Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Ομιλία του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Αθανασίου κατά την 1η του έτους.

ΟΡΜΟΝΙΟΣ ΘΕΟΣ.
Λόγος ἐκφωνηθεὶς τῇ 1.1.2011, κατὰ τὴν δεξίωσιν τῆς Πρώτης τοῦ ἔτους 
ἐν τῷ Οἰκουμενικῷ Πατριαρχείῳ. ὑπὸ
Σεβ. Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κ. Ἀθανασίου.

"Ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει,
ὅτι οἱ λαοὶ δὲν ἐπιζοῦν ἐπὶ μακρὸν
τὴν ἐξουθένωσιν τῆς πίστεώς των".
(Gustave Le Bon)

Παναγιώτατε,

Παλαιότερον, ὡς γνωστόν, ὡμίλουν περὶ τῆς Μεταχριστιανικῆς Εὐρώπης, ἀπὸ τοῦ 2004 περὶ "ἀποχαιρετισμοῦ ἐκ τῆς Βίβλου" καὶ τῆς "Ἐκκλησίας τῶν ἱερέων" (Priesterkirche), ἐνῶ σήμερον, περὶ τῆς Εὐρώπης ἄνευ Ἐκκλησίας. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα:

Διατί πιστεύουν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὸν Θεόν, ἐφ΄ ὅσον κατὰ τινάς δὲν ὑπάρχουν ἐπιστημονικαὶ ἀποδείξεις διὰ τὴν ὕπαρξίν του; Ἐρώτημα σημαντικότατον καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας μας, ὅτε οἱ ἄνθρωποι ἐπιζητοῦν σανίδα σωτηρίας ἐκ τῶν ἀδιεξόδων τῆς ἀθεΐας, ἀντιθεΐας, πανθεΐας καὶ πολυθεΐας.

Ἐν τούτοις κατὰ τὰς νεωτάτας στατιστικάς, τὸ 80% τοῦ παγκοσμίου πληθυσμοῦ θρησκεύει. Πιστεύει εἰς ἓν ὕψιστον Ὄν, ἓν εἶδος ἐσχάτων, προσεύχεται ἀπὸ κοινοῦ μετ’ ἄλλων, εἰς ἕναν χῶρον διὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν. Βεβαίως, ἡ ἄρνησις τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀρχαιοτάτην ἱστορίαν. Ἀκόμη καὶ κατὰ τὸν 19ον αἰῶνα ἡ πλειονότης τῶν ἐπιστημόνων ὑπεστήριζον, ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι φαινόμενον ἑνὸς φθίνοντος πολιτισμοῦ, μία κακοδαιμονία ἀπαιδεύτων εἰς τὴν Εὐρώπην, μία παρηγορία διὰ τοὺς ἀπολιτίστους τοῦ λοιποῦ κόσμου.
Καὶ ἐφαίνετο, ὅτι μία ἀποδοχὴ τῆς ἐπιστημονικῆς κοσμοθεωρίας ἀπὸ μέρους τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων, εἶναι ζήτημα χρόνου.

Ὅμως τοῦτο δὲν ἐπραγματοποιήθη. Ἀκόμη καὶ ἡ πλέον σύγχρονος χώρα, αἱ Η.Π.Α., ἔμεινε μία τῶν θρησκευτικοτέρων περιοχῶν γενικῶς. Ἐξαίρεσιν ἀποτελεῖ ἡ ἐκκοσμικευμένη Εὐρώπη, ἐπιβεβαιοῦσα τὸν νόμον ἑνὸς πιστοῦ κόσμου. Οἱ ἄνθρωποι κρέμονται ἐκ τῆς θρησκείας. Καὶ ὅμως μερικοὶ κλίνουν πρὸς πολεμικήν, γενόμενοι ἀμήχανοι διά τι ἀκατανόητον δι’ αὐτούς.

Τελευταίως, δύο ἐπιστήμονες ἀνέπτυξαν ἐνδιαφεροῦσας καὶ νέας ἀπόψεις-προσεγγίσεις ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου θέματος, τὰς ὁποῖας καὶ ἐκθέτομεν κατωτέρω1:

Ὁ R. Dawkins, Βρεττανὸς βιολόγος καὶ ἀγωνιστὴς κατὰ τῆς θρησκείας, εἰς τὸ μεγάλης ἐπιρροῆς ἔργον του "Ἡ θεομανία", ὁμιλεῖ δι’ ἕναν "ἱὸν σκέψεως", ὁ ὁποῖος φθείρει τὸν ἐγκέφαλον τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπίσης ὁ C. Hitchens, γνωστὸς Ἀμερικανὸς ἐκδότης, συνέγραψεν ἕνα Bestseller: "Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μεγάλος. Πῶς ἡ θρησκεία δηλητηριάζει τὰ πάντα".

Ὅμως ὁ μεγάλος ἀριθμὸς τῶν πιστῶν δυσκόλως ἠμπορεῖ ἁπλῶς νὰ ἀπορρίψει τὴν θρησκείαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐγένετο ἐὰν αὕτη δὲν ἤξιζε τίποτε.

Ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἀνωτέρω, δύο Ἀμερικανοὶ ἐπιστήμονες ὁ L. Tiger ἀνθρωπολόγος, καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Rutgers καὶ ὁ M. McGuire νευρολόγος καὶ ψυχίατρος, ἔγραψαν τὸ βιβλίον "God’s Brain", τὸ ὁποῖον ἐντυπωσίασεν εἰς τὰς Η.Π.Α., καθ’ ὅτι ὑποδεικνύει ἕναν τρίτον δρόμον. Οἱ δύο ἄθεοι συγγραφεῖς θεωροῦν τὴν θρησκείαν ὡς ἀληθῆ καὶ σοβαράν. Προσπαθοῦν νὰ ἐξηγήσουν τὸ φαινόμενον νευρολογικῶς καὶ ἐξελικτικο-βιολογικῶς, πρᾶγμα ἑλκυστικὸν τόσον διὰ τοὺς πιστούς, ὅσον καὶ διὰ τοὺς σκεπτικιστάς. Ἡ ἔρευνά των δέ, τοὺς ὡδήγησεν κατ’ εὐθείαν εἰς τὸν ἐγκέφαλον. Κατὰ τὸν Tiger, οὗτος εἶναι ἱκανότατος διὰ προσφοράς, καίτοι ἡμεῖς χρησιμοποιοῦμεν ἓν μικρὸν μόνον τμῆμα τούτου.

"Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐξελίξεως, οὗτος ἀνεπτύχθη ἀφαντάστως –καίτοι μετὰ παρενεργειῶν τινων. Εἶναι ὡσὰν νὰ ἔχωμεν τὸν ἀριστερὸν πόδα πενταπλάσιον κατὰ τὸ μῆκος ἐκ τοῦ δεξιοῦ. Οὕτω ὁ ἐγκέφαλος δὲν ἀναπαύεται, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ πόνους. Καὶ ἡ θρησκεία ἀπεδείχθη ὡς μία τῶν ἀρίστων ἐνεργητικῶν μεθόδων ἐν προκειμένῳ. Ὁ πιστεύων καὶ προσευχόμενος, ὁ ψάλλων καὶ ἐξομολογούμενος καθησυχάζει τὸ πνεῦμα".
"Λησμονοῦν οἱ ἄνθρωποι εὐκόλως, ὅτι ὁ ἐγκέφαλος ὑπάρχει πρωτίστως, οὐχὶ διὰ τὴν σκέψιν, ἀλλὰ διὰ τὴν πρᾶξιν. Τίποτε δὲν κουράζει ὅπως ἡ ἄγνοια. Ἀνοικτὰ ἐρωτήματα δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχουν, διότι δὲν γνωρίζει τις, πῶς δέον νὰ δράσει. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς λοιποὺς ἀνθρωποειδεῖς, ὁ homo sapiens εἶναι τὸ μόνο ζῶν, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ φαντασθεῖ ἓν μέλλον καὶ ἓν παρελθόν, καθὼς καὶ τὸν ἀσφαλῆ του θάνατον κάποτε εἰς τὸ μέλλον. Καὶ τοῦτο διότι ὁ ἐγκέφαλος, ὁ ὁποῖος ἐκτιμᾶ τὸ σαφὲς διὰ νὰ δίδει σαφεῖς ἐντολάς εἰς τὸ ὑπόλοιπον σῶμα, ὁδηγεῖται εἰς ἓν ἀνυπόφορον τόλμημα. Ἡ πίστις πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸ ἄπειρον πληροῖ τὸ κενὸν τοῦτο. Ὁ ἐγκέφαλος βασανίζεται ὀλιγότερον ἐκ τοῦ φόβου τοῦ θανάτου, παρὰ ἐκ τῶν ἐρωτημάτων ΄΄διατί΄΄ καὶ ΄΄τί μετά;΄΄".

Ἐὰν ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον συνδέει τὰς 4.200 θρησκείας τοῦ κόσμου, τοῦτο εἶναι: ἡ πίστις, ἡ κοινωνία καὶ ἡ λατρεία. Καὶ τὰ τρία, κατὰ τὰς ἀπόψεις τοῦ Tiger καὶ τοῦ McGuire διαλύουν νευρώσεις τοῦ ἐγκεφάλου, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ μετρηθοῦν. Αἱ συχναὶ λατρευτικαὶ πράξεις διεγείρουν τὸ σῶμα, ὥστε νὰ παράγει περισσοτέραν Serotonin εἰς τὸν ἐγκέφαλον, ἡ ὁποία καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπον εὐτυχισμένον καὶ εὐδιάθετον. Τοῦτο πράττουν τεχνητῶς καὶ ὁρισμένα ἀντικαταθλιπτικὰ φάρμακα, ὡς τὸ Prozac. "Ἐκκλησίαι, ναοί, τεμένη, βασικῶς εἶναι ἐργοστάσια τῆς Serotonin". Ὅμως ὁ ἄνθρωπος πράττει τοῦτο οὐχὶ μόνος, ἀλλ’ ἐν κοινωνίᾳ μετὰ τῶν πιστῶν: Καὶ διὰ τὴν κοινωνικότητα, ἐπιπίπτει μία μεγάλη σημασία εἰς τὴν θρησκείαν. Ὁ Tiger καὶ ὁ McGuire σημειώνουν "ὅτι οἱ ἄνθρωποι ὑποφέρουν ἐκ τῆς ἀσυμφιλιώτου ἀντιθέσεως μεταξὺ ἰσότητος καὶ διακρίσεως, καίτοι κατὰ τοὺς ἀνθρωπολόγους κλίνουν πρὸς τὴν ἰσότητα. Καὶ ὅμως αἱ περισσότεραι διακρίσεις ἀκόμη καὶ αἱ βιολογικαὶ καὶ ἄρα ἀμετάβλητοι μεταξὺ τῶν πλουσίων ἀνθρώπων καὶ τῶν πτωχῶν, τῶν εὐειδῶν καὶ δυσειδῶν, τῶν εὐφυῶν καὶ εὐήθων δὲν ἠμπόρεσαν νὰ παραγκωνισθοῦν, ἔστω καὶ ἂν διατείνονται τοῦτο πολιτικοί τινες. Καὶ ἡ θρησκεία βοηθεῖ καὶ εἰς τὸν τομέαν αὐτόν, διότι ἅπαντες εἶναι ἴσοι πρὸ τοῦ Θεοῦ. Ἡ θρησκεία δημιουργεῖ μίαν ἰδεώδην ἀταξικὴν κοινωνίαν, κατευθύνει, διὰ τῶν λατρευτικῶν της πράξεων προσδίδει κανόνας εἰς τὸν ἀτραπώδη βίον, ἡ ἐπιτυχία της οὐδέποτε ἔβλαψεν τὴν σύγχρονον ζωήν. Εἶναι ρεαλιστικοτέρα τῶν κοσμικῶν ἰδεολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπέτυχον παταγωδῶς εἰς τοὺς σκοπούς των. 

Ἡ ἱεραρχία καὶ ἡ ἄρσις αὐτῆς εἰς ἑκάστην θρησκείαν, ἀποτυποῦται εἰς τὴν ἀρχιτεκτονικὴν τῶν οἴκων τοῦ Θεοῦ. Ἐπάνω εἰς τὰ στασίδια αἱ ταξικαὶ διαφοραὶ λησμονοῦνται. Ὁ εἰσερχόμενος εἰς ἕναν ναόν, δύναται νὰ παρατηρήσει, πῶς ὁ ἴδιος στρέφεται ἀπροκαλύπτως πρὸς τὰ ἄνω καὶ ἐμπρός, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον γνωρίζουν οἱ ἀρχιτέκτονες2.

Εἰς τὴν θρησκείαν, ἀνήκει καὶ τὸ ὅτι ἕκαστος θεωρεῖ τὴν ἰδικήν του ὡς τὴν ἀρίστην. Ἕκαστος πιστὸς προσπαθεῖ νὰ ἀνήκει εἰς ἕνα ἀποκλειστικὸν κλάμπ, διὰ τοῦ ὁποίου λαμβάνει τὸ βέβαιον αἴσθημα, ὅτι ἔχει ἀνέλθει πως. Ἄνευ δὲ αὐτοῦ τοῦ αἰσθήματος, δυσκόλως ἠμπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει. Καὶ αὐτὸ προσφέρει πλουσίως ἡ θρησκεία. Διὰ νὰ διαπτύξει τὴν ἐνέργειάν της ἡ λατρεία, ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς κοινοῦ, οὕτως ὥστε νὰ ἀποβαίνει γεγονὸς προσδίδον εἰς τὸ ἐξωπραγματικὸν ἕν ρεαλιστικὸν περιεχόμενον.

Λατρευτικαὶ πράξεις ἐξ ἀφορμῆς γεννήσεως, γάμου, θανάτου, καθησυχάζουν, δημιουργοῦσαι τάξιν εἰς ἕνα κόσμον μὴ δυνάμενον νὰ ἐπισκοπηθεῖ. Ἡ μουσική, αἱ συμμετρίαι, τὰ ἁρμονικὰ χρώματα ἠρεμοῦν τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἀναζητεῖ σαφήνειαν"3.

Ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ λίθου πρὸ 18.000 ἐτῶν μέχρι τοῦ 18ου αἰῶνος, ὑπῆρχεν μιὰ στενὴ σχέσις μεταξὺ θρησκείας καὶ τέχνης, ἡ ὁποία καὶ ἀπετέλη τὴν πηγήν της, τουθ’ ὅπερ σοφαὶ κεφαλαὶ τῆς ΕΕ ἀπέφυγον ἔστω καὶ νὰ ὁμολογήσουν! Ἔκτοτε ὅμως ἡ τέχνη καὶ ὁ δημιουργός της ἄνθρωπος κατέστησαν αὐτόνομοι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἔκδηλον εἰς τὴν θρησκευτικὴν τέχνην καὶ τὰς λατρευτικὰς πράξεις ἐντὸς τοῦ ναοῦ γενικότερον.
"Εἰς τοὺς ναοὺς παρουσιάζονται καθολικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα οὐδαμοῦ μπορεῖ νὰ ἀπολαύσει ὁ ἄνθρωπος. Ἐδῶ δύναται νὰ εἴδει παραστάσεις καὶ νὰ ἀκούσει μουσικήν. Ἐκτελεσταὶ μὲ ἰδιαιτέραν ἀμφίεσιν, ὑλοποιοῦν λειτουργικὰς πράξεις καὶ ἀναλύονται κείμενα ἐκ τῆς Βίβλου, ταξίδια εἰς τὸ ἐξωπραγματικόν, τὰ ὁποῖα παρηγοροῦν, χαροποιοῦν καὶ κυρίως ἀποσαφηνίζουν. Εἶναι περίεργον, τὸ ὅτι τὸ ἐξωπραγματικὸν καθιστᾶ δυνατὸν τὸν ἄνθρωπον νὰ δαμάσει τὴν ρεαλιστικὴν ζωήν. Βοηθεῖ τὸ πνεῦμα.

Μήπως σημαίνει τοῦτο, ὅτι θρησκεύοντες ἄνθρωποι τὰ φαντάζονται ὅλα; Δὲν ὑπάρχει Θεός;".

Παναγιώτατε,

Τὸ ἀνθρώπινον πνεῦμα ὁρίζεται βαθύτατα καὶ ὅλως συγκεκριμένως, ἐκ τῆς σχέσεώς του (ἀκόμη καὶ τῆς ἀρνητικῆς) πρὸς τὸ ἀπόλυτον πνεῦμα: τὸν Θεόν.
"Διότι ἐκ τῆς σχέσεώς του πρὸς τὸν Θεόν, ἐξαρτᾶται καὶ ἡ σχέσις του πρὸς τὸν ἑαυτόν του, τὸν συνάνθρωπόν του, τὴν φύσιν καὶ τὸν πνευματικὸν κόσμον" (F. v. Baader).

Εὐλογημένον καὶ θεοδρόμον τὸ νέον ἔτος 
ἐν ὑγείᾳ, εἰρήνῃ, ἀνοχῇ καὶ δικαιοσύνῃ

_________________________ 
1- M. Somm, Gott ist ein Ormon, Welt am Sonntag 11.7.(2010) 58.
2- G. Althoff, Die Macht der Rituale. Symbolik und Herrschaft im Mittelalter, Ντάρμσταντ 2003. B. Stollberg – Rilinger - M. Puhle - S. Götzmann – G. Althoff, ἐκδ., Spektakel der Macht. Rituale im alten Europa 800-1800, Ντάρμσταντ 2008.
3- H. G. Evers, Tod, Macht und Raum als Bereiche der Architektur, Μόναχο 1939. P. Hammond, Liturgy and Architecture, Νέα Ὑόρκη 1961. A. Biéler, Kirchenbau und Gottesdienst, Νόϊκιρχεν-Βλούϊν 1965. A. Clemens, Space and Liturgy: The Importance of Architecture within Liturgy (St. Vladimir’s Orthodox Theological Seminary), Κρέστγουντ 1977. L. Bouyer, Liturgie und Architektur, Φρειβοῦργον 1993. R. Bürgel, ἐκδ., Raum und Ritual. Kirchbau und Gottesdienst in theologischer und ästhetischer Sicht, Γοτίγγη 1995. K. Raschzok, Der Feier Raum geben. Zu den Wechselbeziehungen von Raum und Gottesdienst, Lutherische Kirche in der Welt 45 (1998) 79-103. A. Gerhards, Raum, Bild, (Bewegung), Liturgie: Perspektiven für ein Zueinander, B. Kranemann - E. Nagel - E. Nübold, ἐκδ., Heute Gott feiern. Liturgiefähigkeit des Menschen und Menschenfähigkeit der Liturgie, Φρειβοῦργον κ.ἄ. 1999, 100-111. C. Valenziano, Liturgical Architecture, A. J. Chupungco, ἐκδ., Handbook for Liturgical Studies, Κόλλετζβιλ, 2000, 381-396. E. Walter, Aus dem Hören leben 3. Hymnologische und liturgische Vollzüge als Ästhetik der Wahrnehmung, Λειψία 2003. A. Doig, Liturgy and Architecture: from the early church to the Middle Ages (Liturgy, worship and society), Ἄλντερσοτ 2008

Δεν υπάρχουν σχόλια: