Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Αρκεί το «πετραχήλι και το καριοφίλι»;

Του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεου στο Βήμα της Κυριακής

Σε εφημερίδες και περιοδικά μεταφέρθηκε η αναφορά που έγινε στην πρόσφατη Ιεραρχία, ότι ο Αγώνας του 1821 επιτεύχθηκε με «το πετραχήλι και το καριοφίλι» και ότι στην «πολεμική εναντίον της Εκκλησίας» πρέπει να χρησιμοποιηθή το καριοφίλι. Ο λόγος αυτός προέρχεται από σεβάσμιο ιεράρχη, συνετό και διακριτικό, τον οποίο σέβομαι πολύ και ο οποίος μας παραδειγματίζει με τον νηφάλιο λόγο και το εκκλησιαστικό του φρόνημα, και μέσα σε αυτήν την προοπτική πρέπει να ερμηνευθή. Δηλαδή δεν πρέπει να παρερμηνευθή από άλλους για αδιάκριτους αγώνες. Σίγουρα είναι ανάγκη να ακούγωνται όλες οι απόψεις, να διατυπώνωνται διάφορες προτάσεις και να αναλύεται από κάθε πλευρά μια δύσκολη κατάσταση. Στο τέλος, όμως, πρέπει να επικρατή η συνισταμένη της Ιεραρχίας, η «συνοδική διαγνώμη», όπως μας διδάσκει το κανονικό μας δίκαιο, ότι «η γνώμη των πλειόνων κρατείτω» στα διοικητικά θέματα.

Πάντως, η φράση «πετραχήλι και καριοφίλι» σχετικά με τον Αγώνα του ΄21 και την συγκρότηση του Ελληνικού Κράτους πρέπει να συμπληρωθή και με την φράση «διπλωματία», δηλαδή επιχειρήματα των σοφών και διακριτικών χειρισμών που βοήθησαν στην απελευθέρωση της χώρας αυτής. Γνωρίζουμε δε ότι, παρά τις θυσίες των αγωνιστών σε αίματα και περιουσίες, η Επανάσταση καταστελλόταν. Τότε βοήθησε η διπλωματία και επιτεύχθηκε ο σκοπός. 

Η Ελλη Σκοπετέα στο βιβλίο της «Το “πρότυπο βασίλειο” και η μεγάλη ιδέα» έχει διατυπώσει την άποψη ότι «τα σύνορα της Ελλάδας των πρωτοκόλλων του Λονδίνου, και το καθεστώς ανεξαρτησίας που της παραχωρήθηκε, δεν ανταποκρίνονταν σε άλλη λογική από εκείνην της ευρωπαϊκής διπλωματίας. Η λογική αυτή δοκιμάσθηκε σε μακροχρόνιες διαβουλεύσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και την Κωνσταντινούπολη». Την διπλωματική οδό για την επίτευξη του στόχου την συναντάμε και στον εθνεγέρτη Παλαιών Πατρών Γερμανό, ο οποίος χρησιμοποίησε το πετραχήλι-ωμοφόριο, ευλόγησε το καριοφίλι, αλλά ήταν και ένας λαμπρός διπλωμάτης και εντός και εκτός της Ελλάδος. Στο βιβλίο του Κωνσταντίνου Μανίκα με τίτλο «Σχέσεις Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού στην Ελλάδα κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως (1821-1827)» παρουσιάζονται οι διπλωματικές ικανότητες και η ευελιξία του ιεράρχου, εντός και εκτός Ελλάδος. Και αυτό δείχνει ότι πολλά συνήργησαν στην απελευθέρωση αυτού του χώρου. 

Οι σύγχρονες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στην πατρίδα μας είναι πολυδιάστατες και δυσκολοερμήνευτες. Δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιούμε συνθηματολογικούς λόγους, γιατί πολλές φορές τα συνθήματα εξάπτουν με την οργή το θυμικό της ψυχής, αλλά να βλέπουμε το βάθος των πραγμάτων. Αλλωστε, οι βιολόγοι μάς λένε ότι ο άνθρωπος έχει «δύο μυαλά», ήτοι την «συναισθηματική νοημοσύνη» και την «λογική νοημοσύνη». Ετσι, η ωριμότητα ενός ανθρώπου σχετίζεται με τον συνδυασμό των δύο αυτών κέντρων του εγκεφάλου. Χρειάζονται οι «επαναστάτες», αλλά αν δεν ακολουθήσουν οι «διπλωμάτες» αποτυγχάνουν όλες οι προσπάθειες. 

Το θέμα της μισθοδοσίας του κλήρου που ανέκυψε, μάλιστα στις σύγχρονες δύσκολες συγκυρίες, απαιτεί γνώση των πραγμάτων, αλλά και λεπτότητα χειρισμών. Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, με την προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου και την παρουσία συνετών μελών, έχει την δυνατότητα να χειρισθή τα θέματα και έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη. Ο ηγέτης- πολιτικός ή εκκλησιαστικός- δεν άγεται από αδιάκριτες φωνές του θυμικού ή συναισθηματικού μέρους της ψυχής, αλλά καθοδηγεί τον λαό με διάκριση και σύνεση. Αυτό είναι ένα μαρτύριο, αλλά αυτή η μαρτυρική διάθεση καταξιώνει τον ηγέτη. 

Πέρα, όμως, από τους λεπτούς διακριτικούς χειρισμούς για την λύση της μισθοδοσίας απαιτείται, όπως το διατύπωσε καθαρά η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, νοικοκύρευμα του «σπιτιού» μας, καλή διαχείριση των οικονομικών και διοικητικών θεμάτων. Δεν είναι δυνατόν να τα αναμένουμε όλα από το Κράτος και να αναθέτουμε σε αυτό τις πρωτοβουλίες των κινήσεών μας, αλλά πρέπει να δραστηριοποιηθούμε στην επίλυση των θεμάτων που μας απασχολούν. 

Πολλά μπορούν να γίνουν, αλλά στο θέμα της μισθοδοσίας απαιτείται ιδιαίτερη προσπάθεια για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Μετά από τις κατά καιρούς αφαιμάξεις έμεινε στην Εκκλησία το 4% της αρχικής περιουσίας, αλλά και από αυτό το 3% είναι δεσμευμένο. Ετσι, σε συνεργασία με την Πολιτεία, θα πρέπει να αξιοποιηθή η δεσμευμένη περιουσία, να επιστραφή- ό,τι είναι δυνατόν- από την περιουσία που δεσμεύθηκε για να υπογραφούν οι συμβάσεις για τη μισθοδοσία του κλήρου, οπότε η ίδια η Εκκλησία να μισθοδοτή τους κληρικούς, αρχίζοντας από τους επισκόπους και τους ιεροκήρυκες. Οι επίσκοποι μέχρι το 1980 και οι ιεροκήρυκες μέχρι το 1988 μισθοδοτούνταν από την ίδια την Εκκλησία με την διαχείριση της περιουσίας που είχε τότε. Δεν εννοώ να μισθοδοτούνται από τις κατά τόπους ιερές μητροπόλεις, όπως κάποιοι το παρερμήνευσαν, γιατί έτσι θα επιβαρύνεται ο λαός, αλλά από τις οικονομικές υπηρεσίες της Ιεράς Συνόδου, αφού όμως ενισχυθούν τα ταμεία τους με την αξιοποίηση της δεσμευμένης περιουσίας. 

Τελικά πρέπει να μάθουμε να εργαζόμαστε αποδοτικά και διακριτικά και όχι με πολεμικές ιαχές. Η κοινωνία δεν αντέχει άλλες συγκρούσεις, αλλά χρειάζεται μέθοδος εργασίας, συλλογική δουλειά, προτάσεις, διακριτικός χειρισμός των θεμάτων. Η Εκκλησία στους καιρούς μας θα μπορέση να εργασθή καλά, όταν έχει κληρικούς με θεολογική κατάρτιση, διακριτικούς χειρισμούς και οικονομική ανεξαρτησία. Ο εναγκαλισμός της Εκκλησίας με το Κράτος βλάπτει την ίδια, δεν την αφήνει να δείξη το εσωτερικό της κάλλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: