Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Δωρεά Oργάνων - Mεταμοσχεύσεις Ηθική και Θεολογική Θεώρηση

Μακαρίου Γρινιεζάκη
Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου

Εισαγωγή.

Η εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης, τόσο της θεραπευτικής όσο και της γενετικής, παρουσιάζει αλματώδη πρόοδο, που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης προσδοκίας. Πολλά είναι αυτά τα οποία έχουν ανακαλυφθεί στον τομέα της θεραπείας. Μάλιστα κάποιοι ομολογούν πως, ό,τι δεν κατάφερε η ιατρική τους περασμένους αιώνες, το κατόρθωσε τα τελευταία έτη και συγκεκριμένα τον 20ο αιώνα. Τρανότερη απόδειξη αυτού του γεγονότος είναι οι μεταμοσχεύσεις, ένα κορυφαίο επίτευγμα, που απογείωσε την πρόκληση της χειρουργικής με αναμφισβήτητα θεαματικά αποτελέσματα για την παράταση της ανθρώπινης ζωής.

Παρά τα θετικά αποτελέσματα όμως και τις προσδοκίες για την παράταση της ανρθώπινης ζωής που υπόσχονται οι μεταμοσχεύσεις το επίτευγμα δεν φαίνεται να είναι τελείως ανώδυνο από πλευράς ηθικής. Από τη μια αναγνωρίζεται η απόλυτη ανάγκη να εξασφαλισθούν όργανα ζωντανά και υγιή, από την άλλη όμως διαφαίνεται και ο κίνδυνος, εν ονόματι αυτής ακριβώς της εξασφάλισης μοσχευμάτων, να δημιουργηθούν ηθικές παρεκτροπές, όπως είναι η ανακήρυξη των ανεγκέφαλων βρεφών ως νεκρών, η διακοπή της ζωής του δότη ή η επίσπευση του θανάτου του για την όσο το δυνατόν γίνεται ταχύτερη λήψη των μοσχευμάτων. Με δυό λόγια, στη φαντασία του απλού ανθρώπου, έχει δημιουργηθεί το φάσμα μιας ομάδας μεταμόσχευσης που «τριγυρίζει» πάνω από το σώμα ενός ετοιμοθάνατου, έτοιμη να αφαιρέσει ζωτικά όργανα πριν πραγματικά πεθάνει[1].

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι: «οι δύο βασικοί άξονες του ηθικού προβληματισμού για τη δωρεά οργάνων είναι αφ’ ενός το ενδεχόμενο της εκμετάλλευσης του αυτεξουσίου του δότη, αφ’ ετέρου, του αυθαίρετου προσδιορισμού της στιγμής του θανάτου. Για το πρώτο επινοήθηκε η αντιφατική έννοια της εικαζομένης συναινέσεως και για το δεύτερο προέκυψε ο καινοφανής όρος εγκεφαλικός θάνατος. Όλη η δυναμική της βιοηθικής στο θέμα αυτό, εστιάζεται στο πόσο συναίνεση είναι η εικαζομένη και πόσο θάνατος είναι ο εγκεφαλικός»[2].

Η Εκκλησία για το θέμα των μεταμοσχεύσεων δεν έχει λάβει επίσημη θέση, παρ’ ότι είναι ένα θέμα που την αφορά άμεσα. Γι’ αυτό πρέπει να γίνει σαφές πως ό,τι κατά καιρούς ακούγεται ή δημοσιεύεται εκφράζει μεμονωμένες απόψεις που συνήθως προέρχονται από πρόσωπα τα οποία επιθυμούν να συμβάλλουν στο φλέγον ζήτημα και τα οποία έχουν γνώση και εμπειρία της εκκλησιαστικής και της θεολογικής μας παράδοσης.

Μπορεί, ωστόσο, για την εκκλησιαστική συνείδηση να μην υπάρχουν ετοιμοπαράδοτες απαντήσεις ή μπορεί η Εκκλησία να μην θελήσει να δώσει συγκεκριμένες οδηγίες για το ζήτημα, όμως η ίδια έχει τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια για τη διαμόρφωση θέσεων από τον κάθε πιστό της που επιθυμεί να συμμετέχει προσωπικά στο μυστήριο της σωτηρίας του[3]. «Άλλωστε, η πατερική περίοδος δεν εξέλιπε. Κάθε εκκλησιαστική περίοδος είναι πατερική, αρκεί να διασώζει τα ορθόδοξα εκκλησιαστικά κριτήρια ερμηνείας των προβλημάτων και των πραγμάτων. Οπότε, μεγαλύτερη σημασία μπορούμε να δώσουμε όχι τόσο στις λύσεις, αλλά στις προϋποθέσεις που καθορίζουν τη στάση μας απέναντι στα προβλήματα και στις λύσεις. Αυτό είναι το έργο της Ορθοδόξου Θεολογίας»[4].

Επομένως, για να οριοθετήσουμε μια θέση εκκλησιολογική και θεολογική επί της δωεράς οργάνων θα πρέπει να μελετήσουμε τρία επί μέρους θέματα: α. Την επιθυμία για παράταση της ζωής, β. Την ιδιαιτερότητα του ανθρωπίνου προσώπου και γ. Την προϋπόθεση της αγάπης. 

Α. Η επιθυμία για παράταση της ζωής.

Η Εκκλησία δεν έχει καμία αμφιβολία ότι οι μεταμοσχεύσεις αποτελούν ένα κορυφαίο βιοτεχνολογικό επίτευγμα που αποβλέπει όχι μονάχα στην καλυτέρευση της ποιότητας της ζωής του ανθρώπου, αλλά συνιστά και μια λύση επιβίωσης. Γι’ αυτό σέβεται την προσπάθεια της επιστήμης και αντιλαμβάνεται την αγωνία του λήπτη για την παράταση της ζωής του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το ότι ο Εζεκίας στην προσευχή του παρακαλούσε έντονα το Θεό να του χαρίσει δεκαπέντε έτη επιπλέον ζωής, και ο Θεός, σεβόμενος την επιθυμία του, του απήντησε: «και προσθήσω επί τας ημέρας σου πέντε και δέκα έτη και εκ χειρός βασιλέως Ασσυρίων σώσω σε»[5].

Πρέπει, ωστόσο, να συνειδητοποιήσουμε ότι οι προσπάθειες για την παράταση της ζωής είναι εμβαλοματικές μια και ασχολούμασθε με κάτι που όσο και να το παρατείνουμε κάποια στιγμή θα τελειώσει. Γι’ αυτό η Ορθόδοξη Θεολογία δεν εμποδίζει την ιατρική στην προσπάθειά της, ούτε φυσικά την απορρίπτει. Δεν μπορεί όμως να μην λάβει υπόψη της και την σχετικότητά της. Σημειώνει σοφά ο Ιερός Χρυσόστομος ότι ο χριστιανός δεν έχει κανένα λόγο να αποφεύγει την ιατρική ή να μην αναζητεί τους πιο έμπειρους γιατρούς[6]. Είτε όμως καταφεύγει στη βοήθεια των ιατρών, είτε παραιτείται από αυτούς, πρέπει να προσβλέπει στον Θεό και την ωφέλεια της ψυχής του: «είτε ουν εσθίετε, είτε πίνετε, είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε»[7].

Άλλωστε ο ίδιος ο Χριστός στην επίγεια παρουσία Του έκαμε πολλά θαύματα, καλυτερεύοντας με τον τρόπο αυτό την ποιότητα της ζωής των ανθρώπων. Όμως ο απώτερος σκοπός και στόχος του Θεανθρώπου δεν ήταν το δώρο της βιολογικής ζωής, που οπωσδήποτε ήταν με ημερομηνία λήξεως, αλλά το δώρο της αθανασίας. Γι’ αυτό όταν θεράπευε παράλληλα και συγχωρούσε. Από την άλλη, ο ίδιος ο Χριστός θυσιάζεται για τον κόσμο, προσφέρει το σώμα Του και το αίμα Του όχι όμως για να παρατείνει τη βιολογική ζωή αλλά κυρίως για να την ανακαινίσει και να της προσφέρει αιωνιότητα.

Αντιλαμβανόμαστε ότι, με την μονοδιάστατη εφαρμογή των μεταμοσχεύσεων και την εγκόσμια επιθυμία για παράταση της ζωής, δίδεται μεγάλη βαρύτητα στο σώμα και στην υλική υπόσταση του ανθρώπου. Η προσπάθεια αυτή σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοσκοπό για τον ορθόδοξο πιστό διότι η Εκκλησία ενδιαφέρεται για τον καθαγιασμό του ανθρώπου ως συνόλου και την σωτηρία του ως ενιαίας ψυχοσωματικής οντότητας.

Δεν υπερτονίζει την ύπαρξη της ψυχής θεωρώντας ως υποδεέστερο το σώμα, ούτε όμως και καταφρονεί την ψυχή εμμένοντας στον ανθρώπινο και σωματικό βιολογισμό.

Συνεπώς, είναι καθ’ όλα ορθό κάποιο από τα μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας να αναζητήσει βοήθεια για να παρατείνει τη ζωή του και να εφαρμόσει ό,τι η ιατρική του υπαγορεύει. Ωστόσο, και ο ίδιος και οι επιστήμονες θα πρέπει να ενεργούν με πλήρη επίγνωση ότι: α) η εξασφάλιση της υγείας και η ζωή γίνεται πρωτίστως με τη βοήθεια του ιατρού των ψυχών και των σωμάτων και β) η χρήση της επιστήμης δεν πρέπει να αποβλέπει μόνο στην βιολογική παράταση της ζωής αλλά στην παράταση της ζωής ως μιας ακόμη ευκαιρίας για περαιτέρω πνευματική πρόοδο και κυρίως για απόκτηση της αθανασίας.

Β. Η ιδιαιτερότητα του προσώπου.

Είναι λανθασμένη η νοοτροπία να ξεκινούμε με την πεποίθηση ότι το θέμα της δωρεάς οργάνων είναι δεδομένο για την Εκκλησία και ότι η Εκκλησία πρέπει οπωσδήποτε να λάβει θέση επ’ αυτού. Διότι έχει δημιουργηθεί η εντύπωση πως είναι καθήκον της Εκκλησίας να αποφαίνεται για όλα τα ζητήματα και μάλιστα οι θέσεις της θα πρέπει να είναι πάντα θετικές. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση οι περισσότεροι που ζητούν να ακούσουν άποψη εκκλησιαστική το κάνουν διότι περιμένουν η Εκκλησία να επικροτήσει τις μεταμοσχεύσεις και να επαινέσει τη δωρεά οργάνων. Όμως το ζήτημα των μεταμοσχεύσεων δεν είναι μόνο βιολογικό ή ανθρωπιστικό ή κοινωνικό αλλά και πνευματικό. Κυρίως πνευματικό. Είναι θέμα καθαρά προσωπικό και συγκεκριμένο. Αυτό σημαίνει ότι για την Εκκλησία είναι δύσκολο με ένα γενικό αφορισμό να αποφανθεί περί του θέματος. Όσο και να προσπαθούμε να κωδικοποιήσουμε συνολικές λύσεις ή προτάσεις, άλλο τόσο θα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ειδικό μέρος, δηλαδή με το προσωπικό και ιδιαίτερο για την κάθε περίπτωση.

Για να γίνει αυτό κατανοητό, θα μπορούσαμε να μελετήσουμε, εκτός από την πιθανή περίπτωση όπου κάποιος ζητά την ευλογία της Εκκλησίας για να παρατείνει τη ζωή του, το αντίθετο ενδεχόμενο, δηλαδή κάποιον να προτιμά να πεθάνει, παρά να εφαρμόσει μια μέθοδο θεραπείας που θα δημιουργούσε και το παραμικρό ηθικό δίλημμα. Η εξασφάλιση της υγείας και η παράταση της ζωής μας, που ενδεχομένως γίνεται εις βάρος κάποιας άλλης, φαίνεται να κρύβει ένα μονόπλευρο παραγκωνισμό της ψυχικής διαστάσεως του ανθρώπου, και μια λανθασμένη και αντιεκκλησιαστική πεποίθηση ότι τελικά δεν «μεταβαίνουμε εκ του θανάτου εις την ζωήν».

Αξίζει, στο σημείο αυτό να μελετήσουμε τα αισθήματα και τον εσωτερικό κόσμο που είχε ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος κατά τη διάρκεια μιας θεωρίας του Θεού, όπως αυτά εκφράζονται σε ένα από τα ποιητικά του κείμενα. Ο ίδιος ομολογεί ότι έβλεπε ολόκληρο το σώμα του ως σώμα Χριστού:

«Τις η άμετρος ευσπλαχνία σου, σώτερ;
Πως ηξίωσας μέλος σόν με γενέσθαι,
τον ακάθαρτον, τον άσωτον....;
Πώς ενέδυσας στολήν με λαμπροτάτην,
απαστράπτουσαν αίγλην αθανασίας
και φως ποιούσαν άπαντά μου τα μέλη;
Σώμα γάρ το σον, το άχραντον και θείον
απαστράπτει όλον πυρί θεότητός σου
αναφυραθέν και συμμιγέν αρρήτως
τούτο ου καμοί εδωρήσω, Θεέ μου.
Το γάρ ρυπαρόν και φθαρτόν τούτο σκήνος
τω παναχράντω ενωθέν σώματί σου
και μιγέν το αίμα μου τω αίματί σου
ηνώθην, οίδα και τη θεότητί σου
και γέγονα σον καθαρώτατον σώμα,
μέλος εκλάμπον, μέλος άγιον όντως,
μέλον τηλαυγές και διαυγές και λάμπον»[8].

Βεβαίως, «δεν μπορώ να εισέλθω στην καρδιά του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου για να γνωρίσω τι θα έκανε ύστερα από αυτήν την εμπειρία, εάν του ζητούσαν να γίνη δωρητής σώματος. Δεν μπορώ ακόμη να εισέλθω στην καρδιά του θεουμένου αυτού ανθρώπου και να εξετάσω αν θα ήθελε να δεχθή μόσχευμα για να επιμηκύνει τον χρόνο υπάρξεώς του επάνω στη γη»[9].

Γι’ αυτό η Εκκλησία πέρα από οποιαδήποτε ωφέλεια σωματική και βιολογική δεν μπορεί να παραβλέψει και τον εσωτερικό, τον ψυχικό κόσμο του κάθε ανθρώπου, ο οποίος μπορεί να επιθυμεί την μεταμόσχευση για λόγους βιολογικούς, όμως για λόγους καθαρά πνευματικούς μπορεί και να την απορρίπτει για τον εαυτό του.

Συνεπώς πρέπει να σεβαστούμε το πρόσωπο, να αποδεχθούμε κάποιον που θέλει να λάβει μόσχευμα ή κάποιον που θέλει να γίνει δωρητής, αλλά παράλληλα να κατανοήσουμε και όποιον έχει ενδοιασμούς ή φόβους ή οποιεσδήποτε αναστολές στο να δωρίσει τα όργανά του, ιδιαιτέρως τα ζωτικά.

Επομένως, «Η Εκκλησία αισθάνεται το φιλάνθρωπο χρέος της έναντι στο λήπτη – ο οποίος έχει ανάγκην να ζήση – αντιλαμβάνεται όμως περισσότερον και τόν ρόλον της στο πλευρό του δότου – ο οποίος μπορεί ελευθέρως να προσφέρη. Επ’ ουδενί λόγω και με κανένα τρόπο δεν θυσιάζει τον σεβασμό προς τον δότη στην ανάγκη επιβιώσεως του λήπτη. Ο σκοπός μας δεν πρέπει να είναι να ζήση ο λήπτης, ο σκοπός πρέπει να εστιαστεί στο να δώση ο δότης[10]. Εάν κάποιος επιθυμή να γίνη δωρητής τον ευλογεί. Εάν δυσκολεύηται τον κατανοή. Αυτή είναι η προστασία του προσώπου. Το πνεύμα της δεν υποτάσσεται στην ανάγκην των μεταμοσχεύσεων, αλλά υπηρετεί τον σεβασμόν του προσώπου»[11].

Γ. Η προϋπόθεση της αγάπης.

Αν κάνουμε μια αναδρομή στην εκκλησιαστική ιστορία θα συναντήσουμε πολλά παραδείγματα ανθρώπων που οδηγήθηκαν στο μαρτύριο και έχυσαν το αίμα τους για την αγάπη του Χριστού, που πούλησαν τους εαυτούς τους ως δούλους για να ελευθερώσουν άλλους και που παρακαλούσαν το Θεό να λάβουν την ασθένεια του αδελφού τους προκειμένου να θεραπευθεί ο πλησίον[12].

Είναι σαφές ότι σύμφωνα με την χριστιανική ηθική ο κάθε άνθρωπος μπορεί ανά πάσα ώρα και στιγμή να γίνει δωρητής οργάνων και ιστών, όταν ο ίδιος αυτοβούλως το επιθυμεί και το θεωρεί ως μια εσωτερική και πνευματική ανάγκη, η οποία εκφράζεται με το κένωμα της αγάπης του προς τον πλησίον. Η προσφορά αυτή μπορεί να περιορίζεται στην χορήγηση αίματος, μπορεί να προχωρεί στην προσφορά ενός εκ των διπλών οργάνων, για παράδειγμα νεφρού, μπορεί όμως και να κορυφώνεται με την προσφορά ζωτικού οργάνου, που επιφέρει το θάνατο του δότη και ακολούθως την εξασφάλιση της ζωής του λήπτη.

Η πράξη αυτή, που από πολλούς μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη αυτοκτονίας, αφού ο δότης όταν δωρίζει ζωτικό όργανο αποθνήσκει, ουσιαστικά για την Εκκλησία, που βλέπει τα πράγματα εσχατολογικά, θεωρείται ως μια πράξη αυτοθυσίας. Η αυτοκτονία προέρχεται από τον πολύ εγωισμό και την έλλειψη της αγάπης, η αυτοθυσία όμως εμπνέεται από την πολλή ταπείνωση και την υπερβάλλουσα αγάπη. Στην αυτοκτονία τα κίνητρα είναι ιδιοτελή και χρησιμοθηρικά, στην αυτοθυσία όμως είναι ανιδιοτελή και πνευματικά. Στην περίπτωση της αυτοκτονίας ο άνθρωπος βιώνει έναν μηδενισμό, ενώ στην περίπτωση της αυτοθυσίας χορηγεί ακόμα και το σώμα του βιώνοντας έτσι μια πληρότητα αγάπης. Αυτό πρότεινε ο Χριστός όταν έλεγε: «Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού»[13].

Η άποψη αυτή, βέβαια, μπορεί να θεωρηθεί ως απαράδεκτη ακόμη και από θεολογικής πλευράς. Η αρνητική επιχειρηματολογία επικεντρώνεται στο ότι το σώμα μας δεν μας ανήκει, ούτε η ζωή είναι προσωπικό δικαίωμα του καθενός μας. Είναι δώρα του Θεού και κατά συνέπεια κανείς δεν μπορεί να διαχειρίζεται αυτοβούλως το σώμα του και να δωρίζει μέλη και όργανα όταν αυτά θα του στερήσουν την ζωή, ακόμη και αν αυτή η πράξη φαίνεται ότι εκπληρώνει τον ιερότερο σκοπό.

«Ωστόσο, όταν ο Απόστολος Παύλος βεβαιώνει ότι οι Γαλάτες θα ήταν έτοιμοι να του προσφέρουν και τα μάτια τους ακόμη, αν ήταν δυνατόν, περιγράφει την προθυμία τους για αυτοθυσία[14]. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Αββάς-Άγιος Αγάθων, όταν λέει ότι θα ήταν ευτυχής, αν μπορούσε να δώσει το σώμα του σε κάποιον λεπρό και να πάρει το δικό του εκφράζει την πλησμονή της αγάπης του, που πρακτικοί λόγοι δεν επέτρεπαν να υλοποιήσει[15]. Αν μια τέτοια αγάπη διευκολύνεται σήμερα με την παρέμβαση της ιατρικής, όχι μόνο δεν μπορεί να κατακριθεί, αλλά είναι επόμενο και να επαινεθεί. Ποιος δεν θα επαινέσει κάποια μητέρα, που δίνει το μάτι ή το νεφρό της, για να δει ή να ζήσει το παιδί της; Και τι θα μπορούσε να πει κάποιος, αν αυτή η μητέρα προσφερόταν να δώσει το ήπαρ ή την καρδιά της, για να ζήσει το παιδί της; Βέβαια δεν θα βρισκόταν μάλλον ο γιατρός για να πραγματοποιήσει την μεταμόσχευση αυτή. Ποιος όμως θα μπορούσε να αρνηθεί το μεγαλείο της προσφοράς αυτής»[16];

Από την άλλη, μιλώντας κανείς για μια τέτοιας μορφής αγάπη πολύ εύκολα μπορεί να παραπλανηθεί και να ταυτίσει την γνήσια αγάπη με συναισθηματισμούς ή άλλες ιδιοτέλειες, που πόρρω απέχουν από την θυσιαστική αγάπη του Χριστού στην οποία αναφερόμαστε. «Εκείνο το οποίο μπορούμε να πούμε είναι ότι δεν αρκεί για την σωτηρία η λεγόμενη φυσική αγάπη, την οποία μπορεί να έχουν και οι άθεοι, αλλά η λεγόμενη πνευματική αγάπη, που είναι καρπός και αποτέλεσμα της κοινωνίας του ανθρώπου με τον Τριαδικό Θεό εν προσώπω Ιησού Χριστού. Ο αλτρουισμός έχει την κοινωνική και ανθρωπιστική του αξία, αλλά πρέπει να συντονίζεται στον ρυθμό της πνευματικής αγάπης»[17].

Συνεπώς, είναι βασικό κάθε πράξη μεταμόσχευσης να έχει ως κίνητρο και βάση την αγάπη, η οποία μπορεί κάποιες φορές να είναι θυσιαστική. Όμως δεν πρέπει να παραβλέπουμε και το ενδεχόμενο της αλλοτρίωσης αυτής της αγάπης από εξωγενείς παράγοντες, ιδιοτελείς και συναισθηματικούς. Όταν η αγάπη της προσφοράς δεν εξυπηρετεί τη σωτηρία μας, τότε εκλείπουν οι πνευματικοί λόγοι των μεταμοσχεύσεων. Είναι ενδεικτικό αυτό που σημειώνει ο Παύλος: «και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω ουδέν ωφελούμαι»[18].

Ε. Επίλογος-Συμπεράσματα.

Μετά από όλα όσο αναφέρθηκαν παραπάνω θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στις εξής συμπερασματικές θέσεις:
Είναι καθ’ όλα ορθό κάποιο από τα μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας να αναζητήσει βοήθεια για να παρατείνει τη ζωή του και να εφαρμόσει ό,τι η ιατρική του υπαγορεύει. Ωστόσο, και ο ίδιος και οι επιστήμονες θα πρέπει να ενεργούν με πλήρη επίγνωση ότι δεν πρέπει να αποβλέπουμε μόνο στην βιολογική παράταση της ζωής αλλά στην παράταση της ζωής ως μιας ακόμη ευκαιρίας για περαιτέρω πνευματική πρόοδο και κυρίως για μετοχή στην εν Χριστώ Ζωή. Αυτό το οποίο είναι σημαντικό είναι να ανακαινίσουμε τη ζωή μας και όχι να την παρατείνουμε, αφού η οποιαδήποτε παράταση κάποια στιγμή θα τελειώσει.
Η Εκκλησία σέβεται απολύτως το πρόσωπο του κάθε ανθρώπου και τις επιλογές του. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχθούμε κάποιον που επιθυμεί να λάβει μόσχευμα, αλλά παράλληλα να κατανοήσουμε και κάποιον ο οποίος για πνευματικούς λόγους δεν επιθυμεί να λάβει. Επίσης να αποδεχθούμε κάποιον που θέλει να γίνει δωρητής, αλλά παράλληλα να κατανοήσουμε και όποιον έχει ενδοιασμούς ή φόβους ή οποιεσδήποτε αναστολές στο να δωρίσει τα όργανά του, ιδιαιτέρως τα ζωτικά.
Η Εκκλησία στην προσπάθειά της για τη διαμόρφωση οποιασδήποτε γνώμης επί του θέματος των μεταμοσχεύσεων θα πρέπει να θέσει άλλα κριτήρια και όχι να περιοριστεί μόνο στον προσδιορισμό του θανάτου. Η προσφορά οργάνων για το χριστιανό δεν πρέπει να συνδέεται με το θάνατο αλλά με την αυτοθυσία και την αγάπη. Επανεξετάζοντας την ηθική των μεταμοσχεύσεων από μια θεολογική σκοπιά ίσως θα κριθεί σκόπιμο να μετατεθεί η βαρύτητα που δίδεται στον προσδιορισμό και τα κριτήρια του εγκεφαλικού θανάτου σε άλλους παράγοντες όπως η αγάπη και η ελευθερία.
Είναι βασικό κάθε πράξη μεταμόσχευσης να έχει ως κίνητρο και βάση την αγάπη, η οποία μπορεί κάποιες φορές να είναι θυσιαστική. Όμως δεν πρέπει να παραβλέπουμε και το ενδεχόμενο της αλλοτρίωσης αυτής της αγάπης από εξωγενείς παράγοντες, ιδιοτελείς και συναισθηματικούς. Όταν η αγάπη της προσφοράς δεν εξυπηρετεί τη σωτηρία μας, τότε εκλείπουν οι πνευματικοί λόγοι των μεταμοσχεύσεων. Είναι ενδεικτικό αυτό που σημειώνει ο Παύλος: «και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω ουδέν ωφελούμαι»[19].
Η Εκκλησία σε κάθε περίπτωση μεταμόσχευσης θα επιθυμούσε να εξασφάλιζε την ελευθερία του δότη. Είναι σημαντικό στην υπόθεση των μεταμοσχεύσεων ο δότης να είναι δωρητής, που σημαίνει ότι ο ίδιος ελεύθερα συναινεί.
Τέλος, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία εν συνόλω δεν έχει λάβει επίσημη θέση για το ζήτημα των μεταμοσχεύσεων. Όμως η μέχρι τώρα στάση της δεν είναι ούτε προτρεπτική, ούτε αποτρεπτική αλλά επιτρεπτική.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πηγές.
  • Αγία Γραφή.
  • Αποφθέγματα αγίων Γερόντων, περί Αββά Αγάθωνος, PG 65, 116C.
  • Ειρηναίου Λουγδούνων, Έλεγχος Ψευδονύμου Γνώσεως 6, PG, 7, 1137.
  • Ιωάννου Χρυσοστόμου, Προς Ολυμπιάδα 17, PG Migne 52, 590.
  • Συμεών Νεόυ Θεολόγου, S.C. 156, 176-178.
Βοηθήματα.
  • Andronikof Marc, Μεταμοσχεύσεις και Εγκεφαλικός Θάνατος, Σύναξη, Τεύχος 68, Οκτώβριος-Δεκέμβριος, 1998.
  • Βλάχου Ιεροθέου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Η Θέση της Εκκλησίας για τις Μεταμοσχεύσεις, στο βιβλίο: Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίο επμελήθηκε η Ειδική Συνοδική Επιτροπή επί της Βιοηθικής, Έκδοση Κλάδου Επικοινωνίας και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2001.
  • Brech John, Βιοηθικά διλήμματα και Ορθοδοξία, Σύναξη, Τεύχος 68, Οκτώβριος-Δεκέμβριος, 1998.
  • Childress James F, Who shall live when not all can live, Abridged from Soundings, Vol. 53,1970.
  • Γρινιεζάκη Μακαρίου Αρχιμανδρίτου, Κλωνοποίηση: Ηθικοκοινωνικές και Θεολογικές Συνιστώσες, Εκδόσεις Ακρίτας, Σειρά: Παντοδαπά της Βιοηθικής, Τόμος 1ος, Αθήνα 2005.
  • Joel L. Swerdlow, Μεταμοσχεύσεις Ένα Ελπιδοφόρο Είδος Συγγενείας, Γαιόραμα, Έτος 7ο, Ιούλιος Αύγουστος 2000, τεύχος 38.
  • Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Βασικαί θέσεις επί της ηθικής των μεταμοσχεύσεων. Το κείμενο έχει δημοσιευθεί στο βιβλίο: Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίο επιμελήθηκε η Ειδική Συνοδική Επιτροπή επί της Βιοηθικής, Έκδοση Κλάδου Επικοινωνίας και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2001.
  • Κεσελόπουλου Ανέστη, Προσεγγίζοντας τις Μεταμοσχεύσεις, Περιοδικό Ίνδικτος, Τεύχος 14, Ιούνιος 2001.
  • Μαντζαρίδη Γεωργίου, Θεολογική Προβληματική των Μεταμοσχεύσεων, στο βιβλίο: Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίο επμελήθηκε η Ειδική Συνοδική Επιτροπή επί της Βιοηθικής, Έκδοση Κλάδου Επικοινωνίας και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2001.
  • Μπούμη Παναγιώτου, Μεταμοσχεύσεις Προβληματισμοί-Θεολογική Θεώρηση, Εκδόσεις Επτάλοφος, Αθήνα 1999.
  • Συναξάρι των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού της 1ης Νοεμβρίου.
  • Τούντα Κ., Μεταμοσχεύσεις οργάνων, Επιστήμη και Ζωή, τόμ. 12.
  • Χατζηγιαννάκη Μ. Κλινική Ανοσολογία, Δ. Απόρριψη Μοσχευμάτων, Τόμος Β΄, Έκδοσις Πασχαλίδης, Αθήνα 1989.
  • Χατζηνικολάου Νικολάου Αρχιμανδρίτου, Πνευματική ηθική και παθολογία των μεταμοσχεύσεων, στο βιβλίο: Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίο επιμελήθηκε η Ειδική Συνοδική Επιτροπή επί της Βιοηθικής, Έκδοση Κλάδου Επικοινωνίας και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2001.
  • Χριστοδουλίδη Κυπριανού, Μεταμοσχεύσεις: Λύση ή Πρόβλημα;, Εκδόσεις Υπακοή, Αθήνα 1995, σελ. 25.

[1] Breck John, Βιοηθικά διλήμματα και Ορθοδοξία, Σύναξη, Τεύχος 68, Οκτώβριος-Δεκέμβριος, 1998, σελ. 16.

[2] Αρχιμανδρίτου Νικολάου Χατζηνικολάου, Πνευματική ηθική και παθολογία των μεταμοσχεύσεων, στο βιβλίο: Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίο επιμελήθηκε η Ειδική Συνοδική Επιτροπή επί της Βιοηθικής, Έκδοση Κλάδου Επικοινωνίας και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2001, σελ. 288.

[3] Αρχιμανδρίτου Μακαρίου Γρινιεζάκη, Κλωνοποίηση: Ηθικοκοινωνικές και Θεολογικές Συνιστώσες, Εκδόσεις Ακρίτας, Σειρά: Παντοδαπά της Βιοηθικής, Τόμος 1ος, Αθήνα 2005, σελ. 15.

[4] Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, Η Θέση της Εκκλησίας για τις Μεταμοσχεύσεις, στο βιβλίο: Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίο επμελήθηκε η Ειδική Συνοδική Επιτροπή επί της Βιοηθικής, Έκδοση Κλάδου Επικοινωνίας και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2001, σελ. 338.

[5] Δ΄ Βασ. 20, 6.

[6] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Προς Ολυμπιάδα 17, PG Migne 52, 590.

[7] Α Κορ. 10, 31.

[8] Συμεών Νεόυ Θεολόγου, S.C. 156, 176-178.

[9] Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, όπ. π. σελ. 355.

[10] Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Βασικαί θέσεις επί της ηθικής των μεταμοσχεύσεων. Το κείμενο έχει δημοσιευθεί στο βιβλίο: Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίο επιμελήθηκε η Ειδική Συνοδική Επιτροπή επί της Βιοηθικής, Έκδοση Κλάδου Επικοινωνίας και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2001, σελ. 22.

[11] Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Βασικαί θέσεις επί της ηθικής των μεταμοσχεύσεων, όπ. π. σελ. 34.

[12] Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, όπ. π., σελ. 357.

[13] Ιωάν.15, 13.

[14] Γαλ. 4, 15.

[15] Αποφθέγματα αγίων Γερόντων, περί Αββά Αγάθωνος, PG 65, 116C.

[16] Ματζαρίδου Γεωργίου, όπ. π., 265.

[17] Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, όπ. π., σελ. 358.

[18] Α΄ Κορ. 13, 3.

[19] Α΄ Κορ. 13, 3.

Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης (19/5/2011)

Δεν υπάρχουν σχόλια: