανέκδοτες πηγές συμπεριλαμβάνονται οι Πατριαρχικοί κώδικες καί ο κώδικας αλληλογραφίας τού Ιγνατίου, Μητροπολίτου Ηρακλείας Θράκης.

Στήν αρχή ο συγγραφέας καταγράφει τήν άποψη πού επικρατούσε παλαιότερα ότι η Επανάσταση τού 1821 ήταν ταξική καί όχι εθνικοθρησκευτική καί ακόμη ότι οι Αρχιερείς, εκτός από τρείς-τέσσερεις, αντέδρασαν στήν επανάσταση. Ο Κοδράτος μεταξύ άλλων έγραφε ότι "ο ανώτερος κλήρος καί οι καλόγεροι ήταν δυνάστες τού σκλαβωμένου λαού καί ο ρόλος τους ήταν, σέ πολλές περιπτώσεις, αντεθνικός". Καί ο Σκαρίμπας μεταξύ τών άλλων έγραφε: "Από τίς εκατοντάδες τών ιεραρχών μόνον 3-4 θυσιάστηκαν στούς αγώνες τού '21".

Στήν συνέχεια, όμως, ύστερα από μελέτη καί σωστή αξιολόγηση τών πηγών, ο συγγραφέας τού βιβλίο αυτού αποδεικνύει, αφ' ενός μέν ότι ο χαρακτήρας τής Επαναστάσεως τού 1821 δέν ήταν ταξικός, αλλά θρησκευτικο-εθνικοαπελευθερωτικός, αφ' ετέρου δέ ότι οι Αρχιερείς, όχι μόνον δέν αντέδρασαν στήν Επανάσταση, αλλά τήν βοήθησαν αποτελεσματικά καί ότι «οι Ορθόδοξοι Πατριάρχες καί Αρχιερείς αναδείχθησαν οι μόνοι συνήγοροι καί υπερασπιστές τού απλού ανώνυμου καί αγενεαλόγητου λαού. Υπήρξαν όχι απλώς παραμυθητές, αλλά πραγματικοί Παράκλητοι...».

Τό ότι η Επανάσταση, κατά τόν συγγραφέα, ήταν θρησκευτική καί εθνική καί όχι κοινωνική, ταξική, τεκμηριώνεται πρώτον από τίς απόψεις συγχρόνων μαρξιστών, όπως διατυπώθηκαν σέ επιστημονικό συμπόσιο πού έγινε στό Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών τής Ελλάδας τόν Αύγουστο τού 1981 στήν Αθήνα, πού σέ μερικά σημεία αναθεωρούν τίς θέσεις παλαιών μαρξιστών, δεύτερον από τίς μαρτυρίες τών δημιουργών τού Εικοσιένα, τρίτον από τίς διακηρύξεις τών Εθνοσυνελεύσεων καί τέταρτον από τίς κρίσεις τών συγχρόνων μέ τήν Επανάσταση ιστορικών.

Σχετικά μέ τήν στάση τών Αρχιερέων πρό τής Επαναστάσεως καί κατά τήν Επανάσταση ο συγγραφεύς είναι πολύ αποκαλυπτικός. Μέ βάση ιστορικές πηγές καί μαρτυρίες αποδεικνύει ότι οι Πατριάρχες καί οι Αρχιερείς προέρχονταν από τά κατώτατα στρώματα τού λαού καί όχι από τήν λεγομένη «άρχουσα τάξη». Έπειτα, οι Αρχιερείς δέν ήταν οι ευνοούμενοι τών Τούρκων, γιατί δέν είχαν καθόλου ελευθερία κινήσεως, δέν είχαν ελευθερία λόγου καί, όπως αποδεινύεται από πολλές μαρτυρίες, η στάση τών κρατούντων στά αιτήματα τών Αρχιερέων ήταν σκληρή. Ακόμη, οι φόροι τούς οποίους επέβαλαν οι Τούρκοι στούς Αρχιερείς ήταν δυσβάστακτοι καί αναφέρονται περιπτώσεις κατά τίς οποίες Αρχιερείς ή παρητούντο ή απέθαναν από μελαγχολία, γιατί δέν μπορούσαν νά εξοφλήσουν τούς φόρους, πού έπρεπε νά αποδώσουν στούς Τούρκους κατακτητές.

Πέρα από αυτά ο συγγραφέας αποδεικνύει, μέ βάση τίς πηγές καί άλλες μαρτυρίες, ότι κατά τόν καιρό τής Επαναστάσεως σέ ολόκληρο τό Οθωμανικό κράτος υπήρχαν 195-200 Αρχιερείς. Από αυτούς αποδεδειγμένα οι 81 είχαν μυηθή στήν Φιλική Εταιρεία, χωρίς νά υπολογισθούν καί οι άλλοι πού τυχόν ήταν Φιλικοί, αλλά δέν έχουμε επίσημες μαρτυρίες. Επίσης, αποδεικνύει ότι από τούς 200 Αρχιερείς οι 73, ποσοστό 36,5%, έλαβαν ενεργό μέρος στόν αγώνα «επώνυμα καί αδιαμφισβήτητα», οι 42 Αρχιερείς, ποσοστό 21,0%, δοκιμάσθηκαν, φυλακίσθηκαν καί βασανίσθηκαν, καί οι 45 Αρχιερείς, ποσοστό 22,5%, «θυσιάσθηκαν γιά τήν ελευθερία, είτε από βασανιστήρια καί θανατώσεις τών Τούρκων, είτε σέ πολεμικές συρράξεις». Τό συνολικό ποσοστό αυτών πού συμμετείχαν ενεργώς στόν αγώνα ανέρχεται στό 80%.

Επισημαίνεται: «Άν όμως ληφθή υπόψη ότι οι πλείστοι Αρχιερείς τής Μ. Ασίας, τής Συρίας, τής Σερβίας ή Βουλγαρίας, λόγω αδιαφορίας ή αδυναμίας τών Χριστιανών τών περιοχών αυτών, δέν έλαβαν μέρος στούς αγώνες, τότε τό ποσοστό τών αρχιερέων τής Ελληνικής χερσονήσου, δηλ. από τήν Θράκη, τήν Μακεδονία καί τά δυτικά παράλια τής Μ. Ασίας καί κάτω, είναι ασφαλώς πολύ υψηλότερο, πού φθάνει οπωσδήποτε γύρω στά 90% τού συνολικού αριθμού τών αρχιερέων».

Ο συγγραφέας δέν αρκείται απλώς σέ γενικές διαπιστώσεις, αλλά προχωρεί σέ εξειδίκευση τού θέματος, καταγράφοντας τήν δράση κάθε συγκεκριμένου Αρχιερέως, ώστε νά μή αμφισβητηθούν από κάποιον «οι πίνακες τών αρχιερέων αγωνιστών, μαρτύρων καί θυμάτων τού 1821», όπως φαίνεται στά ποσοστά πού παρατίθενται. Έτσι, αναφέρει ονομαστικά τήν προσφορά τών Αρχιερέων τής περιόδου εκείνης κατά γεωγραφικές περιοχές, ήτοι τούς Πατριάρχες, τούς Αρχιερείς τής Θράκης, τής Πελοποννήσου, τής Στερεάς Ελλάδος, τής Θεσσαλονίκης, τής Ηπείρου, τής Μακεδονίας, τού Αιγαίου Πελάγους, τής Κύπρου, τής Κρήτης, τής Σερβίας, τής Μικράς Ασίας, τής Μολδαβίας. Διαβάζοντας κανείς τά αυθεντικά βιογραφικά στοιχεία τών Αρχιερέων τής περιόδου εκείνης, εκπλήσσεται καί θαυμάζει γιά τήν αγωνιστικότητά τους καί τήν θυσιαστική τους προσφορά, αλλά καί λυπείται γιά τά όσα αστήρικτα υποστηρίζουν οι αντίθετοι.

Ο συγγραφέας καταλήγει στό συμπέρασμα ότι «καμμιά άλλη ομάδα ή κατηγορία τών Ελλήνων δέν έδωσε τόσα πολλά στόν αγώνα, όσα οι κληρικοί καί μάλιστα οι αρχιερείς. Όχι μόνον σέ ποσοστά συμμετοχής, αλλά κυρίως καί κατ' εξοχήν στό ειδικό βάρος, πού ο καθένας απ' αυτούς διέθετε». Οι Έλληνες αγωνιστές εμψυχώνονταν βλέποντας τούς Αρχιερείς «στά στρατόπεδα καί τά ταμπούρια τους» καί αυτό «ήταν τό κατ' εξοχήν βαρύ πυροβολικό πού διέθεταν». Επίσης, «οι αγχόνες καί τά μαρτύρια τών Πατριαρχών καί τών αρχιερέων ήταν η πύρινη ψυχική κινητήρια δύναμη πού τούς οιστρηλατούσε στήν "νίκη ή τή θανή"».

Καί έχοντας υπ' όψη του όλη αυτήν τήν έρευνα πού έκανε στίς πηγές, καταλήγει: «Δέν νομίζω ότι θά είναι υπερβολή εάν λέγαμε ότι η παρουσία καί προσφορά τών αρχιερέων ήταν ισότιμη καί ισοβαρής μέ τήν παρουσία τών μεγάλων καπεταναίων Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Μακρυγιάννη, Ανδρούτσου, Μπότσαρη, Κανάρη κλπ. Δέν υπήρξαν απλώς πολεμιστές, αλλά πραγματικοί πολέμαρχοι στίς μάχες καί τίς θυσίες». Καί τό σημαντικότερο είναι ότι, όταν «πέρασε η ώρα τής προσφοράς καί τής θυσίας, ως νέοι Κιγκινάτοι, εναπέθεσαν καρυοφύλλια καί γιαταγάνια, έβγαλαν φουστανέλλες καί στολές, πήραν πάλι τίς πατερίτσες τους καί ξαναφόρεσαν τό ράσο γιά νά επανέλθουν καί αφοσιωθούν στά αγιαστικά καί ποιμαντικά τους καθήκοντα, έχοντας ήσυχη τήν συνείδησή τους –όσοι βέβαια επέζησαν– ότι τόν αγώνα τόν καλόν αγωνίσθηκαν καί επετέλεσαν εύορκα τό καθήκον τους».

Επομένως, είναι εντελώς αστήρικτες οι απόψεις αυτών πού αμφισβητούν τήν προσφορά τών Αρχιερέων στήν Επανάσταση τού 1821, αλλά είναι καί ιδεολογικώς κακόβουλες, αφού κυριολεκτικά θυσιάσθηκαν γιά τόν αγώνα, δίνοντας καί τήν ίδια τήν ζωή τους.

2. Ο «αφορισμός» τού Αλέξανδρου Υψηλάντη 

Τό δεύτερο βιβλίο τού Πέτρου Γεωργαντζή φέρει τόν τίτλο Ο "αφορισμός" τού Αλέξανδρου Υψηλάντη, (σελίδες 310), καί ασχολείται μέ τόν «αφορισμό» πού εξέδωσε τό Πατριαρχείο, γιά τόν οποίον υπάρχουν μερικοί πού κατηγορούν τόν Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο Ε'.

Τό σημαντικό αυτό βιβλίο διαιρείται σέ δύο μέρη. Τό πρώτο έχει τίτλο: «ιστορική διερεύνηση τού "αφορισμού" τού Μαρτίου 1821», καί τό δεύτερο μέρος τιτλοφορείται «εκκλησιαστικο-κανονική διερεύνηση τού "αφορισμού"». Στά δύο αυτά μέρη τού βιβλίου υπάρχουν διάφορα κεφάλαια, τά οποία δίνουν πολλές πληροφορίες καί προσφέρουν πολύτιμο υλικό γιά τήν κατανόηση αυτού τού γεγονότος. Εκείνο πού πρέπει νά παρατηρηθή είναι ότι ο συγγραφέας τού αξιόλογου αυτού βιβλίου θέτει πάντοτε τήν λέξη «αφορισμός» μέσα σέ εισαγωγικά, γιατί δέν αποδέχεται ότι τό κείμενο πού εξεδόθη ήταν αφοριστικό, γιά τούς λόγους πού θά εκτεθούν εν συντομία.

Στό βιβλίο αυτό δίνονται πάρα πολλά στοιχεία γύρω από τά ιστορικά δεδομένα τά οποία οδήγησαν στήν έκδοση αυτού τού «αφορισμού». Είναι δέ απαραίτητο νά διερευνώνται τά δεδομένα αυτά, γιατί διαφορετικά δέν μπορεί κανείς νά ερμηνεύση παρόμοια φαινόμενα καί γεγονότα. Είναι χαρακτηριστικοί οι τίτλοι τών κεφαλαίων τού πρώτου μέρους, ήτοι: «χαρακτηρισμός τού "αφορισμού"», «πρώτες διερευνήσεις περί τού "αφορισμού"», «συνθήκες γραφής τού "αφορισμού"», «συγγραφέας τού "αφορισμού"», «οι δοκιμασίες τών Αρχιερέων πρό τού "αφορισμού"», «οι αποδέκτες τών κειμένων», «χρόνος υπογραφής τού "αφορισμού"», «γιατί έγιναν δύο "αφοριστικά" κείμενα», «κομιστές τών κειμένων», «η τύχη καί η συμπεριφορά τών Συνοδικών μετά τόν "αφορισμό"», «οι Συνοδικοί αρχιερείς καί η Φιλική Εταιρεία». Καί μόνον οι τίτλοι τών κεφαλαίων δείχνουν τήν σπουδαιότητα τού βιβλίου καί τών επί μέρους αναλύσεων. Θά ήθελα όμως νά δούμε, έστω σύντομα, μερικά από τά χαρακτηριστικότερα στοιχεία πού συνδέονται μέ τόν «αφορισμό», καί τά οποία δείχνουν τά πραγματικά δεδομένα κάτω από τά οποία εγράφη καί υπεγράφη ο «αφορισμός».

Τό πρώτο σημείο είναι ότι ο «αφορισμός» δέν ήταν αποτέλεσμα τής βουλήσεως τού Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου τού Ε', ούτε κάν τών Συνοδικών Αρχιερέων, αλλά ήταν απόφαση μιάς μεγάλης Κληρικολαϊκής Συνελεύσεως, πού αποτελείτο από 72 εγκρίτους Ρωμηούς τής Πόλης, εκ τών οποίων οι 49 ήταν λαϊκοί καί οι 23 Κληρικοί - Αρχιερείς. Στήν Κληρικολαϊκή αυτή σύναξη αποφασίστηκε, οι μέν λαϊκοί νά υποβάλλουν αναφορά αποκηρύξεως τής επαναστάσεως καί δήλωση υποταγής, οι δέ Κληρικοί νά συνθέσουν τήν πράξη τού αφορισμού πού τούς ζητήθηκε από τήν Υψηλή Πύλη, καί αυτό, βέβαια, γιά νά καθησυχάσουν τούς Τούρκους, επειδή οι συνθήκες ήταν τραγικές γιά τούς κατοίκους τής Κωνσταντινουπόλεως, πού απειλούντο μέ σφαγή. Στούς 49 λαϊκούς πού ήταν παρόντες, συμμετείχαν ο πρώην ηγεμόνας τής Βλαχίας, ο μεγάλος διερμηνέας τής Πύλης, ο διερμηνέας τού στόλου, όλοι οι έγκριτοι «πολιτικοί», δηλαδή «επίτροποι τού κοινού», οι Ελληνες μεγαλέμποροι τής Πόλεως, οι αρχιτεχνίτες, οι προϊστάμενοι τών συντεχνιών κλπ. Καί στούς 23 Κληρικούς συγκαταλέγονται 2 Πατριάρχες καί 21 Αρχιερείς.

Ολοι αυτοί βρίσκονταν κάτω από ασφυκτική πίεση, ζούσαν τό δράμα τού Ελληνισμού τής Πόλης καί έπρεπε νά πάρουν μιά απόφαση γιά νά διασώσουν τούς Ρωμηούς τής Πόλης από βέβαιη σφαγή.

Τό δεύτερο σημείο είναι ότι η Πατριαρχική Σύνοδος ανέλαβε τό χρέος νά συντάξη ένα «αφοριστικό» κείμενο, μέ τρόπο όμως πού νά μήν προκαλέση κακό στό Εθνος. Αυτό επιτεύχθηκε μέ πολλούς τρόπους.

Κατ αρχάς κωλυσιεργούσαν οι Πατριαρχικοί στήν σύνταξη τού «αφοριστικού» εγγράφου. Η κήρυξη τής Επαναστάσεως έγινε από τόν Υψηλάντη στό Ιάσιο τής Μολδαβίας τήν 24η Φεβρουαρίου 1821. Τό πρώτο «αφοριστικό» έγγραφο έγινε μετά από ένα μήνα, ήτοι τήν 23η Μαρτίου 1821, καί, βέβαια, έφθασε στόν προορισμό του μετά από λίγες ημέρες, όταν η Επανάσταση άρχισε στήν Πελοπόννησο.

Επειτα χρειάστηκε νά γίνουν δύο «αφοριστικά» έγγραφα, καί αυτό ήταν μέσα στόν διπλωματικό τρόπο μέ τόν οποίον ενεργούσαν οι Πατριαρχικοί. Τό πρώτο εστάλη σέ όλους τούς Αρχιερείς (23 Μαρτίου) καί ήταν γραμμένο κατά τέτοιον τρόπο πού δέν μπορεί νά χαρακτηρισθή αφορισμός «εφ όσον δέν είχε ούτε κάν τίς τυπικά συνηθισμένες αφοριστικές εκφράσεις», καί τό δεύτερο εγράφη μετά από 4 ημέρες, ήτοι τήν 27η Μαρτίου, όταν οι Τούρκοι κατάλαβαν τήν πλεκτάνη καί τήν απάτη, καί στήν ουσία απεστάλη μόνο σέ έναν Μητροπολίτη, τόν Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας. Μέ αυτόν τόν τρόπο καί τά δύο αυτά «αφοριστικά» κείμενα δέν εξετέλεσαν τόν προορισμό τους.

Τό τρίτο σημείο είναι ότι οι Πατριαρχικοί πλήρωσαν πολύ ακριβά τήν ενέργειά τους αυτήν, ακριβώς γιατί ακόμη καί αυτοί οι Τούρκοι αντελήφθησαν τήν πλεκτάνη τους. Από τούς 23 Αρχιερείς πού υπέγραψαν τό «αφοριστικό» κείμενο, τό ένα τρίτο (1/3), συμπεριλαμβανομένου καί τού Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου τού Ε', πλήρωσαν μέ τήν ζωή τους τήν «απιστία» τους πρός τόν Σουλτάνο, τό άλλο 1/3 δοκιμάστηκε σκληρά μέ φυλακίσεις, εξορίες καί περιορισμούς. Επίσης, πρέπει νά σημειωθή ότι τό 1/5 από τούς Συνοδικούς Αρχιερείς έλαβε μέρος στήν Επανάσταση. Ακόμη είναι σημαντικό νά λεχθή ότι τό 1/3 τών Συνοδικών Αρχιερέων ήταν «πλεγμένοι στίς μηχανορραφίες» τής Φιλικής Εταιρείας, καίτοι στά «αφοριστικά» κείμενα γράφουν ότι πρώτη φορά λάμβαναν γνώση γιά τήν σύσταση καί τούς σκοπούς τής Φιλικής Εταιρείας.

Χάριν τής ιστορίας πρέπει νά αναφερθή ότι τό πρώτο «αφοριστικό» κείμενο, τήν λεγομένη «απανταχούσα», υπέγραψε καί ο τότε ευρισκόμενος στήν Πόλη Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Αρτης Ανθιμος. Ομως καί εκείνος, όπως καί άλλοι, όταν επέστρεψαν στίς Επαρχίες τους, εξεδήλωσαν τά πραγματικά τους αισθήματα καί αναδείχθηκαν μεγάλοι αγωνιστές. Οι Τούρκοι συνέλαβαν τόν Ναυπάκτου καί Αρτης Ανθιμο, επειδή τόν θεώρησαν «συνένοχο καί κύριο υπεύθυνο τής εξεγέρσεως τών Ρουμελιωτών κατά τής σουλτανικής αυτοκρατορίας» καί χωρίς δίκη καί απολογία τόν έκλεισαν στίς φυλακές τού Φρουρίου τής Αρτας, «όπου βασάνους πολλάς καί τυραννίας υπέμεινεν γενναίως καί καθείρξεις παρά τών Οθωμανών, εμπαιγμούς τε καί κολαφισμούς καί πλείστα άλλα δεινά». Μετά τήν απελευθέρωσή του, συνελήφθη εκ νέου καί εξορίστηκε στά Μετέωρα καί, όταν αργότερα τό 1825 ελευθερώθηκε, κατέφυγε στήν Ν. Ελλάδα, γιά νά συμμετάσχη ενεργά στίς μετέπειτα φάσεις τού αγώνα. Ονομάστηκε μάλιστα γιά όλα αυτά τά βασανιστήρια πού πέρασε «πολύαθλος».

Είναι σημαντικό τό βιβλίο αυτό, γιατί δείχνει τίς θυσίες στίς οποίες υποβλήθηκε τό έθνος ολόκληρο γιά νά επιτευχθή η ελευθερία, καθώς επίσης καί τίς θυσίες καί τήν διπλωματικότητα πού επεδείκνυε τό Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αλλοτε αντιμετώπιζε μέ επιτυχία τά ρεύματα τού Ευρωπαϊκού διαφωτισμού, ο οποίος στρεφόταν εναντίον τής Ορθοδόξου Παραδόσεως, καί άλλοτε αντιμετώπιζε μέ διακριτικότητα καί ωριμότητα τήν βαρβαρότητα τών Οθωμανών.

Η σημαντικότερη συμβολή τού κ. Πέτρου Γεωργαντζή στό θέμα αυτό είναι ότι μέ ισχυρά κανονικά επιχειρήματα αποδεικνύει ότι τό λεγόμενο «αφοριστικό» αυτό κείμενο, από πλευράς κανονικότητος, δέν μπορεί νά ονομασθή αφορισμός, καί μάλιστα αυτό έγινε εν γνώσει τού συντάκτου τού κειμένου καί τών υπογραψάντων αυτό. Πολλά επιχειρήματα χρησιμοποιεί γιά νά στηρίξη τήν άποψη ότι ο «αφορισμός» δέν εξεδόθη μέ τίς απαραίτητες κανονικές προϋποθέσεις. Επίσης, σημειώνεται ότι γιά νά είναι ο αφορισμός «ενεργεία» καί «τελεστός», θά πρέπει τό κείμενό του «νά είναι οπωσδήποτε διατυπωμένο σέ έγκλιση οριστική απλή καί όχι δυνητική ή ευχετική, χρόνο δέ ενεστώτα παροντικό ή άχρονο καί όχι αποπειρατικό, καί σέ β' πρόσωπο». Τό «αφοριστικό» κείμενο γιά τόν Υψηλάντη δέν είχε όλες αυτές τίς προϋποθέσεις. Εκτός τού ότι δέν εξεδόθη μέ τίς απαραίτητες κανονικές προϋποθέσεις, συγχρόνως τό πρώτο κείμενο τού «αφορισμού» είναι διατυπωμένο σέ έγκλιση ευχετική ευκτική («αφωρισμένοι υπάρχειεν»), στό δέ δεύτερο «αφοριστικό» κείμενο από τούς 12 ρηματικούς τύπους, οι 8 είναι σέ έγκλιση ευχετική ευκτική, οι 3 σέ έγκλιση προστακτική καί μόνο 1 σέ έγκλιση οριστική, αλλά καί σέ αυτήν τήν περίπτωση δέν είναι διατυπωμένο σέ δεύτερο πρόσωπο ενικού ή πληθυντικού αριθμού.

Διαβάζοντας κανείς τά δύο αυτά βιβλία, διαπιστώνει ότι η μελέτη τής ιστορίας απαιτεί σοβαρότητα, υπευθυνότητα, γνώση όλου τού αρχειακού υλικού, καί πρό παντός αποδέσμευση από τήν τυραννία τών διαφόρων ιδεολογικών αντιλήψεων. Επίσης, στενοχωρείται γιά τόν τρόπο μέ τόν οποίον αναλύουν τά θέματα αυτά άνθρωποι πού είναι προκατειλημμένοι, όπως γίνεται, δυστυχώς, πρόσφατα. Επικαλούνται τήν έρευνα, αλλά δυστυχώς η «έρευνα» είναι επιλεκτική.

(Δημοσιεύθηκε στήν ιστοσελίδα romfea.gr)

Πηγή: www.parembasis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: