Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Εκκλησία ζώσα και ελεύθερη

Του Ιωάννη Μ. Κονιδάρη από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ

Η συμμετοχή οκτακοσίων και πλέον χιλιάδων πολιτών στην εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη νέας ηγεσίας στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως, η οποία ακολούθησε στο σημείο αυτό πρακτική που εγκαινίασε το κυβερνών σήμερα κόμμα, με οδήγησε αβίαστα σε σκέψεις που από πολλών ετών έχω υποστηρίξει σχετικά με την αμεσότερη συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου στη διοίκηση της Εκκλησίας μας. 

Είναι ασφαλώς γνωστό και χιλιοειπωμένο ότι Εκκλησία είναι κλήρος και λαός μαζί. Εν τούτοις, ο συστηματικός παραγκωνισμός του αιρετού λαϊκού στοιχείου έχει οδηγήσει στη διαδεδομένη, ιδίως στους απλοϊκούς πιστούς, εντύπωση ότι η «Εκκλησία» είναι κάτι το διαφορετικό από τον πιστό. Είναι είτε το κτίσμα, ο ναός, είτε η διοικούσα Εκκλησία. 

Πιστεύω βαθύτατα ότι, αν οι πιστοί είχαν την ευκαιρία να δείξουν ότι είναι παρόντες με τη ενεργότερη συμμετοχή τους στον εκκλησιαστικό οργανισμό και με την ανάδειξη αιρετών οργάνων, αυτό θα οδηγούσε σε αναγέννηση της ενορίας, σε άνθηση του εκκλησιαστικού οργανισμού και κυρίως σε ανανέωσή του. Θα καθιστούσε την Εκκλησία ζώσα και ισχυρή. Αλλά θα έδινε και στους διοικούντες την Εκκλησία μιαν άλλη, περισσότερο αντιπροσωπευτική δύναμη. Αλλωστε αυτό ήταν και το πατροπαράδοτο σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας στη χώρα μας, το οποίο ξεθώριασε και τελικώς έσβησε στη μνήμη των πιστών. Και δυστυχώς η Εκκλησία δεν φρόντισε να το αναστήσει. 

Δεν πρέπει να λησμονείται ότι πριν από κάποιες δεκαετίες οι ενορίτες, γραμμένοι στους ενοριακούς καταλόγους, ψήφιζαν και εξέλεγαν όχι μόνο τους επιτρόπους του ναού τους, που σήμερα ονομάζονται εκκλησιαστικοί σύμβουλοι, αλλά και τον ίδιο τον εφημέριό τους, τον παπά δηλαδή της ενορίας τους, τον οποίον στη συνέχεια χειροτονούσε ο τοπικός επίσκοπος και στον οποίο εφημέριο κατέβαλλαν κάποιον στοιχειώδη μισθό, πλέον των«τυχερών» του. 

Αυτά ίσχυσαν ως τη δικτατορία Μεταξά. Στο γενικότερο κλίμα της εποχής δεν ταίριαζε η συνέχιση ενός τέτοιου συστήματος αναδείξεως αιρετών επιτρόπων και εφημερίων. Ετσι το σύστημα αυτό σταδιακά και μεθοδικά αρχικώς τροποποιήθηκε και τελικώς καταργήθηκε και οι σχετικές εξουσίες περιήλθαν όλες στον τοπικό μητροπολίτη. Αυτός πλέον προκηρύσσει τις κενές εφημεριακές θέσεις και προβαίνει στην πλήρωσή τους, αυτός, κατόπιν προτάσεως του εφημερίου κάθε ενορίας, που ο ίδιος έχει διορίσει, ορίζει και τους τέσσερις εκκλησιαστικούς συμβούλους που διοικούν μαζί με τον εφημέριο τον ναό. 

Αυτά όλα βεβαίως έγιναν με την αγαστή συνεργασία της Πολιτείας- ακριβέστερα, των πολιτικών κομμάτων που κυβέρνησαν τη χώρα. Μετά τη δικτατορία Μεταξά, που δημιούργησε και το περιλάλητο αρχιεπισκοπικό ζήτημα Χρυσάνθου- Δαμασκηνού, ζήτημα που για πρώτη φορά ενέπλεξε και το Συμβούλιο της Επικρατείας στα εσωτερικά της διοικήσεως της Εκκλησίας, ακολούθησαν ο πόλεμος, η γερμανοϊταλική κατοχή και η εμφύλια σύρραξη, μια μακρά δηλαδή περίοδος κατά την οποία η εθνικοφροσύνη ταυτίστηκε με την ορθόδοξη ταυτότητα και κυριολεκτικώς έθαψε κάθε ιδέα επαναφοράς του αιρετού λαϊκού στοιχείου στη διοίκηση της ενορίας, πόσω μάλλον στη διοίκηση των μητροπόλεων... 

Η διοικούσα Εκκλησία δεν επεδίωξε και πάντως δεν κατόρθωσε να επιβάλει να παραμείνειελεύθερη από κρατικές επεμβάσεις. Και στο σημείο αυτό παρήκουσε την ίδια τη Μητέρα Της! Ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος του 1850, με τον οποίο ανακηρύχθηκε η Εκκλησία της Ελλάδος ως Αυτοκέφαλη, περιλαμβάνει ρητώς Ορον ότι η Εκκλησία αυτή θα διοικείται «κατά τους θείους και ιερούς κανόνας ελευθέρως και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως». Τούτο σήμαινε, κατ΄ ουσίαν, εγκαθίδρυση ενός συστήματος σαφούς διακρίσεως Πολιτείας και Εκκλησίας. 

Εν τούτοις η ελληνική Πολιτεία, για τους δικούς της λόγους, παρέβη τον Ορον αυτόν. Ηδη με τους νόμους Σ΄ και ΣΑ΄/1852 επανέφερε σε ισχύ ένα αμιγώς πολιτειοκρατικό σύστημα. Και η Εκκλησία της Ελλάδος, για τους δικούς της πάλι λόγους, συνήνεσε. Και έκτοτε άρχισε το «αλισβερίσι» μεταξύ των δύο θεσμών που συνεχίζεται ως σήμερα. 

Αυτό το δούναι και λαβείν οδήγησε στη σταδιακή μεταβολή της Εκκλησίας σε κρατικό οργανισμό και στην όλο και μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση της διοικούσας Εκκλησίας και της πολιτικής εξουσίας. Τη μισθοδοσία του κλήρου ανέλαβε, το 1945, το κράτος, στη συνέχεια, το 1981, ανέλαβε και τη μισθοδοσία των αρχιερέων, που ως τότε μισθοδοτούνταν από τον ΟΔΕΠ, ακολούθως ανέλαβε τη μισθοδοσία και των εκκλησιαστικών υπαλλήλων κ.ο.κ., λαμβάνοντας κάθε φορά κάποια περιουσιακά ανταλλάγματα από τη διοικούσα Εκκλησία. 

Η μόνη προσπάθεια που αναλήφθηκε για επάνοδο του αιρετού λαϊκού στοιχείου στη διοίκηση της Εκκλησίας, επί υπουργίας Αντ. Τρίτση, απέτυχε οικτρώς, ακριβώς διότι δεν υπήρχε συνολικό σχέδιο εκκλησιαστικής πολιτικής, και οδήγησε τελικώς στην κατάργηση του ΟΔΕΠ και στην καθιέρωση ενός όλως αδιαφανούς συστήματος διοικήσεως της περιουσίας της Εκκλησίας. 

Έτσι φθάσαμε στη σημερινή κατάσταση, αν όχι στο σημερινό αδιέξοδο. Λόγω προφανώς του κατεπείγοντος του πράγματος, λίγες μόλις ημέρες πριν από την εορτή της Γεννήσεως του Θεανθρώπου στη φτωχική φάτνη της Βηθλεέμ, να συνέρχεται η ανώτατη εκκλησιαστική αρχή, η Ιεραρχία, για να διαβουλευτεί αν και ποιο ποσό φόρου θα πρέπει να καταβάλει στο Δημόσιο και να συσκεφθεί αν και ποιοι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι θα διορίζονται μέσω ΑΣΕΠ...! 

Ο κ. Ι. Μ. Κονιδάρης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: