Παρασκευή, 4 Φεβρουαρίου 2011

Ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχου στα εγκαίνια Μουσείου Χριστιανικής Τέχνης στο Σαμπεζύ.

Ὁμιλία τῆς Α.Θ.Παναγιότητος
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου
εἰς τὰ ἐγκαίνια τοῦ Μουσείου Χριστιανικῆς Τέχνης
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν Σαμπεζύ Γενεύης
(3 Φεβρουαρίου 2011).

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Ἐξοχώτατοι κύριοι Πρέσβεις,
Ἐξοχώτατοι ἐκπρόσωποι τῶν Ἑλβετικῶν Ἀρχῶν,
Ἀξιότιμοι ἐκπρόσωποι τοῦ Μουσείου Μπενάκη,
Ἐντιμολογιώτατε Ἄρχων καὶ Καθηγητὰ κ. Σπυρίδων Λάτση καὶ λοιποὶ Ἄρχοντες τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας,
Φιλόμουσος ὁμήγυρις,

Ὅταν πρὸ τεσσαράκοντα καὶ πέντε ἐτῶν, ἐπὶ πατριαρχείας τοῦ ἀοιδίμου προκατόχου ἡμῶν Ἀθηναγόρου, ἐδημιουργεῖτο ἐνταῦθα τὸ Σταυροπήγιον τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μεταξὺ τῶν σκοπῶν τῆς ἱδρύσεώς του, συμφώνως πρὸς τὸν ἱδρυτικὸν Πατριαρχικὸν καὶ Συνοδικὸν Τόμον, ἦτο, καὶ δὴ καὶ πρωτίστως, ἡ πληροφόρησις τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου τῆς Δύσεως, καὶ εἰδικώτερον τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, περὶ τὴν Ὀρθόδοξον λατρείαν, τὴν διδασκαλίαν, παράδοσιν καὶ Θεολογίαν. Βεβαίως ὁ τοιοῦτος σκοπὸς ἐξεπληροῦτο μέχρι σήμερον ὑπὸ τοῦ Κέντρου μὲ τὸ σύνολον τῶν δραστηριοτήτων του, ἐν συνεχείᾳ δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ ἀργότερον ἱδρυθέντος παρ’ αὐτῷ Ἰνστιτούτου Μεταπτυχιακῶν Σπουδῶν Ὀρθοδόξου Θεολογίας. Ὅμως, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, «κάτι ἔλειπε». Καὶ τοῦτο τὸ «κάτι» ἦτο ἕν Ἐκκλησιαστικὸν Μουσεῖον ἤ Κειμηλιοφυλάκιον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετίθεντο σπουδαῖα λειτουργικὰ ἀντικείμενα, εἰκόνες, ἄμφια καὶ βιβλία, τὰ ὁποῖα ἐκφράζουν τὴν ἱστορικὴν πορείαν τῆς καθ’ ἡμᾶς ἀνατολικῆς λατρείας, ἐκκλησιαστικῆς τέχνης, Θεολογίας καὶ ζωῆς. Τοῦτο καὶ ἔχομεν τὴν μεγάλην χαρὰν καὶ βαθεῖαν ἱκανοποίησιν νὰ ἐγκαινιάζωμεν ἐπισήμως σήμερον.
Ἀσφαλῶς εἰς τὴν εὐχάριστον αὐτὴν ὥραν ἐφθάσαμε μετὰ ἀπὸ μακρὰν καὶ ἐπίπονον πορείαν, μετὰ ἀπὸ πολλὰς δυσκολίας, τεχνικὰ προβλήματα, πρακτικὰς δυσχερείας καὶ ἀντιξοότητας, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν ἤλλαξαν οὔτε τὴν θέλησιν, οὔτε τὸν ὁραματισμόν μας. Τὸ Μουσεῖον τοῦτο ἦτο θέλημα Θεοῦ νὰ γίνῃ, καὶ ὁ Θεὸς ἐλείανε τὴν ὁδόν, ἐβοήθησε νὰ ὑπερπηδηθοῦν τὰ πάσης φύσεως ἐμπόδια, ἀνεζωπύρωσε τὸν ἐνθουσιασμὸν ὅλων, ἐνέπνευσε καλοπροαιρέτους ἀνθρώπους νὰ σπεύσουν εἰς βοήθειαν, ἐκίνησε μηχανισμοὺς φιλοπροόδων Ὀργανισμῶν νὰ ἔλθουν ἀρωγοί, καί, ἰδού, σήμερον τὸ ὄνειρον εἶναι πλέον πραγματικότης!

Τοὺς μογήσαντας καὶ παντοειδῶς συνδραμόντας διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἵδρυσις, ἀνέγερσις καὶ ἀπὸ σήμερον λειτουργία τοῦ Μουσείου ἡμῶν, κατὰ χρέος εὐχαριστοῦμεν θερμότατα καὶ ἀπονέμομεν εἰς αὐτοὺς ὁλόθυμον τὴν Πατριαρχικὴν ἡμῶν εὐαρέσκειαν. Ὁ Ἱερώτατος Μητροπολίτης Χαλκηδόνος κ. Ἀθανάσιος, ὁ Ἱερώτατος Μητροπολίτης Ἑλβετίας κ. Ἱερεμίας, ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Λαμψάκου κ. Μακάριος, τὸ φιλογενὲς καὶ πάντοτε πρόθυμον εἰς ἔργα εὐποιΐας κοινωφελὲς Ἵδρυμα Λάτση καὶ ὁ ἐντιμολογιώτατος Ἄρχων Ἀκτουάριος Δρ Σπυρίδων Λάτσης μετὰ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὁμίλου Λάτση ἐντιμολογιωτάτου Ἄρχοντος Μαΐστορος κ. Εὐαγγέλου Χρόνη καὶ τῶν λοιπῶν ἐκλεκτῶν συνεργατῶν των, εἶναι οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται τὸν δίκαιον ἔπαινον τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας. Ὅλως ἰδιαιτέρως σημειοῦμεν τὴν γενναιόφρονα χορηγίαν τοῦ Ἱδρύματος Λάτση, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν θὰ ἦτο εὔκολος ἡ ἀντιμετώπισις τῆς οἰκονομικῆς δαπάνης τοῦ ἔργου. Πάντοτε τὸ Ἵδρυμα Λάτση ἔχει τεταμένον εὐήκοον οὖς εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ἀνταποκρίνεται εἰς αὐτὰς εὐγενῶς καὶ ὑποδειγματικῶς. Διὰ τοῦτο καὶ ἐπιλαμβανόμεθα τῆς παρούσης εὐτυχοῦς εὐκαιρίας διὰ νὰ εὐχαριστήσωμεν θερμῶς τὴν ἐρίτιμον κυρίαν Ἐριέτταν Λάτση, τῆς ὁποίας ἡ παρουσία ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν μᾶς γεμίζει ἀπὸ χαράν. Εἰς τὸ ἐγκαινιαζόμενον ἔργον ἡ συμβολὴ τοῦ Ἱδρύματος Λάτση δὲν περιορίζεται εἰς τὴν οἰκονομικὴν χορηγίαν, ἀλλὰ ὁ λίαν ἡμῖν ἀγαπητὸς Καθηγητὴς Σπυρίδων Λάτσης ἠγαθύνθη νὰ προσφέρῃ πρὸς ἔκθεσιν καὶ ἱκανὰ ἀντικείμενα ἐκ τῆς οἰκογενειακῆς του συλλογῆς, ἐφ’ ᾧ καὶ ἀπευθύνομεν εἰς αὐτὸν ἀπὸ καρδίας προσθέτους εὐγνώμονας εὐχαριστίας.

Ἀλλὰ τὸ Μουσεῖον τοῦτο Χριστιανικῆς Τέχνης ἀρχίζει τὴν λειτουργίαν του μὲ μίαν λαμπρὰν εἰσαγωγικὴν ἔκθεσιν ὑπὸ τὸν τίτλον: «Κειμήλια τῆς Ἑλληνορθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ 16ου, 17ου, 18ου καὶ 19ου αἰῶνος ἐκ τῆς Συλλογῆς τοῦ Μουσείου Μπενάκη». Τὸ Μουσεῖον Μπενάκη, τὸ ὑπέροχον καὶ περιάκουστον αὐτὸ πνευματικὸν καθίδρυμα τῶν Ἀθηνῶν, εἶναι καρπὸς τῆς φιλογενείας τοῦ μεγάλου Ἐθνικοῦ Εὐεργέτου Ἀντωνίου Μπενάκη, ἐπλουτίσθη κατὰ καιροὺς μὲ θησαυροὺς τοῦ Μείζονος Ἑλληνισμοῦ καὶ εὐτυχεῖ νὰ διαθέτῃ, πρὸς τοῖς ἄλλοις, καὶ πλεῖστα ἐκκλησιαστικὰ κειμήλια ἐκ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς τὴν κατοχήν του μετὰ τὰ τραγικὰ διὰ τὸ εὐσεβὲς ἡμῶν Γένος γεγονότα τῆς τρίτης δεκαετίας τοῦ παρελθόντος εἰκοστοῦ αἰῶνος. Ἡ ἀξιότιμος διεύθυνσίς του, προφρόνως ἀνταποκρινομένη εἰς σχετικὸν αἴτημα, παρεχώρησε μέρος τῶν κειμηλίων αὐτῶν διὰ νὰ ἐκτεθοῦν προσωρινῶς ἐνταῦθα καὶ νὰ ἐγκαινιασθῇ τὸ Μουσεῖον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Εἴμεθα βαθύτατα εὐγνώμονες πρὸς τὸ ἀξιότιμον Διοικητικὸν Συμβούλιον καὶ τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Μουσείου Μπενάκη διὰ τὴν εὐγενῆ αὐτὴν παραχώρησιν, πολλὰς δ’ εὐχαριστίας ἐπιγράφομεν καὶ τῇ εὐγενεστάτῃ κ. Ἄννῃ Μπαλλιὰν διὰ τὴν σχετικὴν μέριμναν καὶ φροντίδα καὶ τοὺς κόπους της. Τὰ ἐκτιθέμενα κειμήλια, ἀγαπητοὶ παρόντες, εἶναι μίγμα χριστιανικῆς καὶ μεταβυζαντινῆς τέχνης, προέρχονται ἀπὸ τὴν ἁγιοτόκον Καππαδοκίαν, τὸν Πόντον καὶ τὴν Ἀνατολικὴν Θράκην καὶ ἀπεικονίζουν τὸ βάθος τῆς ψυχῆς τῶν ἐκεῖθεν ὁμογενῶν προσφύγων καὶ τὴν πολιὰν ἀρχοντιὰν καὶ εὐγένειαν τῆς Ρωμηοσύνης. Ἀφοῦ τὰ ἀπολαύσωμεν ἐκτιθέμενα, δυνάμεθα νὰ τὰ σπουδάσωμεν ἐμβριθέστερον μέσα ἀπὸ τὰς σελίδας τοῦ ὡραίου διγλώσσου Καταλόγου τῆς Ἐκθέσεως, διὰ τὴν ἀρτίαν καὶ αἰσθητικῶς ἄψογον ἐμφάνισιν τοῦ ὁποίου καὶ συγχαίρομεν τοὺς καταρτίσαντας αὐτόν, τοὺς ἐκδόντας καὶ τοὺς χορηγούς.

Πιστεύομεν ἀκραδάντως ὅτι οἱ Ἑσπέριοι, καὶ ὄχι μόνον, ἐπισκέπται τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ τούτου Μουσείου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου θὰ εὕρουν ἐν αὐτῷ ἕν ἀκόμη ἀνοικτὸν παράθυρον πρὸς τὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολὴν καὶ τὴν ἑλληνορθόδοξον Παράδοσιν καὶ ζωήν, τὸ ὁποῖον ἡ πρὸς αὐτοὺς ἐκτενὴς ἡμῶν ἀγάπη ἀπὸ τῆς σήμερον ἐν εὐλογίαις προσφέρει. Τῷ δὲ χορηγῷ παντὸς ἀγαθοῦ Ἁγίῳ Τριαδικῷ Θεῷ δόξα καὶ αἶνος καὶ εὐλογία, καὶ τούτου καὶ πάντων ἕνεκεν!

Καὶ ἕνα ἀκροτελεύτιον λόγον, διὰ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἐπὶ πλέον χαρὰν καὶ ἱκανοποίησιν ἡμῶν διότι τὰ ἐγκαίνια τοῦ Μουσείου Χριστιανικῆς Τέχνης συνοδεύονται ἀπὸ μίαν ἔκθεσιν φωτογραφιῶν διὰ τὸ Σινᾶ τοῦ ἀξιονομάστου καὶ διασήμου φωτογράφου καὶ περιηγητοῦ Boissonnas, τὴν ὁποίαν ὅλοι μαζὶ ἀπολαμβάνομεν ἀπόψε. Εὐχαριστοῦμεν θερμῶς τοὺς κατόχους τῆς συλλογῆς διὰ τὴν καλλιτεχνικὴν ἀπόλαυσιν τὴν ὁποίαν προσφέρουν εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους, καὶ εὐχόμεθα τὸ Πατριαρχικὸν ἡμῶν Κέντρον τοῦ Σαμπεζὺ εἰς τὸ μέλλον νὰ φιλοξενήσῃ καὶ ἄλλα πολλὰ καὶ σπουδαῖα εἰκαστικὰ καὶ ἐν γένει πολιτισμικὰ γεγονότα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: