Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Γρηγόριος Παλαμάς Λόγος εις Δ΄Κυριακή Νηστειών

Κυριακή Δ’ των Νηστειών, Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος

Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

Ομιλία με θέμα το Ευαγγέλιον το αναγιγνωσκόμενο κατ’ αυτήν όπου γίνεται λόγος και για την επιμέλεια των εσωτερικών λογισμών.

Αν και πολλές φορές μίλησα προς την αγάπη σας περί νηστείας και προσευχής, και μάλιστα κατά τις ιερές αυτές ημέρες, δεν έφθασαν για να πληροφορήσω τις φιλόθεες ψυχές και τις ακοές σας ποια δώρα χαρίζουν στους εραστές τους και πόσων αγαθών γίνονται πρόξενοι σε εκείνους που τις ασκούν· αυτό γίνεται ιδιαιτέρως φανερό από τους λόγους του Κυρίου που αναγινώσκονται στο σημερινό Ευαγγέλιο. Και ποιο είναι αυτό; Μεγάλο, το μεγαλύτερο απ’ όλα θα λέγαμε· διότι εκτός των άλλων μπορεί να τους παρέχει εξουσία εναντίον των πονηρών πνευμάτων, ώστε να τα εκβάλλουν και να τα εκδιώκουν, και να ελευθερώνουν τους δαιμονιζομένους από την επήρειά τους. Πράγματι, όταν οι μαθηταί είπαν προς τον Κύριον περί του αλάλου και κωφού δαιμονίου, ότι « ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό», ο Κύριος είπε προς αυτούς· «τούτο το γεγονός ουκ εκπορεύεται, ει μη εν προσευχή και νηστεία».

Αυτός ήταν και ο λόγος, όπως φαίνεται, για τον οποίο καταβαίνοντας μετά από την προσευχή που έκανε στο όρος Θαβώρ και την κατά την διάρκεια της εμφάνισης της θεϊκής αυγής, αμέσως ήλθε στον τόπο όπου βρισκόταν ο κατεχόμενος από εκείνον τον δαίμονα. Λέγει δηλαδή, ότι αφού παρέλαβε τους προκρίτους των μαθητών, ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθεί και έλαμψε σαν τον ήλιο, και ιδού παρουσιάστηκαν ο Μωϋσής και ο Ηλίας οι οποίοι συνομιλούσαν μαζί του. Αυτοί οι δύο είχαν περισσότερο από όλους σχεδόν τους ανθρώπους ασκήσει την προσευχή και την νηστεία, γι’ αυτό και παρουσιάστηκαν κατά την ώρα της προσευχής, για να δείξουν ότι η προσευχή και η νηστεία αγαπούν να είναι πάντα μαζί, ώστε όταν η προσευχή μιλάει προς τον Κύριο, να συμμετέχει και η νηστεία στην συνομιλία. Πράγματι εάν η φωνή αίματος του αδικημένου Άβελ βοά προς τον Κύριον, όπως ο ίδιος είπε προς τον Κάϊν, καθώς μάθαμε από τον Μωϋσή, άρα οπωσδήποτε και όλα τα μέρη και μέλη του σώματος, όταν κακοπαθούν με την νηστεία, θα βοήσουν προς τον Κύριο· και απευθυνόμαστε προς τον Κύριο σα να συμπροσεύχονται με την προσευχή του νηστεύοντος, δίκαια θα την καταστήσουν πλέον ευπρόσδεκτο, δικαιώνοντας αυτόν που υφίσταται εκουσίως τον κόπο της νηστείας.

Αφού λοιπόν ο Κύριος προσευχήθηκε και έλαμψε θεοπρεπώς, κατέβηκε από το όρος και ήλθε προς τον όχλο και τους μαθητές, προς τους οποίους προσάχθηκε εκείνος που είχε το δαιμόνιο ώστε, όπως έδειξε ότι αυτό που συνέβη στο όρος ήταν βραβείο της νηστείας και της προσευχής όχι απλώς μεγάλο αλλά περισσότερο από μεγάλο- επειδή έδειξε ότι η θεία λαμπρότητα ήταν έπαθλο αυτών των δύο- έτσι και τώρα που κατέβηκε θα επιδείξει ότι έπαθλο αυτών είναι και η εξουσία κατά των δαιμόνων.

Αλλά επειδή κατά την παρούσα Κυριακή των Ιερών Νηστειών διαβάζεται στην Εκκλησία η διήγηση του θαύματος αυτού, ας εξετάσουμε από την αρχή όλη την ευαγγελική περικοπή που το περιγράφει.

Μόλις λοιπόν, λέει, ήλθε ο Ιησούς προς τους μαθητές και τους παρευρισκομένους μαζί τους και τους ρώτησε τι συζητούν, κάποιος από τον όχλο απεκρίθηκε, «διδάσκαλε, ήνεγκα (έφερα) τον υιόν μου προς σε έχοντα πνεύμα άλαλον, και όπου αν αυτόν καταλάβη, ρήσσει (τον συγκλονίζει) και αφρίζει και τρίζει τους οδόντας αυτού και ξηραίνεται». Πως λοιπόν αυτός άφριζε και έτριζε τα δόντια και εξηραίνετο; Του δαιμονιζομένου πρώτο και περισσότερο από τα άλλα όργανα του σώματος πάσχει ο εγκέφαλος· διότι ο δαίμονας χρησιμοποιεί το ψυχικό πνεύμα που υπάρχει εκεί ως όχημα και από αυτό, σαν από κάποια ακρόπολη, καταδυναστεύει όλο το σώμα. Και όταν πάσχει ο εγκέφαλος, εκκρίνεται από εκεί ένα αφρώδες και φλεγματώδες υγρό προς τα νεύρα και τους μυς του σώματος, το οποίο αποφράσσει τις διεξόδους του ψυχικού πνεύματος. Από αυτό προκαλείται σπασμός και τρόμος και ακούσιες κινήσεις σε κάθε μέλος που υπόκειται στη βούληση, και ιδιαίτερα στις γνάθους , επειδή αυτές βρίσκονται πλησιέστερα στο όργανο που πλήγηκε πρώτο. Καθώς δε το περισσότερο υγρό ρέει προς το στόμα λόγω της χωρητικότητος των κοιλοτήτων του και της εγγύητος προς τον εγκέφαλο και η εκπνοή δεν μπορεί να γίνει ελεύθερα εξ αιτίας της ατάκτου κινήσεως των οργάνων , ο εκπνεόμενος αέρας αναμιγνύεται με το πλήθος του υγρού και δημιουργείται στους πάσχοντες αφρός. Με αυτόν τον τρόπο εκείνο το δαιμόνιο προκάλεσε τον αφρό στο στόμα και τον τριγμό στα δόντια του νέου, τα οποία κτυπούσε φοβερά και έσφιγγε με μανία. Όπως οι ατμοί κινούμενοι από την θερμότητα των ηλιακών ακτίνων , και ιδίως όταν αυτή είναι πολύ υψηλή, διασκορπίζονται και εξατμίζονται εντελώς, έτσι και η υγρότης των σπλάχνων καταναλώνεται από την επήρεια του δαίμονος. Όταν δε αυτή είναι σφοδροτέρα , δαπανάται σε λίγο και η φυσική υγρασία του σώματος και ο δαιμονιζόμενος καταξηραίνεται.

Ο δε πατέρας του δαιμονιζομένου πρόσθεσε στον Κύριο ότι είπε στους μαθητές να εκβάλουν το δαιμόνιο και δεν μπόρεσαν∙ και ο Κύριος αποτεινόμενος όχι μόνον προς αυτόν αλλά και προς όλους λέγει: «ω γενεά άπιστος, έως πότε προς ημάς έσομαι , έως πότε ανέξομαι υμών;». Μου φαίνεται πως οι τότε παρόντες Ιουδαίοι παίρνοντας αφορμή από τη αδυναμία των μαθητών να εκδιώξουν τον δαίμονα , κάποια βλασφημία θα εξεστόμισαν. Τι δεν θα είπαν τώρα που βρήκαν αφορμή, αυτοί που, και όταν τελούνταν θαύματα, δεν άφηναν την βλασφημία; Γνωρίζοντας λοιπόν ο Κύριος τους γογγυσμούς και τους ονειδισμούς τους, τους ελέγχει και τους καταισχύνει παντοιοτρόπως, όχι μόνο με λόγους επιτιμητικούς , αλλά και με έργα και λόγια γεμάτα φιλανθρωπία. Πράγματι, προστάσσει λέγοντας «φέρετε μοι αυτόν ωδέ. Και ήνεγκαν (τον έφεραν), και ίδον τον Κύριον το δαιμόνιον εσπάραξε τον άνθρωπον και πεσών επί της γης εκυλίετο αφρίζων» διότι του επετράπηκε να φανερώσει την κακία του. Ο δε Κύριος ρώτησε τον πατέρα του παιδιού, «πόσος χρόνος εστίν ως τούτο γέγονεν αυτώ». Αυτήν την ερώτηση την κάνει ο Κύριος από φιλανθρωπία, για να πιστέψει και να παρακαλέσει με πίστη. Επειδή τόσο απείχε ο άνθρωπος αυτός από την πίστη, ώστε δεν ικέτευε ούτε για την σωτηρία του παιδιού του. Γι’ αυτό δεν παρεκάλεσε καν ούτε τους μαθητές ∙ τους είπα , λέγει, να το εκβάλουν. Δεν προσέπεσε, δεν ικέτευσε , δεν παρεκάλεσε , αλλά ούτε τον Κύριο φαίνεται να παρεκάλεσε ακόμη. Γι’ αυτό , αφήνοντας ο Κύριος το παιδί να κείτεται ελεεινώς εμπρός στα μάτια του, απευθύνεται σ΄ εκείνον , ρωτώντας τον χρόνο του πάθους και προκαλώντας τον προς αίτηση∙ εκείνος αποκρίθηκε ότι του συμβαίνει αυτό από την παιδική ηλικία και πολλές φορές τον έριξε στο πυρ και στα ύδατα για να τον σκοτώσει, και προσθέτει «αλλ΄ ει τι δύνασαι , βοήθησον ημίν, σπλαχνισθείς εφ΄ ημάς ».

Βλέπετε πόση είναι η απιστία του ανδρός; Διότι αυτός που λέγει: «αν ημπόρης» φανερώνει βεβαίως ότι δεν πιστεύει πως ο άλλος έχει την δυνατότητα. Ο δε Κύριος είπε το «ει δύνασαι πιστεύσαι , πάντα δυνατά τω πιστεύωντι» και αυτό το λέγει όχι επειδή αγνοεί την απιστία εκείνου, αλλά προάγοντας τον βαθμιαίως προς την πίστη και συγχρόνως δείχνοντας ότι η αιτία που και οι μαθητές δεν εξέβαλαν τον δαίμονα ήταν η δική τους απιστία. Πρόσεξε τον Ευαγγελιστή∙ δεν είπε ότι ο Κύριος με τα λόγια «ει δύνασαι πιστεύσαι» ζήτησε από τον πατέρα του παιδιού πίστη για τη θεραπεία, όπως πάντοτε σχεδόν απαιτεί την πίστη από αυτούς που επιζητούν τις ιάσεις∙ αλλά επειδή είναι και των ψυχών Δεσπότης και ο κηδεμόνας, προσπαθούσε να τις θεραπεύσει κι αυτές με την πίστη. Και εκείνος, ο πατέρας του παιδιού, καθώς άκουσε ότι η θεραπεία εξαρτάται από την πίστη του, έλεγε με δάκρυα: «πιστεύω Κύριε, βοήθει μου την απιστία μου». Βλέπετε άριστη προκοπή ηθών; Όχι μόνο πίστεψε περί της θεραπείας του υιού του, αλλά και ότι ο Κύριος μπορεί να κατανικήσει και την απιστία του, εάν το θελήσει. Επειδή δε με τον διάλογο αυτό είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται κόσμος, επετίμησε, λέγει, ο Κύριος το ακάθαρτο πνεύμα λέγοντάς του : «το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σοι επιτάσσω, έξελθε εξ αυτού, και μηκέτι εισελθής εις αυτόν». Όλα δείχνουν ότι αυτό το δαιμόνιο είναι φοβερώτατο και θρασύτατο∙ διότι η σφοδρότητα της επιτιμήσεως και η παραγγελία να μην εισέλθει πλέον , φανερώνει ακριβώς την θρασύτητα του δαιμονίου, το οποίο φαίνεται πως, αν δεν το επιτιμούσε, θα επανέρχετο. Διότι είχε σε μεγάλο βαθμό κυριεύσει τον άνθρωπο και δύσκολα μπορούσε να αποσπασθεί, ήταν δε και κωφό και άλαλο, ώστε να αδυνατεί να αμυνθεί κάπως ή φύση στην υπερβολική μανία του, γι’ αυτό και Είχε καταντήσει σε σχεδόν τέλεια αναισθησία έπειτα προσθέτει ότι «και κράξαν και πολλά σπαράξαν αυτόν, εξήλθε, ο δε άνθρωπος εγένετο ωσεί νεκρός, ώστε πολλούς λέγειν ότι απέθανεν». Η κραυγή δεν αντίκειται στο γεγονός ότι το δαιμόνιο ήταν άλαλο επειδή η μεν λαλιά είναι φωνή που εκφράζει κάποια έννοια, ενώ η κραυγή είναι χωρίς νόημα. Αφήνεται το δαιμόνιο και να σπαράξει τον άνθρωπο τόσο και να το αφήσει σα νεκρό, για να φανερωθεί όλη του η κακία. Ο Κύριος όμως, παίρνοντας το παιδί από το χέρι, το ανήγειρε και αυτό σηκώθηκε, δείχνοντας έτσι ότι έχει πολλή ενέργεια, το ότι κράτησε το νέο από το χέρι ήταν της δικής μας κτιστής ενέργεια, ενώ το ότι ανηγέρθηκε απηλλαγμένο από κάθε κακό ήταν της ακτίστου και θεϊκής και ζωαρχικής ενεργείας.

Όταν τον ρώτησαν ιδιαιτέρως οι μαθητές: «διατί ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό;» τους είπε ότι αυτό το δαιμόνιο «εν ουδενί δύναται εξελθείν, ει μη εν προσευχή και νηστεία». Και ορισμένοι λέγουν ότι αυτή η προσευχή και η νηστεία πρέπει να γίνεται από τον πάσχοντα, δεν είναι όμως έτσι διότι αυτός που ενεργείται από πονηρό πνεύμα, και μάλιστα τόσο φοβερό, αφού είναι όργανο εκείνου και από εκείνο καταδυναστεύεται, πως θα ήταν δυνατόν να προσευχηθεί ή να πιστεύσει προς όφελος του εαυτού του;

Φαίνεται δε ότι αυτό το δαιμόνιο είναι της ακολασίας, το οποίο άλλοτε ρίπτει αυτόν που κατέλαβε στο πυρ – τέτοιοι είναι οι αλλόκοτοι και ανέραστοι έρωτες – άλλοτε τον καταβυθίζει στα ύδατα διά της αδηφαγίας και των αμέτρων ποτών και συμποσίων. Είναι δε και σ’ αυτούς κωφό και άλαλο το δαιμόνιο τούτο διότι όποιος πείθεται στις υποβολές του δεν υπομένει εύκολα ούτε να ακούει ούτε να λαλεί τα θεία. Εάν όμως κάποιος δεν έχει αυτό το πονηρό πνεύμα ως ένοικο, αλλά άγεται και φέρεται από τις υποβολές του, όταν συνέλθει και θελήσει να επιστρέψει (επειδή έχει ακόμη το αυτεξούσιο) έχει ανάγκη από προσευχή και νηστεία, ώστε με την μεν νηστεία να χαλιναγωγήσει το σώμα και να καταστείλει τις επαναστάσεις του, με την προσευχή δε να αδρανοποιήσει και να κατευνάσει τις χαραγμένες στην ψυχή του εμπειρίες και παραστάσεις και τους λογισμούς που ερεθίζουν προς το πάθος και έτσι απελαύνοντας με την προσευχή και την νηστεία τη σατανική επίθεση και επήρεια να κυριαρχήσει το πάθος.

Όταν όμως δεν ενεργείται απλώς από την υποβολή του δαίμονος, αλλά έχει ένοικο τον ίδιο, τότε δεν πάσχει πλέον ανθρώπινα ούτε μπορεί να πράξει κάτι ο ίδιος προς θεραπεία του, αλλά αυτό που θα έκανε εκείνος, αν είχε το νου του ελεύθερο, αυτό πραττόμενο για χάρη του από τους ελεύθερους και μάλιστα αυτούς που είναι μέτοχοι Θείου Πνεύματος, παρά πολύ θα συντελέσει στο να εκβληθεί το δαιμόνιο. Το να εκδιώκουμε όμως τα δαιμόνια δεν μας απαιτείται , και αν ημπορέσωμε να το κάνωμε , καθόλου δεν θα ωφεληθούμε , εάν ο βίος μας είναι απρόσεκτος. Διότι λέγει «πολλοί ερούσι μοι εν εκείνη τη ημέρα∙ Κύριε ου τω σω ονόματι προεφητεύσαμεν, και τω σω ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν; Και ερώ προς αυτούς, ουκ οίδα υμάς, αποχωρείτε απ’ εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν». Ώστε πολύ πιο κερδισμένοι θα είμαστε, όταν σπεύσουμε να βγάλουμε από την ψυχή μας το πάθος της πορνείας και της οργής και του μίσους και της υπερηφάνειας, από το να βγάλουμε δαιμόνια. Διότι δεν αρκεί να απαλλαγούμε μόνο από την σωματική αμαρτία αλλά πρέπει να αποκαθαίρουμε και τη ενέργεια η οποία είναι εγκατεστημένη μέσα στην ψυχή ∙ διότι από την καρδία μας αναιβαίνουν οι κακοί διαλογισμοί, οι μοιχείες, οι πορνείες, οι φόνοι, οι κλοπές, οι πλεονεξίες και τα παρόμοια, αυτά τα εσωτερικά, είναι που μολύνουν τον άνθρωπο και «ο εμβλέψας γυναικί προς το επιθυμείσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού». Διότι όταν το σώμα απρακτεί , υπάρχει η δυνατότητα να ενεργείται η αμαρτία με το λογισμό∙ εάν όμως η ψυχή αποκρούσει την εσωτερική προσβολή του πονηρού με προσευχή και προσοχή, με την μνήμη του Θανάτου και την κατά Θεό λύπη και το πένθος, γίνεται και το σώμα μέτοχο αγιοσύνης και αποκτά την απραξία των κακών. Αυτό είναι που λέει ο Κύριος ότι δεν έχει καθαρίσει και το εσωτερικό του ποτηρίου αυτός που καθάρισε το εξωτερικόν, αλλά τι; «ποιήσατε το εντός του ποτηρίου καθαρόν , και ούτως έσται καθαρόν όλον». Πράγματι, εάν όλη σου η προσπάθεια εντοπισθεί στο να είναι κατά Θεόν η εσωτερική σου εργασία, τότε θα νικήσεις και τα εξωτερικά σου πάθη ∙ επειδή εάν η ρίζα είναι αγία , θα είναι και οι κλάδοι, εάν είναι η ζύμη, θα είναι και όλο το φύραμα∙ «πνεύματι περιπατείτε» λέγει ο Παύλος, «και επιθυμίαν σαρκός ου μη τελέσητε». Γι΄ αυτό και ο Χριστός δεν κατάργησε την Ιουδαϊκήν περιτομή αλλά την τελειοποίησε∙ διότι αυτός είναι που λέει «ουκ ήλθον καταλύσαι τον νόμον, αλλά πληρώσαι». Πως λοιπόν τον τελειοποίησε; Εκείνος ο νόμος ήταν σφραγίδα και φανέρωση και συμβολική διδασκαλία της περιτομής των λογισμών που γίνεται μέσα στην καρδιά∙ οι Ιουδαίοι αυτή την φροντίδα δεν την είχαν και κατηγορούνταν από τους Προφήτες ως απερίτμητοι στην καρδία και μισούνταν από αυτόν που βλέπει μέσα στην καρδία και κατήντησαν να γίνουν τελείως απόβλητοι∙ διότι ο άνθρωπος βλέπει στο πρόσωπο, ενώ ο Θεός στην καρδία, και αν αυτή είναι γεμάτη από ακαθάρτους ή πονηρούς λογισμούς, ο άνθρωπος εκείνος γίνεται άξιος της θείας αποστροφής. Γι’ αυτό πάλι ο Απόστολος παραινεί να κάνουμε τις προσευχές χωρίς οργή και διαλογισμούς.

Θέλοντας ο Κύριος να μας διδάξει να φροντίζουμε για την πνευματική περιτομή της καρδίας, μακαρίζει τους «καθαρούς τη καρδία » και τους «πτωχούς τω πνεύματι », και αφ’ ενός μεν διαβεβαιώνει πως έπαθλο αυτής της καθαρότητας είναι η θεοπτία, αφ’ ετέρου δε στους πτωχούς υπόσχεται την Βασιλεία των Ουρανών ∙ πτωχούς εννοεί εκείνους οι οποίοι ζουν μέσα σε ένδεια και ευτέλεια. Και δεν μακαρίζει απλώς τους πτωχούς, αλλά τους πτωχούς στο φρόνημα, δηλαδή αυτούς οι οποίοι έχοντας την εσωτερική ταπείνωση της καρδίας και την αγαθή προαίρεση, συμπεριφέρονται αναλόγως και εξωτερικώς. Και απαγορεύει όχι μόνο, αλλά και την οργή, και προστάζει να συγχωρούμε από την καρδία μας αυτούς που μας φταίνε∙ και δεν δέχεται το δώρο που του προσφέρουμε, εάν προηγουμένως δεν συνδιαλλαγούμε με αυτούς και αφήσουμε την οργή. Το ίδιο διδάσκει και για τα πορνικά πάθη και αυτή την από περιέργεια θέα και την από αυτήν επιθυμία διεκήρυξε ότι την θεωρεί μοιχεία διαπραττομένην στην καρδία∙ και εξετάζοντας γενικώτερα το θέμα λέγει: «εάν το φώς που έχεις μέσα σου, ο νους δηλαδή και η διάνοια, είναι σκότος, γεμάτα από τις αλαμπείς προσβολές των αρχόντων του σκότους, πόσο μάλλον το σκότος, δηλαδή το σώμα και η αίσθηση, τα οποία καθ’ εαυτά δεν έχουν φέγγος νοερό που γεννά την αλήθεια και την απάθεια; Εάν όμως το φως που έχεις μέσα σου είναι καθαρό και δεν το συσκοτίζουν τα σαρκικά φρονήματα, θα είσαι ολοκληρωτικά φωτεινός στην ψυχή, καθώς όταν σε φωτίζει ο λύχνος με την λάμψη του. Τοιαύτη είναι η πνευματική περιτομή που πραγματοποιείται στην καρδία, δια της οποίας τελειοποίησε ο Κύριος την νομική περιτομή της σάρκας που δόθηκε στους Ιουδαίους για να φανερώνει εκείνη και να οδηγεί προς εκείνη. Επειδή δε αυτοί δεν φρόντισαν να την αποκτήσουν, η περιτομή τους έγινε ακροβυστία, όπως λέγει ο Παύλος, και απεξενώθηκαν από το Θεό ο οποίος δεν βλέπει στο πρόσωπο, δηλαδή στα φανερά δικαιώματα της σαρκός, αλλά στην καρδία, στις αφανείς κινήσεις των λογισμών που συμβαίνουν μέσα μας.

Ας προσέχουμε λοιπόν και εμείς αδελφοί, παρακαλώ, και ας καθαρίσουμε από κάθε μολυσμό την καρδίαν μας, για να μην παρασυρθούμε μαζί μ’ αυτούς που κατεκρίθησαν× «ει γαρ ο διά Μωσέως λαληθείς νόμος εγένετο βέβαιος και πάσα παράβασις και παρακοή έλαβεν ένδικον μισθαποδοσίαν, πως ημείς εκφευξόμεθα της ημετέρας αμελήσαντες σωτηρίας, ήτις αρχήν λαβούσα λαλείσθαι παρά του Κυρίου, δια των ακουσάντων εις ημάς εβεβαιώθη (επεβεβαιώθη), συνεπιμαρτυρούντος του Θεού σημείοις και τέρασι και ποικίλαις δυνάμεσι και Πνεύματος αγίου μερισμοίς;». Ας φοβηθούμε λοιπόν αυτόν που εξετάζει τις καρδίες και τους νεφρούς× ας εξιλεώσουμε τον Κύριο των εκδικήσεων× ας κάνουμε μέσα μας ένοικο την ειρήνη, τον αγιασμό, την κατανυκτική προσευχή, χωρίς τα οποία κανείς δεν θα δει τον Κύριον. Ας ποθήσουμε με βέβαιη πίστη την θέα εκείνη που έχει προαναγγελθεί για τους «καθαρούς τη καρδία», και ας πράξουμε τα πάντα για να επιτύχουμε αυτή, με την οποία συνυπάρχει η αιώνια ζωή, το άφθαρτο κάλλος, ο αδαπάνητος πλούτος, η αναλλοίωτος και απέραντη τρυφή και δόξα και βασιλεία. Αυτά είθε όλοι μας να επιτύχουμε «εν αυτώ τω Βασιλεί των αιώνων Χριστό × ω μόνω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω και ζωοποιώ Πνεύματι, εις απεράντους αιώνας. Αμήν».

Δεν υπάρχουν σχόλια: