Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Το μοναστήρι του 2011

Φοιτητές της Αρχιτεκτονικής σχεδίασαν τη σύγχρονη εκδοχή μιας νέας Μονής «Στην ιστορία των αιώνων, τα μοναστήρια χρησιμοποιούν την τρέχουσα μορφή δόμησης και αρχιτεκτονικής έκφρασης. Τώρα που εμείς θέλαμε να σχεδιάσουμε έναν νέο τύπο Μονής, δε θα μπορούσαμε να αντιγράψουμε ή να μεταφέρουμε αυτούσια στοιχεία από αυτά τα παραδείγματα, πχ του τρούλου ή του θόλου. Οφείλαμε να πειραματιστούμε και να εκφραστούμε με σύγχρονο τρόπο…». 

Τους πήρε επτά μήνες για να απεικονίσουν σχεδιαστικά τη δική τους μοναστηριακή εκδοχή. Μια Μονή συνολικής έκτασης 2.000 τ.μ., κατάλληλη για τη στέγαση κι εξυπηρέτηση των αναγκών μιας τριακονταμελούς κοινότητας μοναχών, με δυνατότητα φιλοξενίας και δεκαέξι επισκεπτών.

Επηρεασμένοι από τον μοναχικό τρόπο ζωής, δύο φοιτητές του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, οι Νίκος Βλαβιανός και Χρυσοβαλάντης Μπασούκος, επέλεξαν και ως αντικείμενο της διπλωματικής εργασίας τους την παρουσίαση του μοναστηριακού συγκροτήματος που από κοινού εμπνεύστηκαν. Υλοποίησαν την ιδέα τους αυτή υπό την επίβλεψη δύο καθηγητών τους, στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών (επιβλέπουσα η Λέκτορας Σοφία Τσιράκη, σύμβουλος ο Λέκτορας Βασίλης Τσούρας), και την παρουσίασαν ενώπιον επιτροπής καθηγητών, λοιπών διδασκόντων και πλήθους φοιτητών.

«Η βιωματική σχέση και οι δεσμοί μας με το Άγιο Όρος, ιδιαίτερα με τη Μονή Σίμωνος Πέτρας, σε συνδυασμό με την αρχιτεκτονική παιδεία μας, αποτέλεσαν τα κύρια κίνητρά μας για να ασχοληθούμε με το θέμα αυτό. Μετά και την ολοκλήρωση της θεωρητικής ερευνητικής εργασίας μας, τον Ιούνιο του 2010, καταλήξαμε να ασχοληθούμε και με τον σχεδιασμό αυτής της νέας δομής Μονής…», λέει στα «ΝΕΑ» ο κ. Βλαβιανός.

Ο τόπος τον οποίο επέλεξαν για να τη «χτίσουν» κάθε άλλο παρά τυχαίος ήταν. «Προβληματιστήκαμε ιδιαίτερα για το αν πρέπει να κτιστεί ένα νέο μοναστήρι σ’ έναν παρθένο τόπο. Έπειτα από αλλεπάλληλες συζητήσεις με την καθηγήτριά μας σταθήκαμε στο γεγονός ότι τα παλαιά μοναστήρια που έχουμε ως πρότυπα βρίσκονται σε άμεση σχέση με το φυσικό περιβάλλον και το χαρακτηρίζουν. Θέλαμε η τοποθεσία αυτή να έχει και πνευματική μνήμη, δηλαδή να υπάρχει στην ιστορία της περιοχής κάποια χαρακτηριστική μορφή αγίου ή ασκητή που να άφησε εκεί τα ίχνη του. Κατά δεύτερο λόγο, στην ίδια περιοχή διατηρούνται και τα απομεινάρια της ακρόπολης της αρχαίας πόλης Βούλιδας, η οποία ήκμαζε κατά το παρελθόν. Ταυτόχρονα, επιθυμούσαμε να υπάρχει και έντονο ανάγλυφο, να είναι και απομακρυσμένη από τον κοσμικό πολιτισμό. Επισκεφθήκαμε, λοιπόν, τη Μονή των Αγίων Θεοδώρων στη Ζάλτσα Βοιωτίας, όπου, συζητώντας με τους μοναχούς, παρατηρήσαμε μια περιοχή με διαμήκη βραχώδη έξαρση. Το γεγονός ότι η επιλογή της υπό μελέτη περιοχής έγινε μέσα από ένα υπάρχον μοναστήρι μάς εξασφάλιζε και τη νοητή συνέχεια του παλαιού με το νέο…», περιγράφει.

Μοντέρνα, λιτή και λειτουργική

Σε επόμενο στάδιο, οι δύο φοιτητές επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια αποτύπωσης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του μοντέρνου τύπου μοναστηριού μέσα από σκίτσα, σκαριφήματα, φωτογραφίες κι άλλα αρχιτεκτονικά μέσα. Κατόπιν, μετέφεραν την εργασία τους και στο σχεδιαστήριο, όπου σειρά πήραν τα χρονοβόρα σχέδια στο χέρι, για τις βασικές χαράξεις και τις επιμέρους λεπτομέρειες της Μονής. Ηλεκτρονικό υπολογιστή χρησιμοποίησαν μόνο κατά την τελευταία φάση, την παραγωγή των τελικών σχεδίων τους.

«Κατά τη διαδικασία του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, προσπαθήσαμε να εφαρμόσουμε σε δομικό και λειτουργικό επίπεδο τα χαρακτηριστικά παλαιών μονών, όπως της Σίμωνος Πέτρας που είχαμε μελετήσει.

Ως προς τη μορφή του νέου μοναστηριού, ωστόσο, συμβαδίσαμε με το μοντέρνο κίνημα που πρεσβεύει ότι ‘η μορφή ακολουθεί τη λειτουργία’. Κατά τα λοιπά, κεντρική ιδέα μας ήταν η κίνηση, δηλαδή η προσέγγιση της Μονής από την ευρύτερη περιοχή μέσα από μια συγκεκριμένη πορεία, που χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή κατάβαση κι απομάκρυνση από το στοιχείο του βράχου, και η κατάληξη της πορείας αυτής στο καθολικό, δηλαδή στον κυρίως ναό. Βεβαίως, έπρεπε να λάβουμε υπόψη μας και τις ειδικές απαιτήσεις των χρηστών, μοναχών και επισκεπτών : πχ το τυπικό (την παράδοση) των κοινοβιακών μονών που ορίζει ότι μετά την ακολουθία στον ναό, οι παρευρισκόμενοι μοναχοί κι επισκέπτες κατευθύνονται στην τράπεζα...», εξηγεί ο κ. Βλαβιανός.

«Τρεις άξονες κατηύθυναν τον γενικότερο σχεδιασμό της πρότασής μας. Η λειτουργικότητα, η λιτότητα-κατ’ επέκταση η οικονομία και η αναφορά της αρχιτεκτονικής της Μονής στην εποχή μας, μέσω των σύγχρονων κατασκευαστικών μεθόδων που χρησιμοποιήσαμε. Ειδικότερα, η Μονή που σχεδιάσαμε οργανώνεται σε τρεις επιμέρους ενότητες, ανάλογα με το βαθμό ιδιωτικότητας : α) στην ενότητα των επισκεπτών, με το αρχονταρίκι και τους ξενώνες των επισκεπτών, β) σε μια δεύτερη, της μοναστηριακής αυλής, όπου δεσπόζει το Καθολικό-η κεντρική εκκλησία του μοναστηριού και γ) στην ενότητα των κελιών και των ιδιωτικών χώρων της αδελφότητας. Με τη διάκριση των τριών αυτών ενοτήτων καθίσταται δυνατή η απρόσκοπτη λειτουργία του μοναστηριού, τόσο από πλευράς επισκεπτών, όσο και από μέρους των κύριων χρηστών του χώρου, των μοναχών. Προς αυτή την κατεύθυνση, οι χώροι διανυκτέρευσης των επισκεπτών τοποθετούνται εκτός Πύλης, αλλά σε κοντινή απόσταση από αυτή, ώστε παράλληλα με την αυτονομία τους να αποτελούν ισάξιο τμήμα της Μονής…», λέει με τη σειρά του ο κ. Μπασούκος, που ξεκαθαρίζει:

«Η πρότασή μας δεν έρχεται να προτείνει ένα ριζοσπαστικό μοντέλο μοναστηριακής αρχιτεκτονικής, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως παράδειγμα προς αντιγραφή. Περισσότερο προσπαθεί να τονίσει ότι ο σχεδιασμός ενός σύγχρονου μοναστηριακού συγκροτήματος είναι επιβλαβές να ξεκινά και να αναλώνεται μόνο στην επανάληψη και τα κακέκτυπα επιμέρους παραδοσιακών μορφών. Έρχεται να αποδείξει ότι ο σύγχρονος σχεδιασμός, βασισμένος πάντα στις καθιερωμένες δομές, μπορεί μέσω των σημερινών κατασκευαστικών μεθόδων και υλικών δόμησης να προσεγγίσει τις πιο ευαίσθητες περιοχές της ανθρώπινης δραστηριότητας. Επιπλέον, ο σχεδιασμός αυτός βάσει της τρέχουσας κατασκευαστικής μεθόδου, με τη χρησιμοποίηση των συνήθων υλικών δόμησης (σκελετός από οπλισμένο σκυρόδεμα, επιχρισμένες επιφάνειες από αδρό σοβά), απαντά ειλικρινά στις απαιτήσεις των καιρών μας για λιτότητα και οικονομία, καθώς η οικονομική κρίση της κοινωνίας μας καθιστά την κατασκευή μεγάλων συγκροτημάτων δύσκολη, περιορίζει στο ελάχιστο τη χρηματοδότησή τους...», καταλήγει.

Πηγή: www.tanea.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: