Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Ναυπάκτου Ιερόθεος: «Η Πο­λι­τεί­α έ­χει α­πο­γο­η­τεύ­σει τον λα­ό, η Εκ­κλη­σί­α είναι η παρηγοριά των ανθρώπων»

«Βέλη» κατά των πολιτικών για το χαράτσι στα ακίνητα μέσω της ΔΕΗ εξαπολύει σε συνέντευξη του στο briefingNews ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος. λέγοντας ότι ο ο­ποί­ος Ορ­γα­νι­σμός έ­χει σκο­πό να δί­νη φώς και ό­χι να σκορ­πά σκο­τά­δι.

« Ό­λη η ζω­ή της Εκ­κλη­σί­ας με την λα­τρεί­α, την θε­ο­λο­γί­α, την ποι­μα­ντι­κή της δια­κο­νί­α εί­ναι η πα­ρη­γο­ριά των ανθρώπων και νο­η­μα­το­δο­τεί την ζω­ή τους. Στους και­ρούς μας που η Πο­λι­τεί­α με τα όρ­γα­νά της, έ­χει απο­γο­η­τεύ­σει τον λα­ό, η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι χώ­ρος πνευ­μα­τι­κής υ­γεί­ας.» εξηγεί ο Ιεράρχης.

Ταυτόχρονα μιλά για τους νέους και την οικονομική κρίση κάνοντας και την αυτοκριτική του, ενώ αναφέρεται και στο πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων «που δεν μπο­ρεί να πε­ρι­κλει­σθή στα φω­τά­κια, στον στο­λι­σμό του δέν­δρου, τις εκ­δρο­μές και τις αι­σθη­σια­κές χα­ρές» , όπως σημειώνει.

Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, η Εκ­κλη­σί­α δεν βο­η­θά­ει ό­σο μπο­ρεί αλ­λά πε­ριο­ρί­ζε­ται σε μί­α συμβολική στή­ρι­ξη στους α­να­ξιο­πα­θού­ντες, λέ­νε πολ­λοί. Εί­ναι έ­τσι τα πράγ­μα­τα;

Δεν ξέ­ρω τί λέ­νε πολ­λοί, αλ­λά ε­γώ ξέ­ρω ό­τι η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι στή­ριγ­μα και ελπίδα γι’ αυ­τούς που προ­στρέ­χουν σε αυ­τήν και την ε­μπι­στεύ­ο­νται. Οι πολ­λοί κά­θο­νται έ­ξω α­πό την Εκ­κλη­σί­α και την κρί­νουν με τα δι­κά τους κρι­τή­ρια και τις δι­κές τους σκέ­ψεις. Ό­λη η ζω­ή της Εκ­κλη­σί­ας με την λα­τρεί­α, την θε­ο­λο­γί­α, την ποι­μα­ντι­κή της δια­κο­νί­α εί­ναι η πα­ρη­γο­ριά των αν­θρώ­πων και νοηματο­δο­τεί την ζω­ή τους. Δί­νει φώς, ζω­ή, ελ­πί­δα, νό­η­μα, προ­ο­πτι­κή. Ό­ταν κα­νείς ζή μέ­σα στον χώ­ρο της τα κα­τα­λα­βαί­νει ό­λα αυ­τά. Βε­βαί­ως, η Εκ­κλη­σί­α βο­η­θά και οι­κο­νο­μι­κά τους ανθρώ­πους, αν και δεν εί­ναι Υ­πουρ­γεί­ο Κοι­νω­νι­κής Πρό­νοιας.

Στους και­ρούς μας που η Πο­λι­τεί­α με τα όρ­γα­νά της, έ­χει α­πο­γο­η­τεύ­σει τον λα­ό, η Εκ­κλη­σί­α είναι χώρος πνευ­μα­τι­κής υ­γεί­ας. Οι Κλη­ρι­κοί που έ­χουν ι­διαί­τε­ρη ευαισθησία ε­πι­κοι­νω­νούν ό­λη την η­μέ­ρα με τους αν­θρώ­πους, συ­να­να­στρέ­φο­νται με πολ­λούς, κυ­κλο­φο­ρούν στα κα­τα­στή­μα­τα και τους δη­μό­σιους-κοι­νω­νι­κούς χώρους και βο­η­θούν ποι­κι­λο­τρό­πως τους αν­θρώ­πους.

Οι «συμ­βο­λι­κές» κι­νή­σεις «α­γά­πης» δεν γί­νο­νται α­πό τους Κλη­ρι­κούς, που ασχολούνται με τις πλη­γές και τα τραύ­μα­τα των αν­θρώ­πων, και προ­σπα­θούν να τα θεραπεύσουν. Δεν θέ­λω να ανα­φερ­θώ στα ε­κα­το­ντά­δες Ι­δρύ­μα­τα που διαθέτει η Εκ­κλη­σί­α, α­φού εί­ναι ο με­γα­λύ­τε­ρος φιλανθρω­πι­κός φο­ρέ­ας της Πατρίδος μας, αλ­λά θέ­λω να το­νί­σω ό­τι ό­λοι μας δε­χό­μα­στε την θαλ­πω­ρή της Εκ­κλη­σί­ας, το χάδι του Θε­ού. Οι Ε­νο­ρί­ες, τα Μο­να­στή­ρια, εί­ναι χώ­ροι α­να­ψυ­χής.

Η θεί­α Λειτουργία εί­ναι κοι­νω­νί­α με τον Θε­ό και τους αν­θρώ­πους, εί­ναι έ­να ανοιχτό πα­ρά­θυ­ρο του ου­ρα­νού στην γή, και ό­ταν το πλη­σιά­ζου­με παίρ­νου­με ζωο­γό­νες α­νά­σες. Ο άν­θρω­πος δεν εί­ναι μό­νο σώ­μα, μυ­α­λό και αι­σθή­σεις, αλ­λά έ­χει και ψυ­χή, έ­χει υ­παρ­ξια­κές και πνευ­μα­τι­κές ανάγκες. Μή τα ε­πι­πε­δο­ποιού­με ό­λα και μη ταυ­τί­ζου­με την ύ­παρ­ξη του αν­θρώ­που με την λο­γι­κή και τα υ­λι­κά αγα­θά.

Πολ­λοί συ­νάν­θρω­ποί μας δη­λώ­νουν ό­τι α­δυ­να­τούν να πλη­ρώ­σουν το χα­ρά­τσι για τα α­κί­νη­τα. Δε­δο­μέ­νου ό­τι δεν μπο­ρούν να τα βγά­λουν πέ­ρα, τί θα τους συμ­βου­λεύ­α­τε;

Η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι η μό­νη που δεν ο­δή­γη­σε την Πα­τρί­δα μας σε αυ­τήν την κατάσταση, α­φού αυ­τό που ε­πι­κρα­τού­σε τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια ή­ταν μια φούσκα ευ­η­με­ρί­ας και υ­περ­κα­τα­νά­λω­σης. Αντίθετα, η Εκ­κλη­σί­α κη­ρύτ­τει το Ευ­αγ­γέ­λιο του Θε­ού, που εί­ναι Ευ­αγ­γέ­λιο α­σκή­σε­ως και εγκρα­τεί­ας, Ευ­αγ­γέ­λιο ελ­πί­δας και ζω­ής, Ευ­αγ­γέ­λιο α­γά­πης και φι­λαν­θρω­πί­ας. Η Εκ­κλη­σί­α με την προ­φη­τι­κή της δύναμη ε­λέγ­χει κά­θε α­πο­λυ­το­ποί­η­ση και εκ­κο­σμί­κευ­ση, κά­θε πα­ρά­βα­ση και παρακοή, κά­θε υ­πο­κρι­σί­α και ψεύ­δος.

Βέ­βαια, σή­με­ρα το Κρά­τος στην α­μη­χα­νί­α που το δια­κρί­νει και έ­χο­ντας έ­να φοβικό σύν­δρο­μο χά­νει πολ­λές φο­ρές το μέ­τρο και πέ­φτει ε­πά­νω στους μισθωτούς και γε­νι­κά στις α­δύ­να­μες κοινω­νι­κά ο­μά­δες του πλη­θυ­σμού. Έ­τσι, γίνονται πολλές α­δι­κί­ες. Α­δι­κί­α εί­ναι η προ­τρο­πή για υπερ­κα­τα­νά­λω­ση και οι υπερβολικές δη­μό­σι­ες σπα­τά­λες, αλ­λά α­δι­κί­α εί­ναι και η υ­περ­βο­λι­κή και αγχώδης φο­ρο­λο­γί­α. Ε­νώ το Κρά­τος δεν έ­χει μη­χα­νι­σμούς εί­σπρα­ξης των φόρων, ενώ δεν έ­χει κατάλληλα θεσμικά όρ­γα­να για να πα­τά­ξη την φοροδιαφυγή, προσπαθεί να εισπρά­ξη τους φό­ρους με τρό­πους ά­δι­κους, ό­πως μέ­σα α­πό το ηλεκτρικό ρεύ­μα που σή­με­ρα εί­ναι έ­να εί­δος α­νά­γκης.

Αλ­λά, ό­πως έ­λε­γε ο ά­γιος Γρη­γό­ριος ο θε­ο­λό­γος, «τό βί­α υ­πο­τασ­σό­με­νον στασιάζει και­ρού λα­βό­με­νον», δη­λα­δή αυ­τό που υ­πο­τάσ­σε­ται με την βί­α, στασιάζει στον κα­τάλ­λη­λο και­ρό, ό­ταν ξε­περ­νιού­νται τα μέ­τρα.

Η Πα­τρί­δα μας θε­ω­ρεί­ται α­πό τις πρώ­τες 30 πλού­σι­ες Χώ­ρες στον πλα­νή­τη (ακολουθούν άλλες 170) και ό­μως έ­φθα­σε σε αυ­τήν την κα­τά­στα­ση, για­τί δεν έχει κα­λούς μη­χα­νι­σμούς είσπρα­ξης των φό­ρων με δι­καιο­σύ­νη. Για πα­ρά­δειγ­μα: Πώς είναι δυ­να­τόν οι ε­φο­ρια­κοί υπάλληλοι που κα­τά τε­κμή­ριο δεν εί­ναι αγαπητοί στον λα­ό, ε­πει­δή ει­σπράτ­τουν φό­ρους, να ψηφί­ζω­νται α­πό τον λα­ό λαμ­βά­νο­ντας με­γά­λο πο­σο­στό ψή­φων; Και για­τί το Κρά­τος δεν θε­ω­ρεί ασυμβίβαστη την θέ­ση του Ε­φο­ρια­κού με το βου­λευ­τι­κό α­ξί­ω­μα; Δεν ευ­θύ­νε­ται γι’ αυ­τό η Πο­λι­τεί­α; Δεν δί­νει έ­να μή­νυ­μα στους αν­θρώ­πους να ε­πι­δι­ώ­κουν την φο­ρο­δια­φυ­γή;

Μέ ε­ρω­τή­σα­τε να σας πω τί θα συμ­βού­λευ­α τους αν­θρώ­πους για το «χα­ρά­τσι». Θα συμβούλευα τους πο­λι­τι­κούς άρ­χο­ντες να μη προ­κα­λούν τους αν­θρώ­πους, να μη «τούς αλλάζουν τα φώ­τα» με το χα­ρά­τσι δια της ΔΕ­Η, ο ο­ποί­ος Ορ­γα­νι­σμός έ­χει σκο­πό να δί­νη φώς και ό­χι να σκορ­πά σκο­τά­δι, να κά­νη τους αν­θρώ­πους να χαί­ρω­νται, έ­στω και με τα ελάχιστα αγα­θά που προσφέρει η τε­χνο­λο­γί­α, και να μη γί­νε­ται εκ­βια­στι­κά έ­νας ει­σπρα­κτι­κός μη­χα­νι­σμός.

Α­πό την άλ­λη με­ριά ε­γώ προ­σω­πι­κά, ό­πως και άλ­λοι της γε­νι­άς μου, έ­χου­με ζήσει πα­ρό­μοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις στα μι­κρά μας χρό­νια. Ό­ταν ή­μουν πε­ρί­που 10 ετών α­ντι­με­τώ­πι­σα το γεγονός που δεν εί­χα­με η­λε­κτρι­κό ρεύ­μα στο σπί­τι και δια­βά­ζα­με με λά­μπες πε­τρε­λαί­ου και εί­δα τον πα­τέ­ρα μου να φεύ­γη α­πό το σπί­τι αιφ­νι­δί­ως για να α­πο­φύ­γη την προ­σω­πο­κρά­τη­ση, λό­γω α­δυ­να­μί­ας κα­τα­βο­λής των φό­ρων. Δεν πρέ­πει η Πο­λι­τεί­α να μας γυ­ρί­ζη πί­σω 50-60 χρό­νια.

Μή­πως η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση φέρ­νει τον κό­σμο στην Εκ­κλη­σί­α; Δε­δο­μέ­νου ότι, οι συνάν­θρω­ποί μας σή­με­ρα α­να­ζη­τούν έ­να στή­ριγ­μα;

Σί­γου­ρα οι άν­θρω­ποι θα α­να­ζη­τή­σουν στη­ρίγ­μα­τα και πα­ρη­γο­ρι­ές. Δεν τα αρνούμαι αυ­τά. Στις τρι­κυ­μί­ες ο άν­θρω­πος α­να­ζη­τά ναυ­α­γο­σώ­στες, στις θύ­ελ­λες α­να­ζη­τά κά­ποιο κα­τα­φύ­γιο και στον πό­νο παίρνει παυ­σί­πο­νο.

Αλ­λά η Εκ­κλη­σί­α δεν υ­πάρ­χει για να δί­νη μό­νον στή­ριγ­μα και πα­ρη­γο­ριά. Τό­τε θα λει­τουρ­γού­σε ως ψυ­χο­ναρ­κω­τι­κό και χα­λα­ρω­τι­κό, θα ή­ταν «τό ό­πιο του λαού». Η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι για να δί­νη πλη­ρό­τη­τα ζω­ής, για να νο­η­μα­το­δο­τή τον αν­θρώ­πι­νο βί­ο, για να βο­η­θά τον άν­θρω­πο να α­γα­πά την ζω­ή, να προ­σφέ­ρη ελπίδα και φώς, να δια­κα­τέ­χε­ται α­πό θεί­ο πό­θο και α­γά­πη, για να έ­χη υγι­είς σχέ­σεις με τους ανθρώπους και με τον Θε­ό, να έ­χη ορ­μή για το α­γα­θό, για να πει­νά και να δι­ψά για την δι­καιο­σύ­νη του Θε­ού.

Δια­βά­ζου­με τις Ε­πι­στο­λές ε­κεί­νες του Α­πο­στό­λου Παύ­λου που εί­ναι γραμ­μέ­νες μέ­σα στην φυλα­κή και θαυ­μά­ζου­με για­τί εί­ναι γε­μά­τες α­πό χα­ρά και φώς, α­πό γεύ­ση α­λη­θι­νής ζω­ής, απηλλαγ­μέ­νες α­πό την μι­ζέ­ρια, την α­πελ­πι­σί­α και τα παράπονα. Τε­λι­κά, ό­λος ο βί­ος μας, ακόμα και αυ­τή η κοι­νω­νι­κή ε­λευ­θε­ρί­α, παρά τα θε­τι­κά, εί­ναι μια φυ­λα­κή και πρέ­πει να «αναζητού­με νό­η­μα ζω­ής και ελευθερία σε ένα στρα­τό­πε­δο συ­γκε­ντρώ­σε­ως», ό­πως εί­ναι ο τίτλος του βιβλίου του V­i­c­t­or F­r­a­n­kl, ο ο­ποί­ος έ­ζη­σε στα στρα­τό­πε­δα συ­γκε­ντρώ­σε­ως του Νταχά­ου και του Ά­ου­σβιτς.

Η Εκ­κλη­σί­α υ­πάρ­χει για να δί­νη ζω­ή στον κό­σμο ή, να το πω κα­λύ­τε­ρα, ο κό­σμος δημιουργήθηκε α­πό τον Θε­ό για να γί­νη Εκ­κλη­σί­α και να βρί­σκε­ται μέ­σα στο Φώς.

Η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση τί α­ντί­κτυ­πο έ­χει στην νε­ο­λαί­α; Οι νέ­οι σή­με­ρα πλησιάζουν ή α­πο­μα­κρύ­νο­νται α­πό την Εκ­κλη­σί­α;

Οι νέ­οι σή­με­ρα δέ­χο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τους άλ­λους τις συ­νέ­πει­ες της κοινωνικής κρί­σης. Αυ­τό με λυ­πεί ι­διαι­τέ­ρως. Δυ­στυ­χώς, ε­μείς οι με­γα­λύ­τε­ροι κα­τα­σκευά­σα­με μια άρ­ρω­στη κοινωνία, στην ο­ποί­α κυ­ριαρ­χεί το συμ­φέ­ρον, η ευ­δαι­μο­νί­α, το δί­καιο του ι­σχυ­ρο­τέ­ρου, η υ­περ­κα­τα­νά­λω­ση και έ­τσι υποχρεώνονται τα παι­διά να ζή­σουν μέ­σα σε αυ­τό το αρ­ρω­στη­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον.

Κά­να­με τις οι­κο­γέ­νει­ες κλει­στές - «πυ­ρη­νι­κές οι­κο­γέ­νει­ες», που πολ­λές φο­ρές βλέ­πουν μπροστά τους έ­να «συ­ναι­σθη­μα­τι­κό δια­ζύ­γιο», και τις ε­γκα­τα­στή­σα­με σε σπί­τια - «κλου­βιά», με την λε­γό­με­νη «οι­κο­λο­γι­κή συρ­ρί­κνω­ση», και κά­νου­με τους νέ­ους να α­να­πνέ­ουν το δηλητηριασμέ­νο «κοι­νω­νι­κό καυσαέριο» και τους εί­πα­με: «ζή­στε σε αυ­τό το πε­ρι­βάλ­λον», χωρίς ελ­πί­δα, χω­ρίς ό­νει­ρα, χω­ρίς νόημα ζω­ής, χω­ρίς δου­λειά. Ποι­ός ευ­θύ­νε­ται γι’ αυ­τό; Η νεολαία ή η «γηραλαία», που γη­ρά­σκει στην μι­ζέ­ρια, την κα­κο­δαι­μο­νί­α, την α­δι­κί­α;

Και το ση­μα­ντι­κό εί­ναι ό­τι με­ρι­κοί της λε­γό­με­νης γε­νι­άς του Πο­λυ­τε­χνεί­ου που α­νέ­λα­βαν την ηγεσία της Χώ­ρας έ­χουν το πο­σο­στό ευ­θύ­νης τους για την κατάσταση που έ­φθα­σε η Πα­τρί­δα μας, ε­νώ θα έ­πρε­πε να υ­λο­ποι­ή­σουν τα οράματα της γε­νι­άς τους.

Α­πό την άλ­λη με­ριά οι νέ­οι δια­κρί­νο­νται α­πό το πνεύ­μα «της νε­ο­φι­λί­ας» ό­πως έλεγε ο Λό­ρε­ντς, θέ­λουν κά­τι και­νού­ριο, πέ­ρα α­πό την στα­σι­μό­τη­τα, και το κάνουν αυ­τό με την ε­πα­να­στα­τι­κό­τη­τα που δια­θέ­τουν. Οι νέ­οι α­πό την φύ­ση τους είναι ε­πα­να­στά­τες και έ­τσι αλ­λά­ζουν τα κοι­νω­νι­κά δεδομένα και βελτιώνονται οι καταστάσεις. Αυ­τή η ε­πα­να­στα­τι­κό­τη­τα, ό­σο και αν φαί­νε­ται παράξενο, εί­ναι έ­να στοιχείο θε­τι­κό, εί­ναι α­να­ζή­τη­ση κά­τι ή κά­ποιου, εί­ναι έξοδος α­πό την φιλαυτία και την α­πό­γνω­ση, αρκεί να γί­νε­ται με θε­τι­κό τρόπο.

Ό­ταν βλέ­πω νέ­ους να α­ντι­δρούν στην εμ­φά­νι­σή μου ως Κλη­ρι­κού, το ε­κλαμ­βά­νω ως κί­νη­ση αναζητήσεως και ως πρόκληση να τους προ­σέ­ξω, ως προ­σπά­θεια αποκτήσεως μιας επικοινωνίας που τους λεί­πει. Συ­νή­θως η α­ντί­δρα­ση των νέ­ων εκ­φρά­ζει μια κί­νη­ση για αλ­λα­γή, για βελτίωση, για επικοινωνία, για ζω­ή. Μή βλέ­που­με σε κά­θε αρ­νη­τι­κή κί­νη­ση το κα­κό. Άλλωστε, και το φαι­νο­με­νι­κά αρνητικό μπορούμε με την προ­σω­πι­κή μας υ­γι­ή α­ντι­με­τώ­πι­ση να το μεταστρέψουμε σε θε­τι­κό.

Σε αυ­τή την ε­πα­να­στα­τι­κό­τη­τα των νέ­ων μπο­ρεί να α­ντα­πο­κρι­θή η Ορ­θό­δο­ξη Εκκλησία, η ο­ποί­α α­πό την θε­ο­λο­γί­α και την ι­στο­ρί­α της εί­ναι ε­πα­να­στα­τι­κή εναντίον κάθε κα­τε­στη­μέ­νου, αρ­κεί και οι Κλη­ρι­κοί και τα μέ­λη της Εκ­κλη­σί­ας να μη ταυ­τι­σθούν με το κα­τε­στη­μέ­νο. Η η­συ­χα­στι­κή παράδοση, ό­πως εκ­φρά­σθη­κε α­πό τους α­γί­ους της Εκ­κλη­σί­ας, εί­ναι μια διαρ­κής ε­πα­νά­στα­ση που κά­νει τον άνθρωπο πά­ντα νέ­ο στο φρό­νη­μα, τις ε­πι­θυ­μί­ες, την ζω­ή. Μα­κά­ρι να βλέ­που­με αυ­τό το ε­πα­να­στα­τι­κό και νε­α­νι­κό πνεύ­μα της Εκ­κλη­σί­ας, ό­πως το εκ­φρά­ζουν οι ά­γιοι.

Η δια­φθο­ρά στην Εκ­κλη­σί­α με ε­πί­ορ­κους Ι­ε­ρείς πώς μπο­ρεί να αντιμετωπιστεί;

Η Εκ­κλη­σί­α α­πό την φύ­ση της και την α­πο­στο­λή της πο­λε­μά α­κα­τά­παυ­στα εναντίον της διαφθοράς του πνεύματος. Η πτώ­ση του Α­δάμ και της Εύ­ας έ­φε­ρε στους ανθρώπους την φθαρτότητα και την θνητότητα, την διαφθορά και τον πόνο. Οι Πρωτόπλαστοι, με­τά την απομάκρυνση α­πό τον Θε­ό, φό­ρε­σαν τους δερ­μά­τι­νους χιτώνες και έ­χα­σαν την α­πλό­τη­τα, την ε­λευ­θε­ρί­α, την αρ­χο­ντιά. Και έρ­γο της Εκκλησίας εί­ναι να πο­λε­μά αυ­τήν την δια­φθο­ρά, την σκου­ριά του πνεύματος, που εί­ναι η πιο με­γά­λη διαφθορά.

Άν ό­μως εν­νο­ή­τε και την κοι­νω­νι­κή και οι­κο­νο­μι­κή δια­φθο­ρά, ό­πως φαί­νε­ται από την ε­ρώ­τη­σή σας, και αυ­τό το πο­λε­μά η Εκ­κλη­σί­α. Δεν μπο­ρεί κα­νείς να είναι μέ­λος της Εκ­κλη­σί­ας, Κλη­ρι­κός ή λα­ϊ­κός, και να α­δι­κή, να κλέ­βη, να φοροδια­φεύ­γη, να πα­ρα­νο­μή ποι­κι­λο­τρό­πως. Άν συμ­βαί­νη αυ­τό, τό­τε εί­ναι υποκριτής, όπως οι Φα­ρι­σαί­οι, και ι­σχύ­ουν τα «ου­αί» του Χρι­στού.

Άν υ­πάρ­χουν κά­ποιοι ε­πί­ορ­κοι Ι­ε­ρείς και Μο­να­χοί που ε­μπλέ­κο­νται στην οικονομική δια­φθο­ρά, στην φο­ρο­δια­φυ­γή και τις πα­ρά­νο­μες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, τότε πρέπει να τι­μω­ρού­νται παραδειγματικά . Δεν εί­ναι δυ­να­τόν ε­μείς που κηρύττουμε την δικαιοσύνη και την κοι­νω­νι­κή ευταξία να την κα­τα­στρα­τη­γού­με. Είναι λυ­πη­ρό ό­ταν α­πό ορ­θο­δό­ξους Κλη­ρι­κούς εκ­φρά­ζε­ται η ι­η­σου­ΐ­τι­κη αρ­χή «ο σκο­πός α­γιά­ζει τα μέ­σα». Η α­λή­θεια εί­ναι ό­τι τα μέ­σα που χρη­σι­μο­ποιού­με δίνουν α­ξί­α και νόημα στον σκο­πό.

Λέ­γε­ται ό­τι η ερ­γα­σια­κή ε­φε­δρεί­α ί­σως ε­φαρ­μο­στεί και σε μέ­ρος των κληρικών. Αυ­τό τί ε­πί­πτω­ση θα έ­χη στην λει­τουρ­γί­α των Να­ών;

Ό­ταν ο άν­θρω­πος περ­νά μια οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση και ό­ταν η κοι­νω­νί­α δι­έρ­χε­ται α­πό κοι­νω­νι­κή κρίση, τό­τε α­παι­τεί­ται αυ­τή η κα­τά­στα­ση να α­ντι­με­τω­πι­σθή πνευματικά. Άλλωστε, η βά­ση της οικονομικής και κοι­νω­νι­κής κρί­σης εί­ναι η πολιτιστική και πνευ­μα­τι­κή κρί­ση. Έ­τσι, πρέ­πει οι Κληρικοί να υ­πο­δει­κνύ­ουν στους ανθρώπους τον α­πο­τυ­χη­μέ­νο στό­χο, να τους ε­μπνέ­ουν ελ­πί­δα και αι­σιο­δο­ξί­α. Στην κοινωνία μας α­παι­τού­νται α­ντι­σώ­μα­τα, ό­πως γί­νε­ται στον αν­θρώ­πι­νο οργανισμό, προ­κει­μέ­νου να α­ντι­με­τω­πι­σθούν οι ι­ώ­σεις και οι μι­κρο­βια­κές λοιμώξεις.

Έ­πει­τα, οι Ι­ε­ρείς εί­ναι το κέ­ντρο του πο­λι­τι­σμού του τό­που μας. Ό­ταν κλεί­νουν οι Να­οί, τό­τε σταματά να υ­πάρ­χη έ­νας πνευ­μα­τι­κός ά­ξο­νας, παύ­ει να κτυ­πά η καρ­διά του πο­λι­τι­σμού και της πα­ρά­δο­σης σε έ­ναν τό­πο. Δεν εί­ναι δυ­να­τόν, όμως, εν ο­νό­μα­τι της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης να διαλύουμε τις δυ­νά­μεις της συνοχής της κοι­νω­νί­ας. Θε­ω­ρώ, μά­λι­στα, ό­τι εί­ναι αντιφατικό τι­κό ό­ταν από το έ­να μέ­ρος προτρέπουμε την Εκ­κλη­σί­α να βο­η­θή­ση τους αν­θρώ­πους και την κοι­νω­νί­α στην αντιμετώπιση της οι­κο­νο­μι­κής κρίσης και α­πό το άλ­λο μέ­ρος να αποδυναμώνουμε τα όργανά της.

Χρεια­ζό­μα­στε τους πο­λι­τι­στι­κούς και πνευ­μα­τι­κούς α­δέ­νες μέ­σα στην κοι­νω­νί­α μας. Δεν πρέ­πει να εί­μα­στε μί­ζε­ροι ού­τε α­κρι­βοί στα «πί­του­ρα» και φτη­νοί στο «α­λεύ­ρι». Η Εκ­κλη­σί­α ό­χι μό­νον κρα­τά την συ­νο­χή της κοι­νω­νί­ας, αλ­λά και την νο­η­μα­το­δο­τεί.

Τί θα κά­νε­τε ε­άν τε­θεί ε­πί­ση­μα αυ­τό το θέ­μα;

Ό­λα τα θέ­μα­τα, και αυ­τό που λέ­τε, τα α­ντι­με­τω­πί­ζει η Διαρ­κής Ι­ε­ρά Σύ­νο­δος και αν χρεια­σθή θα το α­ντι­με­τω­πί­ση η Ι­ε­ραρ­χί­α της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος. Το πολίτευμα της Εκ­κλη­σί­ας εί­ναι ιεραρχικώς συ­νο­δι­κό και συ­νο­δι­κώς ι­ε­ραρ­χι­κό.

Πλη­σιά­ζουν τα Χρι­στού­γεν­να. Ποι­ό εί­ναι το μή­νυ­μά τους σή­με­ρα;

Η ε­ορ­τή των Χρι­στου­γέν­νων εί­ναι μια ση­μα­ντι­κή ε­ορ­τή και την α­να­μέ­νου­με με χα­ρά και α­γά­πη. Συ­νή­θως λέ­με ό­τι εί­ναι οι­κο­γε­νεια­κή ε­ορ­τή με την γέν­νη­ση και την χα­ρά της γεν­νή­σε­ως.

Σκέ­πτο­μαι ό­τι κά­θε γέν­νη­ση συν­δέ­ε­ται με πό­νο, και κά­θε βί­ω­ση του πό­νου εί­ναι υ­πό­θε­ση θέασης της ζω­ής μέ­σα α­πό άλ­λη προ­ο­πτι­κή.

Έ­τσι, η ψυ­χο­λο­γι­κή και πνευ­μα­τι­κή γέν­νη­ση, η ω­ρί­μαν­σή μας, περ­νά μέ­σα α­πό τον πό­νο, ο οποίος πό­νος θε­ρα­πεύ­ει κά­θε η­δο­νή. Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός έ­νας λό­γος του Ντο­στο­γι­έφ­σκι: «Θέ­τω έ­να μά­ταιο ε­ρώ­τη­μα: Τί εί­ναι προ­τι­μό­τε­ρο; Η μέ­τρια ευ­τυ­χί­α ή ο υ­ψη­λός πό­νος;­». Και προ­τι­μού­σε τον πό­νο ως αί­τιο της ε­λευ­θε­ρί­ας.

Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι τα Χρι­στού­γεν­να έ­χουν έ­να υ­ψη­λό νό­η­μα που δεν μπο­ρεί να πε­ρι­κλει­σθή στα φω­τά­κια, στον στο­λι­σμό του δέν­δρου, τις εκ­δρο­μές και τις αι­σθη­σια­κές χα­ρές. Ό­ταν ο εσωτερικός χώ­ρος μας εί­ναι γε­μά­τος α­πό μαυ­ρί­λα, εί­ναι νε­κρός α­πό ελ­πί­δα, τό­τε οι ε­ξω­τε­ρι­κές χα­ρές δεν προ­σφέ­ρουν τί­πο­τε. Το υ­παρ­ξια­κό κε­νό μυ­ρί­ζει πτω­μα­τί­λα, και χρεια­ζό­μα­στε το και­νό (και­νού­ριο).

Έ­πει­τα, τα Χρι­στού­γεν­να δεί­χνουν το κα­θή­κον μας που εί­ναι πρώ­τι­στη α­νά­γκη μας. Ο Χρι­στός γεν­νή­θη­κε σε μια σπη­λιά, σε ξέ­νο μέ­ρος, με το μί­σος της εξουσίας –τού Η­ρώ­δη–, έ­γι­νε ξέ­νος και πρό­σφυ­γας, α­ντι­με­τώ­πι­σε την τραγικότητα της κοι­νω­νί­ας. Πό­σα παι­διά στον κό­σμο σή­με­ρα δεν γεν­νιού­νται και δεν με­γα­λώ­νουν μέ­σα στις ί­δι­ες συν­θή­κες, α­κό­μη και σε Χρι­στια­νι­κές κοινωνίες! Το σκηνικό ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται, η τρα­γω­δί­α συ­νε­χί­ζε­ται, πα­ρά τα βερ­μπα­λι­στι­κά και συ­ναι­σθη­μα­τι­κά λό­για.

Μέ­σα σε αυ­τήν την τρα­γι­κό­τη­τα μπο­ρού­με να προ­σφέ­ρου­με ό,τι κα­λύ­τε­ρο έχουμε, δη­λα­δή τους λα­μπρούς ύ­μνους των αγ­γέ­λων και την κα­θα­ρή καρ­διά των ποι­μέ­νων. Η ε­ορ­τή των Χριστουγέννων πρέ­πει να φα­νε­ρώ­ση την α­γά­πη του Θεού προς τους αν­θρώ­πους και την τρυ­φε­ρό­τη­τα των αν­θρώ­πων προς κά­θε άλλον που εί­ναι α­δελ­φός και πο­νά, υ­πο­φέ­ρει, ζή στην α­πό­γνω­ση. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος βά­ζει στο στό­μα του Χρι­στού τού­τα τα λό­για: «ε­γώ αλήτης δια σέ», δη­λα­δή έ­γι­να πε­ρι­πλα­νώ­με­νος για σέ­να. Η λέ­ξη α­λή­της προέρχεται α­πό το α­λά­ο­μαι-ώ­μαι που ση­μαί­νει πε­ρι­πλα­νώ­μαι και δείχνει την αγάπη Του για τους ανθρώπους.

Ας μιμηθούμε κι εμείς αυτήν την κενωτική και θυσια­στική αγάπη του Χριστού, που είναι η ουσία της εκκλησιαστικής και πνευματικής ζωής.

Πηγή: briefingnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: