Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Η πρώτη Εγκύκλιος του Σεβ. Μητροπολίτου Χίου κ. Μάρκου

Ἀριθ. Πρωτ.: 670                                          Ἐν Χίῳ τῇ 15ῃ Νοεμβρίου 2011

Ἀριθ. Διεκπ.: 22

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 1

Πρός

τόν Ἱερόν Κλῆρον

καί εὐσεβῆ λαόν

τῆς καθ' ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.

Μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τίς κανονικές ψήφους τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀναλαμβάνω τήν ἀρχιερατική σταυρική διακονία μου στήν μεγαλώνυμο, ἁγιοτόκο, μυρίπνοο καί μαρτυρική Ἱερά Μητρόπολη τῆς Χίου, τῶν Ψαρῶν καί τῶν Οἰνουσσῶν, τῶν ἀκριτικῶν χριστοφόρων νήσων καί θεοστεφῶν προπυργίων τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ εὐσεβοῦς μας Ἔθνους. Δοξολογῶ τόν Θεό καί Σωτήρα μας, ὁ Ὁποῖος μέ ἀξίωσε ἀπό ἐλάχιστο τέκνο Του νά ἀναλάβω τήν χάρη τῆς ἀρχιερωσύνης καί μοῦ ἐμπιστεύθηκε τήν ὕψιστη τιμή αὐτῆς τῆς διακονίας μέσα στήν Ἐκκλησία Του τῶν μεγάλων καί ἁγίων Ἀποστόλων καί Πατέρων, οἱ ὁποῖοι δόξασαν τό ὄνομά Του ἀνά τούς αἰῶνες. 

Ἡ οὐσιώδης αὐθεντικότητα τῆς ἀρχιερατικῆς διακονίας συνίσταται στόν σταυρικό καί ἀναστάσιμο χαρακτήρα της. Στήν ἐπίμοχθη αὐτή πορεία, ἡ εὔκλεια τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία ὁ Χριστός σφράγισε μέ τό σεπτό αἷμα Του, ἀναγνωρίζεται ὡς διακονία καί θυσία, καί ὄχι ὡς ἐξουσία καί δύναμη. «Διότι καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου δέν ἦρθε νά ὑπηρετηθεῖ, ἀλλά νά ὑπηρετήσει καί νά δώσει τή ζωή του λύτρο γιά πολλούς» (Μαρκ.10, 45). Ὁ οἰκονόμος τῆς ἀρχιερατικῆς χάριτος καλεῖται ὡς ποιμένας ψυχῶν νά καθοδηγήσει τούς πιστούς στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, στόν δρόμο τῆς ἀρετῆς καί τῆς τελείωσης ἐν Χριστῷ. Πρώτιστο μέλημα κατά τήν ἐπιτέλεση τῶν καθηκόντων μου θά εἶναι, κατά τήν ἔκφραση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, «πῶς τό ἀσθενές ἐνισχύσω, καί τό πεπτωκός ἀναστήσω, καί τό πλανώμενον ἐπιστρέψω, καί τό ἀπολωλός ἐκζητήσω, καί φυλάξω τό ἰσχυρόν» («πῶς νά ἐνισχύσω τό ἀδύναμο [πρόβατο], πῶς νά σηκώσω τό πεσμένο, πῶς νά ἐπιστρέψω τό πλανώμενο, πῶς νά ἀναζητήσω τό χαμένο, πῶς νά διαφυλάξω τό ἰσχυρό»).

Μέ ἐφόδιο τήν ἐλπίδα στόν Θεό καί μέ ἀγάπη στρέφομαι πρός τήν καρδιά σας «γιά νά σᾶς συμβουλέψω ὡς ἀγαπητά παιδιά μου» (Κορ. Α΄, 4, 14), ἐσᾶς οἱ ὁποῖοι «εἶστε γένος ἐκλεκτό, βασιλικό ἱερατεῖο, ἔθνος ἅγιο, λαός δικός Του, γιά νά ἐξαγγείλετε τίς θαυμαστές πράξεις Ἐκείνου, πού σᾶς κάλεσε ἀπό τό σκοτάδι στό θαυμαστό Του φῶς» (Πέτρ. Α΄, 2, 9). Προσκαλοῦμε κάθε ἄνθρωπο στήν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας καί τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. «Σᾶς παρακαλοῦμε καί σᾶς προτρέπουμε στό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, καθώς παραλάβατε ἀπό μᾶς τό πῶς πρέπει νά ζεῖτε καί νά εἶστε ἀρεστοί στόν Θεό, νά τό κάνετε αὐτό ἀκόμη τελειότερα» (Θεσ. Α΄, 4, 1). Νά μείνετε «στερεοί τῇ πίστει» (Πέτρ. Α΄, 5, 9), ἀκλόνητοι καί ἀταλάντευτοι πάνω στό ἀσφαλές θεμέλιο, τήν ἀκράδαντη βάση της, ἐπί τῆς ὁποίας οἰκοδομήθηκε ἡ Ἐκκλησία. Ὡς ἄνθρωπος συνετός, «ὁ ὁποῖος οἰκοδόμησε τήν οἰκία του πάνω στόν βράχο» (Ματθ. 7, 24), ἄς μείνει ὁ καθένας σταθερός «σέ ὅσα ἔμαθε καί γιά τά ὁποῖα ἀπέκτησε βεβαιότητα ἀπό τή βρεφική ἡλικία», δηλαδή «τά ἱερά γράμματα, πού ἔχουν τήν δύναμη νά τόν ὁδηγήσουν στήν σοφία καί τήν σωτηρία μέ τήν πίστη στόν Χριστό..., γιά νά εἶναι ἄρτιος ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, καταρτισμένος πρός κάθε ἔργο ἀγαθό» (Τιμ. Β΄, γ΄ 14-17). 

Νά μένετε ἑδραῖοι στήν ὀρθόδοξη χριστιανική πίστη, ὅπως μᾶς ἔχει παραδοθεῖ ἀπό τούς Ἀποστόλους καί ἐπανακεφαλαιωθεῖ στίς ἀποφάσεις τῶν θεοφόρων Συνόδων καί τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί ὁ Θεός μᾶς «ἔδωσε τούςἈποστόλους, τούς Προφῆτες, τούς Εὐαγγελιστές, τούς Ποιμένες καί Διδασκάλους, μέ σκοπό τόν καταρτισμό τῶν εὐσεβῶν σέ ἔργο διακονίας, γιά τήν οἰκοδομή τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέχρι νά φτάσουμε ὅλοι στήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσ. 4, 11-13). 

Νά συμμετέχετε στήν λειτουργική, εὐχαριστιακή καί μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας μέ διάθεση μετανοίας, ἡ ὁποία ἀνοίγει τήν πύλη τοῦ Παραδείσου. «Στενή εἶναι ἡ πύλη καί στενόχωρος ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στή ζωή» (Ματθ. 7, 14)· ὅμως «ἡ λύπη, ὅπως τήν θέλει ὁ Θεός, παράγει μετάνοια, ἡ ὁποία καταλήγει σέ σωτηρία, γιά τήν ὁποία κανείς ποτέ δεν μετανιώνει» (Κορ. Β΄, 7, 10).

Νά ζεῖτε ἐνάρετη ζωή κατά τίς ἐπιταγές τοῦ Εὐαγγελίου. «Γι’ αὐτό ἀκριβῶς τόν λόγο καταβάλετε κάθε προσπάθεια γιά νά προσθέσετε στήν πίστη σας τήν ἀρετή, στήν ἀρετή τήν γνώση, στήν γνώση τήν ἐγκράτεια, στήν ἐγκράτεια τήν ὑπομονή, στήν ὑπομονή τήν εὐσέβεια, στήν εὐσέβεια τήν φιλαδελφία, στήν φιλαδελφία τήν ἀγάπη» (Πέτρ. Β΄, 1, 5-7). «Ὅσα εἶναι ἀληθινά, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα ἀγαπητά..., οἱαδήποτε ἀρετή..., αὐτά νά σκέπτεστε» (Φιλιπ., 4, 8).

Νά ἀσκεῖ­τε τίς ἀρε­τές τῆς συγ­γνώ­μης, τῆς μα­κρο­θυ­μί­ας καί τῆς ἐλε­η­μο­σύ­νης. Κατά τόν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν, «ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, εἶναι γεμάτη ἀπό εὐμένεια» (Κορ. Α΄, 13, 4). «Νά ἔχετε μεταξύ σας εἰρήνη..., νά παρηγορεῖτε τούς ὀλιγόψυχους, νά βοηθᾶτε τούς ἀδύνατους, νά μακροθυμεῖτε πρός ὅλους.» (Θεσ. Α΄, 5, 13). «Ὅπως ὑπε­ρέ­χε­τε σέ ὅλα, στήν πί­στη, στόν λόγο, στήν γνώ­ση, σέ κάθε ζῆλο καί στήν ἀγά­πη πού ἔχε­τε γιά μᾶς, ἔτσι νά ὑπε­ρέ­χε­τε καί σ’ αὐτό τό ἔργο τῆς προ­σφο­ρᾶς. Δέν τό λέω αὐτό ὡς δι­α­τα­γή, ἀλλά δο­κι­μά­ζω μέ τόν ζῆλο τῶν ἄλ­λων καί τή γνη­σι­ό­τη­τα τῆς ἀγά­πης σας, γι­α­τί ξέ­ρε­τε τήν με­γα­λο­ψυ­χία τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰη­σοῦ Χρι­στοῦ, πού, γιά χάρη σας, ἄν καί ἦταν πλού­σι­ος, ἔγι­νε φτω­χός, γιά νά γί­νε­τε ἐσεῖς πλού­σι­οι μέ τήν φτώ­χεια ἐκεί­νου» (Κορ. Β΄, 7, 8-9).

Νά σέ­βε­στε τήν ἱστορική μνήμη καί νά ἐμ­πνέ­ε­στε ἀπό τήν ἐθνική ἱστο­ρία τοῦ τό­που μας, δι­α­σώ­ζον­τας τήν γνώ­ση, ὥστε τήν βαρύτιμη παρακαταθήκη καί τά ἔργα τῆς ἱστορίας καί τῆς παράδοσης «νά μή τά σβή­σει ὁ μα­κρός χρό­νος, ἀλλά νά μεί­νουν ἀνε­ξί­τη­λα καί ἀθά­να­τα», «ἀεί παρά Θεοῦ φυλαττόμενα, εἴς τε οἰ­κεῖ­ον ἀεί κλέ­ος καί ὠφέ­λει­αν τῶν ἀν­θρώ­πων» (Βίος καί θαύ­μα­τα τῆς ἁγί­ας Θέ­κλας).

Νά δεί­ξε­τε ἰδι­αί­τε­ρη φρον­τί­δα καί ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά τήν συγ­κρό­τη­ση καί τήν δι­α­τή­ρη­ση τοῦ ἱε­ροῦ θε­σμοῦ τῆς οἰ­κο­γε­νείας, «τέ­κνων κα­λῶς προ­ϊ­στά­με­νοι καί τῶν ἰδί­ων οἴ­κων» (Τιμ. Α΄, 3, 12). Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια ἀπο­τε­λεῖ τό θε­με­λι­ῶ­δες κύτ­τα­ρο τῆς κοι­νω­νί­ας καί τόν ἀκρο­γω­νι­αῖο λίθο τῆς ἀνα­τρο­φῆς τῶν παι­δι­ῶν. Ἀντιστοίχως, ἀποστολή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ποιμένα εἶναι νά δοκιμάσει τίς ὠδῖνες τῆς γέννησης πνευματικῶν παιδιῶν, «ἕως ὅτου διαμορ­φω­θεῖ μέσα τους ὁ Χρι­στός» (Γαλ., 4, 19). «Νά ἀναπτερώσει τίς ψυχές, νά τίς ἁρπάξει ἀπό τόν κόσμο καί νά τίς ἀποδώσει στόν Θεό..., νά εἰσοικίσει τόν Χριστό στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων» («πτε­ρῶ­σαι ψυ­χήν, ἁρ­πᾶ­σαι κό­σμου καί δοῦ­ναι Θεῷ.., εισοι­κί­σαι τε Χρι­στόν ἐν ταῖς καρ­δί­αις διά τοῦ Πνεύματος»· ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἀπολογητικὸς τῆς εἰς τόν Πόντον φυγῆς).

Στήν Χίο μας, τήν Αἰγνοῦσσα καί τά Ψαρά, τίς ναυσικλυτές νήσους, ἐπισφραγίζουμε τούς λόγους μας μέ τίς ἔνθαλπες προσευχές μας πρός τόν Κύριο, ὥστε «πᾶς κυβερνήτης καί πᾶς ὁ ἐπί τόπον πλέων καί ναῦται καί ὅσοι τήν θάλασσαν ἐργάζονται» (Ἀποκ., 18, 17), μέ θεῖο συμπλωτήρα καί ἅγιο παραστάτη, νά ἔχουν πάντοτε γαλήνια καί ἀσφαλή πλεύση, οὐριοδρομώντας σέ δρομολόγια προσοδοφόρα, ὥστε ἡ πρυτανεύουσα ναυτιλία μας νά παραμένει φορέας ἐθνικῆς εὐημερίας καί κατά Χριστόν προόδου, «γιά νά ὑπερπλεονάσει ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου μας μέ τήν πίστη καί τήν ἀγάπη, πού ἔχουν τήν ρίζα τους στόν Χριστό» (Τιμ. Α΄, 1, 14).

Πηγή: www.imchiou.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: