Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου

Τετάρτη 16-5-2012 
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΕΩΡΓ. ΚΑΡΑΤΖΑ 
Θεολόγου - Καθηγητή 
του 4ου Γυμνασίου Χίου 

Ομιλία που εκφωνήθηκε στους μαθητές του 4ου Γυμνασίου Χίου στα πλαίσια των εκδηλώσεων για την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.

Κύριε Διευθυντά του 4ου Γυμνασίου Χίου, κύριοι συνάδελφοι εκπαιδευτικοί, αγαπητές μαθήτριες και μαθητές˙ με αρκετή, ομολογουμένως, καθυστέρηση, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα στις 24 Φεβρουαρίου 1994 την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού από τους Τούρκους, ως Ημέρα Μνήμης εκείνων των Ελλήνων που θυσίασαν τη ζωή τους προκειμένου να μην χάσουν την Ορθόδοξη πίστη τους και την εθνική τους ταυτότητα. 

Επρόκειτο για ένα εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού, το οποίο ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, ήδη από τον 8ο π. Χ. αιώνα. Τόσο η διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1453, όσο και η Άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς δεν πέτυχαν να αλλοιώσουν το φρόνημα και την ελληνική συνείδηση των Ποντίων, παρότι μάλιστα ζούσαν αποκομμένοι από τον υπόλοιπο εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα (το 40% του πληθυσμού του Πόντου), ωστόσο γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα (Τραπεζούντα, Σαμψούντα, Σινώπη κ. ά). 

Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 ελληνικά σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία οι Έλληνες του Πόντου διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο. 

Το 1908 ήταν μια χρονιά - ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη χρονιά αυτή εκδηλώθηκε στη Θεσσαλονίκη και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στον περιθώριο τον Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ τον Β΄. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς Τούρκους στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της ετοιμοθάνατης τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 

Σύντομα, όμως, οι ελπίδες διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας και υλοποιώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών του Πόντου και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο Α' Παγκόσμιο Πόλεμο(1914-1918). Το ελληνικό κράτος, απασχολημένο τότε με το «Κρητικό Ζήτημα», δηλαδή το αν θα ενωνόταν η Κρήτη με την Ελλάδα, δεν είχε τη διάθεση να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία. 

Οι Τούρκοι, λοιπόν, με πρόσχημα την «ασφάλεια του οθωμανικού κράτους» εκτοπίζουν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού του Πόντου στην αφιλόξενη μικρασιατική ενδοχώρα, μέσω των λεγόμενων «Ταγμάτων Εργασίας» («Αμελέ Ταμπουρού»). Στα «Τάγματα Εργασίας» αναγκάζονταν να υπηρετούν οι άνδρες που δεν κατατάσσονταν στο τουρκικό στρατό. Δούλευαν μέσα στον χειμώνα σε λατομεία, ορυχεία και στη διάνοιξη δρόμων, κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι περισσότεροι πέθαιναν από πείνα, κακουχίες και αρρώστιες. 

Αντιδρώντας στην καταπίεση των Τούρκων, τις δολοφονίες, τις λεηλασίες, τους βιασμούς, τις εξορίες και τις πυρπολήσεις των χωριών τους, οι Ελληνοπόντιοι, όπως και οι Αρμένιοι, ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά για να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν. Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1916, οι Τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους. Ό,τι δεν κατάφερε ο Σουλτάνος σε 5 αιώνες το πέτυχε ο Κεμάλ μόλις σε 5 χρόνια! 

Το 1919 οι Έλληνες μαζί με τους Αρμενίους και την πρόσκαιρη υποστήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα αυτόνομο ελληνοαρμενικό κράτος. Το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν το γεγονός για να προχωρήσουν στην «τελική λύση». 

Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας, υπό την καθοδήγηση των Γερμανών και Σοβιετικών συμβούλων του. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 οι Ελληνοπόντιοι, που έχασαν τη ζωή τους, ξεπέρασαν τους 200.000, ενώ κάποιοι ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό τους στις 353.000. 

Όσοι γλίτωσαν από το τουρκικό σπαθί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ γύρω στις 400.000 ήλθαν στην Ελλάδα. Με τις γνώσεις και το έργο τους συνεισέφεραν τα μέγιστα στην ανόρθωση του καθημαγμένου εκείνη την εποχή ελληνικού κράτους και άλλαξαν τις πληθυσμιακές ισορροπίες στη Βόρειο Ελλάδα. 

Θα κλείσουμε με τους στίχους του Ελληνοπόντιου ποιητή Κυριάκου Σαχανίδη: 

Δεν θέλουμε αντίποινα, δεν θέλουμε τον πόνο. 

Το κακό που ξέρουμε εμείς, μην έρθει σε κανέναν. 

Μόνον να αναγνωριστεί, αυτή η γενοκτονία, 

να τη γνωρίζουν και μην την κάνουνε αλλού, ούτε 

αυτοί, ούτε άλλοι. 

Ποτέ αλλού να μην γίνουνε, τέτοιες βαρβαρότητες. 

Σαν αδέρφια όλοι να ζούνε και πίστη ας έχουν άλλη. 

Σαν αδέρφια όλοι να ζούνε, Χριστός, Ισλάμ και Βούδας.

  
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: