Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Ὁ πλούσιος ποὺ φτώχευσε, γιὰ νὰ πλουτίσουν οἱ φτωχοί.

Θεός μας εἶναι ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Εἶναι αὐτὸς γιὰ τὸν ὁποῖον ὁ Προφήτης Ἡσαΐας ἐρωτᾶ: "Τίς ἐμέτρησε τῇ χειρὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸν οὐρανὸν σπιθαμῇ καὶ πᾶσαν τὴν γῆν δρακί;" (Ἡσ. 40, 12) καὶ γιὰ τὸν ὁποῖον μὲ βεβαιότητα ἀκοῦμε τὸν ὑμνωδὸ τῶν Χριστουγέννων νὰ ψάλλει ὅτι εἶναι: "ὁ δρακὶ τὴν πᾶσαν ἔχων κτίσιν". Ὡς Δημιουργὸς τῆς κτίσεως ὁ Θεός μας κατέχει ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ τὰ διαχειρίζεται μὲ σύνεση καὶ ἀγάπη "πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς" (Ἐφεσ. β΄ 4). 

Ἀπὸ ἄφατη ἀγαθότητα ὁ Θεός μας ἐγκατέλειψε τὰ ἀνάκτορα τοῦ Οὐρανοῦ καὶ φτώχευσε γιὰ ἐμᾶς. Γεννήθηκε πάμφτωχος στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, χωρὶς κλίνη καὶ χωρὶς ζεστασία, Αὐτὸς ποὺ ἔχει "θρόνον τὸν οὐρανὸν καὶ ὑποπόδιον τὴν γῆν", Αὐτὸς ποὺ δημιούργησε τὸν θερμαντικὸν "ἥλιον εἰς ἐξουσίαν τῆς ἡμέρας" (Ψαλμ. 135, 8). Μεγάλωσε μέσα σὲ βεβαιωμένη φτώχεια ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς μας, ἀφοῦ στὸ σαραντισμό Του στὸ ναό, στὴν Ὑπαπαντή Του, ὁ φτωχὸς Ἰωσὴφ δὲν εἶχε νὰ προσφέρει ὡς δῶρο ἐνιαύσιο ἀμνό, ὅπως συνήθιζαν νὰ προσφέρουν σὲ κάθε πρωτότοκο γιὸ οἱ πλούσιοι, ἀλλὰ μόνο ζευγάρι τρυγόνων καὶ περιστερῶν, δῶρα ποὺ προσκόμιζαν μόνο οἱ φτωχοί. Δούλεψε σὰν ξυλουργὸς στὸ φτωχόσπιτο τῆς Ναζαρὲτ βοηθώντας τὸν Ἰωσήφ, ἀλλὰ πρόκοβε "σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι" (Λουκ. β΄ 52), ἔτσι ὥστε οἱ σοφοὶ ποὺ τὸν ἄκουσαν δωδεκαετῆ στὸ ναὸ νὰ ὁμιλεῖ ρωτοῦσαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο: " Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τοῦ τέκτονος υἱός; (Ματθ. ιγ΄ 55) .

Φτωχὸς ὁ Ἰησοῦς στὴ γῆ αὐτή, ὁ πλούσιος πρὶν στὸν οὐρανό, ἀγάπησε τοὺς φτωχοὺς, τοὺς ὁμοίους Του, καὶ αὐτοὺς μαζὶ μὲ τοὺς ἀνήμπορους κάλεσε στὸ Μεγάλο Του Δεῖπνο, ἀφοῦ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ ἀποκατεστημένοι δὲν καταδέχθηκαν νὰ παρευρεθοῦν σ' αὐτὸ σύμφωνα μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου (Λουκ. ιδ΄ 15-24). Ὁ πλούσιος στὸν οὐρανὸ λόγω τοῦ ἀπείρου μεγαλείου τῆς θεότητος Του καταδέχθηκε νὰ γίνει φτωχὸς στὴ γῆ, νὰ φορέσει τὴ φτωχικὴ ἀνθρώπινη φύση, γιὰ νὰ μᾶς πλουτίσει πνευματικὰ μὲ τὴ φτώχεια Του, καθὼς μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: "Δι' ὑμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν, ἵνα ὑμεῖς τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσητε.(Β΄ Κορ. η΄ 9). Καὶ ἔγινε φτωχὸς ἑκούσια, μὲ τὴ θέλησή Του, λόγω τοῦ πλούτου τοῦ ἐλέους ποὺ διαθέτει, τοῦ πλουσίου καὶ ἀμετρήτου καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸ πλάσμα τῶν χειρῶν Του.

Ὁ πλούσιος Θεὸς ἔγινε φτωχὸς ἄνθρωπος, γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ τῆς γῆς μποροῦμε νὰ γίνουμε οἱ πλούσιοι τοῦ οὐρανοῦ. Πῶς ὅμως θὰ τὸ πετύχουμε; Γιὰ νὰ πλουτίσουμε σὴν Ἄνω Ἱερουσαλὴμ πρέπει νὰ ἀγαπήσουμε τὴν φτωχεία τοῦ Ἰησοῦ ἐδῶ στὴ γῆ καὶ νὰ φτωχεύσουμε σὲ πάθη, σὲ θυμό, σὲ ὀργή, σὲ ἐγωϊσμό. Χρειαζόμαστε ἐπίσης ἐγκράτεια γλώσσης. ῾Η γλῶσσα μας πρέπει νὰ καθαρισθεῖ, πρέπει νὰ φτωχεύσει ἀπὸ κατάκριση, ἀπὸ ψεῦδος, ἀπὸ περιττολογία, ἀπὸ ἀργολογία, ἀπὸ ἀδολεσχία ποὺ δὲν εἶναι φιλόθεη.᾿Εὰν σ’ αὐτὰ φτωχεύσουμε, κάνουμε ἕνα μεγάλη βῆμα πρὸς τὸν πλουτισμό μας στὸν οὐρανό. ῾Ο Κύριος εἶπε ὅτι γιὰ κάθε λόγο ἀργὸ θὰ δώσουμε λόγο. ᾿Απὸ τὰ λόγια μας ἢ θὰ μᾶς δικαιώσει ὁ Κύριος ἢ θὰ μᾶς καταδικάσει. 

Πρέπει κατόπιν νὰ φτωχεύσει ἡ ὅρασή μας, ἡ ἀκοή μας, τά χέρια μας καί τά πόδια μας. ῾Η ἀκράτεια εἶναι αἰτία ἁμαρτίας. Φτωχεύοντας σὲ κακία καὶ ἁμαρτία πλουτίζουμε σὲ ἀρετή. Πολὺ μᾶς βοηθάει σὲ τοῦτο ἡ νηστεία καὶ ἡ προσευχή. Αὐτὲς μαζὶ ἀποτελοῦν μιά φωτιὰ πού γύρω της βγάζει φλόγες καί δέν πλησιάζει ὁ διάβολος.

Πλούσιος ὁ Θεός μας, φτωχὸς διάβολος. Ὁ Θεός μας εἶναι πλούσιος σὲ καλωσύνη, σὲ ἀγαθότητα, σὲ φιλανθρωπία, σὲ συμπάθεια, σὲ ἀρετή, σὲ μακροθυμία. Εἶναι ὁ ἱλαρὸς δότης, Αὐτὸς ποὺ συντρέχει σὲ κάθε μας ἀνάγκη, σὲ κάθε μας ἔνδεια, σὲ κάθε μας δύσκολη στιγμή, σὲ κάθε μας ἄσωτη ἐνέργεια. Αὐτὸς ποὺ δὲν μᾶς παραβλέπει, δὲν χαίρετε γιὰ τὶς πτώσεις μας, δὲν μᾶς τιμωρεῖ γιὰ τὶς ὕβρεις ποὺ τοῦ ἀπευθύνουμε καθημερινὰ μὲ λόγια καὶ πράξεις, μὲ ἀσύνετη καὶ αὐθάδη καταπάτηση τῶν σωτηρίων ἐντολῶν Του. Εἶναι Θεὸς ἐλέους καὶ οἰκτιρμῶν, Θεὸς ἀγάπης, Θεὸς συγχωρήσεως, Πατέρας φιλόστοργος, ποὺ μὲ ἀνοικτὲς ἀγκάλες περιμένει τὴν μετάνοια καὶ ἐπιστροφή μας. Κοντά Του εἴμαστε πάντα πλούσιοι. Μᾶς καλύπτει ἡ ὀμπρέλλα τῆς ἀνύστακτης πρόνοιάς Του. 

Πότε ὅμως ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι φτωχεύουμε; Μά, ὅταν ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ Αὐτόν, ὅταν ἐγωϊστικὰ νομίζουμε ὅτι μποροῦμε μόνοι μας νὰ πορευθοῦμε στὴ ζωὴ χωρὶς τὴ βοήθεια καὶ τὴν συμπαράστασή Του, ὅταν αὐτονομούμενοι νομίζουμε ὅτι μὲ τὶς προσωπικές μας δυνάμεις θὰ ξεπεράσουμε τὶς θλίψεις, τοὺς πειρασμούς, τὰ πάθη, τὰ προβλήματα τῆς καθημερινότητας. Εἴμαστε φτωχοὶ καὶ γινόμαστε φτωχότεροι, ὄχι γιατὶ τὸ θέλει ὁ Θεός, ἀλλὰ γιατὶ Αὐτὸς τὸ ἐπιτρέπει, γιὰ νὰ μᾶς συνεφέρει, νὰ μᾶς ἐπαναφέρει πάλι στὴν πλούσια ἀγκαλιά Του. 

Ὁ διάβολος, τίθεται τώρα τὸ ἐρώτημα, δὲν εἶναι πλούσιος; Ἀσφαλῶς καὶ εἶναι. Εἶναι πλούσιος σὲ δολιότητα, πλούσιος σὲ κακία, πλούσιος σὲ διαφθορά, πλούσιος σὲ κατάκριση. Εἶναι ὁ μυρμηκολέων, ὅπως τὸν ὀνομάζουν οἱ πατέρες, ὁ ὁποῖος πρὶν τὴν πτώση μας στὴν ἁμαρτία, μᾶς τὴν προβάλλει ὡς πολὺ μικρὴ καὶ ἀσήμαντη καὶ μετὰ τὴν πτώση μας, μᾶς τὴν προβάλλει ὡς πολὺ μεγάλη καὶ θανάσιμη. Ὁ διάβολος συνεπῶς εἶναι φτωχὸς σὲ ἀρετή, λέξη ἄλλωστε ποὺ ὁ ἴδιος δὲν τὴ γνωρίζει οὔτε ἐνδιαφέρεται γι’ αὐτήν, φτωχὸς σὲ ἔργα ἀγαθά, φτωχὸς σὲ φιλάνθρωπα αἰσθήματα. Ὀφείλουμε νὰ γνωρίζουμε ὅτι φτωχὸς ἄνθρωπος δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ στερεῖται ἀπὸ χρήματα καὶ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ἐπίγνωση τῶν ἀναγκῶν του καὶ μάλιστα τῶν ἀνελαστικῶν, αὐτὸς ποὺ ἔχει ὑπέρμετρες ἀπαιτήσεις, αὐτὸς ποὺ δὲν ἀρκεῖται σ’ αὐτὰ ποὺ ἔχει, ἀλλὰ ἐπιζητεῖ κάθε ἡμέρα καὶ περισσότερα, αὐτὸς ποὺ δὲν βλέπει πόσα ἀγαθὰ τοῦ ἔχει χαρίσει ὁ Θεός, ἀλλὰ πόσα ἔχει ὁ γείτονάς του καὶ παραμένει διαρκῶς ἐνδεὴς καὶ ἀγνώμων πρὸς τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ πρὸ τὸ πρόσωπό του. Αὐτός, ποὺ δὲν ἔχει καθημερινὰ μνήμη θανάτου καὶ δὲν ψάλλει ἀδιάκοπα τὸ κύκνειο τροπάριο τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης "Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις, τὸ τέλος ἐγγίζει καὶ μέλλεις θορυβῆσθαι"! 

Ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ ὀφείλουμε νὰ κάνουμε μία διαπίστωση. Ἐνῶ εἴμαστε πλούσιοι μὲ τὴ χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ μας, εἴμαστε φτωχοί σὲ ἀγάπη, μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται. Δὲν ἀγαποῦμε τὸν πλησίον μας «ὡς ἑαυτόν» (Ματθ. κβ΄ 39), ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸν Κύριό μας, στὸν ὁποῖο, ὅμως, καταφεύγουμε σὲ κάθε τριμυμία καὶ ζάλη. Ὁ φτωχὸς σὲ ἀγάπη ἄνθρωπος εἶναι ἐνδεής, εἶναι ψυχρός, ἀφοῦ δὲν τὸν ἔχει θερμάνει ἡ ἀγάπη τῆς προσφορᾶς, τῆς ψυχικῆς κενώσεώς του στὶς ἀνάγκες τῶν ἄλλων. Ἐὰν δίναμε στοὺς ἄλλους, ἔστω καὶ ἀπὸ τὰ λίγα ἀγαθὰ ποὺ ἔχουμε, ὁ Θεὸς θὰ μᾶς τὰ πολλαπλασίαζε καὶ θὰ νοιώθαμε ὅτι δίνοντας στοὺς ἄλλους καὶ ἐνῶ τοὺς πλουτίζουμε, ἐμεῖς ὄχι μόνο δὲν φτωχεύουμε, ἀλλὰ καὶ ἐδῶ δὲν στερούμεθα καὶ θησαυρίζουμε στὸν οὐρανό. Κανεὶς φιλάνθρωπος ποτὲ δὲν φτώχευσε. «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ» (Ψαλμ. 33, 11). 

Εἴμαστε φτωχοὶ σὲ καλὰ ἔργα. Εἴμαστε φτωχοὶ σὲ ἀρετή, σὲ σωφροσύνη, σὲ διαφύλαξη τοῦ φυσικοῦ μας περιβάλλοντος, ἀφοῦ δὲν καταλαβαίνουμε ὅτι μὲ τὴν καταστροφή του ἡ φτώχεια μας θὰ εἶναι στὸ μέλλον μόνιμη καὶ καταστροφική.

Εἴμαστε φτωχοὶ σὲ εἰρήνη· φτωχοὶ σὲ ταπείνωση. Εἴμαστε φτωχοὶ γιατὶ ὁ πλούσιος, ὁ ἑωσφορικὸς ἐγωϊσμός μας μᾶς ὠθεῖ σὲ ζωὴ τρυφηλὴ χωρὶς στερήσεις, χωρὶς ἄσκηση, χωρὶς μετάνοια, καὶ μᾶς ὁδηγεῖ μὲ βεβαιότητα στὴν αἰώνια καταστροφή. Καὶ τὸ χειρότερο εἴμαστε φτωχοί, γιατὶ λησμονοῦμε ὅτι αὔριο ἀποθνήσκουμε καὶ ὁ πλοῦτος ποὺ ἐπιζητούσαμε στὴ γῆ ὅλα τὰ χρόνια τῆς ζωῆς μας δὲν μᾶς συνοδεύουν, ἀφοῦ δὲν εἶναι πλοῦτος αἰώνιος, ἀλλὰ πρόσκαιρος. Ἂν ἐπιζητοῦμε τὴ φτωχεία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι βέβαιο ὅτι θὰ πλουτίσουμε καὶ σ' αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ στὴν ἄλλη. Ὁ Κύριός μας εἶναι «ὁ ἐγείρων ἀπὸ γῆς πτωχὸν καὶ ἀπὸ κοπρίας ἀνυψῶν πένητα» (Ψαλμ. 112, 7), εἶναι Αὐτὸς ποὺ ἀνυψώνει τὸν φτωχὸ ἀπὸ τὰ σκύβαλα καὶ τὴν κοινωνικὴ ἀθλιότητα καὶ καταφρόνηση σὲ θέσεις περίλαμπρες, ὁλοκάθαρες, κοινωνικὰ καταξιωμένες καὶ περιζήτητες. Αὐτὸς ποὺ μᾶς ἀνυψώνει ἀπὸ τὴν κοπριὰ τῶν παθῶν καὶ τῶν ἁμαρτιῶν μας στὴν ἀπάθεια καὶ τὴ θέωση, ὅταν θέτουμε στόχο μας τὴν πνευματικὴ πρόοδο καὶ τὴν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς, ποὺ συνοδεύεται ἀπαραίτητα ἀπὸ ἐλεημοσύνες γνωρίζοντας ὅτι «ὁ ἐλεῶν πτωχὸν δανείζει Θεῷ» (Παρ. 19, 17). 

Μὴ λησμονοῦμε τέλος ὅτι ἡ βάση τοῦ πλούτου εἶναι τὸ χρυσάφι, ἐνῶ ἡ βάση τῆς ἀρετῆς εἶναι ἡ ταπείνωση. Ὅπως, λοιπόν, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει χρυσάφι εἶναι φτωχὸς καὶ ἂς μὴ φαίνεται ἐξωτερικά, ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἐνάρετος αὐτὸς ποὺ ἀγωνίζεται χωρὶς ταπείνωση . Ἄλλωστε ἡ ταπείνωση ἔχει σχέση μὲ τὴ λέξη "τάπητας" δηλαδὴ χαλί, ποὺ τὸ πατᾶμε ὅλοι. Διαμαρτύρεται ὁ τάπητας; Ὄχι βέβαια, ποτέ! Οὔτε διαμαρτύρεται οὔτε φτωχεύει, ὅσα πόδια κι ἂν τὸν πατήσουν καὶ τοῦ χαλάσουν τὴν ὀμορφάδα του. Τοὐναντίον πλουτίζει μὲ τὴν παρουσία του καὶ θερμαίνει μὲ τὴ ζεστασία του τὰ σπιτικά μας. 

Καθηγητὴς Χαράλαμπος Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: