ναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωήν, καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν, Χριστὸς ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ᾄδοντας. Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις, καὶ ὀψόμεθα, τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς ἀναστάσεως, Χριστὸν ἐξαστράπτοντα, καί, Χαίρετε, φάσκοντα, τρανῶς ἀκουσόμεθα, ἐπινίκιον ᾄδοντες. Οὐρανοὶ μὲν ἐπαξίως εὐφραινέσθωσαν, γῆ δὲ ἀγαλλιάσθω, ἑορταζέτω δὲ κόσμος, ὁρατός τε ἅπας καὶ ἀόρατος· Χριστὸς γὰρ ἐγήγερται, εὐφροσύνη αἰώνιος. «ναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωήν, καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν, Χριστὸς ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ἄδοντας».Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωὴν χαρισάμενος. ναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος.
Σύνδεσμος Κληρικών της Ιεράς Μητροπόλεως Χίου, Ψαρών και Οινουσσών, έτος ιδρύσεως 2007

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Μνήμη Ιωάννη Φουντούλη

H Ὁμιλία του καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ π. Βασίλειου Καλλιακμάνη στό Διεθνές Ἐπιστημονικό Συνέδριο πρός τιμήν τοῦ καθηγῆ Ἰωάννη Φουντούλη

Ἡ ἀναφορά στή ζωή καί τό ἔργο ἀνθρώπων τοῦ πνεύματος πού διακόνησαν ἀ­­­θό­ρυβα τήν Ἐκ­κλησία, τή θεολογία καί τήν κοινωνία καθί­στα­ται δύσκολη. Ἀφενός ὑπάρχει ὁ κίνδυνος τῆς ὑπερβολῆς καί ἀ­φε­τέ­ρου τῆς ἔλλειψης. Τό ἦθος ὅμως τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ διδασκάλου Ἰωάννη Φου­ντού­λη (1927-2007) δέν ἀφήνει περιθώρια γιά ἀκρό­τη­τες. Ἐ­μ­π­νέει καί μετά τό θάνατό του τήν ἀριστοτελική μεσότητα καί τό μέτρο. Ἀναρωτιέμαι, τί θά σκέπτεται ἡ ἁγία του ψυχή βλέποντάς μας νά ὁμιλοῦμε τόσοι ἄν­θρω­ποι γιά τό πρόσωπο καί τό ἔργο του ἐπί δύο ὁλόκληρες ἡμέρες; Πάντως, ἐάν εἴχαμε τή δυνατότητα νά τόν ρω­τή­σουμε, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θά μᾶς γλυκομάλωνε καί θά μᾶς ἀποθάρρυνε. Ὅμως, θέλω νά πιστεύω ὅτι ἡ ἁπλή του καρδιά, πού πή­γαζε ἀπό μιά αὐ­θε­­ντι­κή προσωπικότητα καί ἔκρυβε τήν πα­ρα­δο­σιακή του αρχοντιά, θά συγχωρέσει τίς ὑπερβολές μας. Ὅσοι τόν γνώρι­σαν, συν­εργά­σθηκαν ἤ μα­θή­τευσαν κοντά του θά ἐνθυ­μοῦ­νται τόν τα­πει­νό ἄν­θρω­πο, τόν πολύτιμο συ­νερ­­γά­τη, τό σοφό δι­δά­σκα­λο.

Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο προσέβλεψε στό πρόσωπό του καί τοῦ ἀπέ­νει­με τό ὀφφίκιο τοῦ Ἄρχοντος Χαρτουλαρίου, ἐνῶ ἀπό τό 1989 καί γιά μιά δε­κα­πενταετία τοῦ ἐμπιστεύθηκε τή Διεύθυνση τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἱδρύ­­μα­τος Πατερικῶν Μελετῶν στή Θεσσαλονίκη, τό ὁποῖο διακόνησε μέ συ­νέπεια, ἐνῶ τό 1994 ἀνέλαβε τήν εὐθύνη γιά τήν ἐπανέκδοση τοῦ περιο­δι­κοῦ «Ὀρθοδοξία». Τότε μέ κάλεσε κοντά του ὡς «συνεργάτη παρ΄ αὐτῶ», ὅπως ἔγραφε τό Πατριαρχικό Γράμμα, γιά νά ἐπιμεληθοῦμε τήν ἔκδοση τῆς «Ὀρθοδοξίας». Παρά τούς κόπους, ἰδιαίτερα κατά τόν πρῶτο καιρό καί μέχρι νά κυκλοφορήσουν τά πρῶτα τεύχη τοῦ περιοδικοῦ, ἡ συνεργα­σία αὐτή ἀποτέλεσε γιά μένα πηγή ἔμπνευσης σέ πολλά ἐπίπεδα.

Ὁ μακαριστός Ἰωάννης Φουντούλης ἀγαποῦσε τούς βυζαντινούς να­ούς τῆς Θεσσαλονίκης καί ἰ­διαί­τερα τό κα­θο­λι­κό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βλατάδων. Ἐκεί ἐκ­κλη­σια­­­ζόταν συχνά, ἐπι­λέ­γοντας τό στα­σίδι πλάι στό δεξιό χορό, ἐνῶ κατά τή διάρ­κεια τῶν ἱερῶν ἀ­κο­­λου­θιῶν κανο­ναρ­χοῦσε χαμηλωφώνως καί ἰσοκρατοῦσε μετέχοντας «ἐν πνεύματι καί ἀληθεία» (Ἰωάν. 4,23) στή θεία λατρεία. Ἦ­­ταν ἐνεργό μέ­λος τῆς Συ­νο­δικῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς Λειτουργικῆς Ἀ­να­­­γεν­­νήσεως τῆς Ἐκ­κλη­σίας τῆς Ἑλ­­λάδος καί ὑπῆρξε ἡ ψυχή τῶν ὀκτώ Λει­τουργικῶν Συ­μπο­σίων πού ὀργα­νώθηκαν ἀπό αὐτή, ἐνῶ χαιρόταν ὅταν ἔβλεπε νά ἐκδίδονται τά πρα­κτικά μέ τίς εἰση­γή­σεις τῶν Συμποσίων αὐτῶν. Ἀνάλογα συ­νέδρια ὀργάνωνε σέ συνερ­γασία μέ τήν Ἱερά Μητρό­πο­λη Δράμας στό Μοναστήρι τῆς Εἰκοσι­φοί­νισσας.

Ἐνδεικτικά τοῦ λει­τουργικοῦ ἤθους καί τῆς «συντετριμένης καρ­δί­ας» του στό ἀπόγειο τῆς διεθνοῦς ἀναγνώρισης τοῦ ἔργου του εἶναι ὅσα εἶπε μεταξύ ἄλλων στήν τιμητική γι’ αὐτόν βρα­διά στό Βελιγράδι στις 7 Μαΐου 2003. Παραθέτουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὁμιλία του πού ἀποτελεῖ μάθημα ταπείνωσης: «Εὐλο­γητός ὁ Θεός, “ὁ ἐγείρων ἀπό γῆς πτω­χόν καί ἀπό κοπρίας ἀνυψῶν πένητα, τοῦ καθίσαι αὐτόν μετά ἀρχό­ντων, μετά ἀρχόντων λαοῦ αὐτοῦ”» (Ψαλμ. 112,7-8). Καί λίγο πιό κάτω «Ἐγώ δέ εἰμί γῆ καί σποδός (Γέν. 18,27). Ἐπ΄ ἀληθείας καί μέ ὅλην τήν αἴ­σθη­σιν τοῦ βάρους τῶν λέξεων μετά τοῦ προπάτορος ἐπα­ναλαμ­βάνω· “γῆ καί σποδός”…». Καί συνεχίζει: «Κατά τά κρατοῦντα ἀ­κα­δη­μαϊ­κά ἤθη, ὁ ἀπολαμβάνων μιᾶς ἀ­κα­δημαϊκῆς ὑψί­στης τιμῆς… ἀνα­πτύσσει δι’ ὀ­λί­γων θέ­μα, τῆς εἰδικότητός του βεβαίως, κατά τό δυνατόν δέ ἐνδια­φέ­ρον τήν ἐκλε­κτήν ὁ­μή­­γυριν. Μακράν ἀπό ἐμέ νά διδάξω θεοδιδάκτους ἀδελφούς καί πατέρας ἤ ἔ­στω νά εἴ­πω κοινότυπα πράγματα, ὁμιλῶν ὡς πρός ἀγνοοῦντας ἤ ἔστω ἀτελῶς γνω­ρί­ζο­ντας. Ἐ­­σκέφθην ὅτι, τί ἄλλο τι­μᾶ­τε εἰς ἐμέ, εἰ μή τόν ἀ­κα­δη­μαϊκόν διδάσκαλον, πού κατά τό ἔλεος καί κατ’ ἀνοχήν Θε­οῦ καί παρά τήν Κυριακήν ἀπα­γόρευσιν (“μηδέ κληθῆτε καθηγηταί, εἷς γάρ ὑμῶν ὁ καθηγητής, ὁ Χρι­στός”, Ματθ. 23,10), ἀντε­ποι­ή­θη τοῦ ἔργου τῆς διδα­σκαλίας ἐπί μα­κρά ἔτη, μίαν ὁλό­κληρον ζωήν. Ηὐδόκησε δέ ὁ χο­ρηγός τῆς ζωῆς αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν μου νά φθάσουν τό βιο­λο­γικόν ὅριον τοῦ Ψαλμωδοῦ, (“αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν ἡμῶν ἐν αὐτοῖς ἑβδομήκοντα ἔτη”, Ψαλμ. 89,10) καί “ἐν δυνα­στείαις”, (κατά τό δυνατόν καί κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ), νά ὑπε­ρ­βαίνουν τό ὅριον ἐκεῖνο… Μή ἔχων δέ λόγον δι’ οὐδέν ἄλλον πεδίον καί «θέμα μόνον τῆς ζωῆς μου», τῆς μελέτης μου, τῶν ἐρευνῶν, τῆς οἱασδή­ποτε ποι­ό­τητος συγ­γρα­­φῆς καί τῆς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον προσφερο­μέ­νης ἀκα­δη­μαϊκῆς ἤ ἄλ­λης «τάχα καί» διδα­σκα­λίας μου… ἐπιλέξας τόν κλάδον τῆς ἐπι­στήμης τῆς λα­τρείας…ἐνόμισα χρή­σιμον …νά καταστήσω κοινωνούς, οἱονεί ἐν δη­μοσίᾳ ἐξομο­λο­γή­σει» (Ὀρθοδοξία, τεῦχ. Δ΄, 2003, σ. 910-911).

Πῶς νά ἐξη­γη­­θοῦν οἱ λόγοι αὐτοί; Ἀποτελοῦν ἐκφράσεις με­τριο­­φρο­­σύνης; Ἀ­πο­λογισμό μιᾶς μα­­κρᾶς καί γόνιμης διδασκαλίας; Ἀποχαι­ρε­τισμό πρός τήν ἀκα­δη­μαϊ­κή κοινότητα; Ἔκ­­­φραση πρόδηλης ἀ­­μη­χανίας ἑνός μεγάλου διδα­σκά­λου πού δέν ἐπε­δίω­ξε νά φαίνεται ὡς τέτοιος; Ἔκ­φραση ἀμη­χα­νίας μπροστά στή συνει­δη­το­ποί­ηση τῆς προσφορᾶς του καί τῆς δικαι­ο­λο­­γημένης τιμῆς πρός τό πρό­σωπό του; Ἴσως ὅλα αὐτά καί ἴσως τίποτε ἀπό αὐτά. Τό βέβαιο εἶναι ὅτι οἱ παραπάνω λόγοι, πού πολύ ἀ­πέ­χουν ἀπό τά ἀκα­δη­μαϊ­κά στερεό­τυ­πα τῆς ἀτομικῆς κομπορρημοσύ­νης, μαρτυροῦν τή βιωματική σχέση τοῦ ἀν­δρός μέ τά βιβλικά καί λειτουρ­γι­κά κεί­με­να.

Ἀσχολήθηκε ἐπί σειρά ἐτῶν μέ τό λειτουργικό ἔρ­γο τοῦ Συμεών Θεσσα­λο­νί­κης, ἐνῶ τά τελευταῖα χρόνια μετέφραζε κεί­μενά του στήν δημοτική. Ἡ γλῶσσα τῶν με­τα­φράσεων αὐτῶν εἶναι ἐμ­πνευ­σμένη· ζυ­μω­μένη μέ τό λατρευτικό λόγο καί πόρρω ἀ­πέχει ἀπό τίς τυποποιημένες μετα­φράσεις πατερικῶν κειμένων πού κυκλοφοροῦν εὐρέως. Χαρακτηρι­στικό τοῦ διδακτικοῦ καί τοῦ συγγραφικοῦ του ταλάντου εἶναι ὅτι διαλεγόταν πάντοτε ζωντανά καί χωρίς ἐπιτήδευση μέ τούς μαθητές, τούς ἱερεῖς καί τούς συναδέλφους του. Ἐνσωμάτωνε τίς ἐρωτήσεις τους στά κεί­μενά του καί μέ σαφή, λιτό καί διακριτικό τρόπο περιέγραφε τό ἐρευ­νητικό πλαίσιο ἀφήνοντας τόν συ­νο­μι­λη­­τή ἤ τόν ἀ­να­γνώστη νά ἐκμαιεύσει τήν ἀπάντηση. Ὁρισμένοι τόν κατηγοροῦν γι’ αὐτό. Θεωροῦν ὅτι εἶχε πιλάτειες θέσεις ἤ δέν ἦταν πολύ συγκεκριμένος. Αὐτό ὅμως ἦταν πού ἔκανε τή διαφορά. Ἀκολουθοῦσε τή διδακτική τῶν εὐαγγελικῶν παραβολῶν καί τήν παιδαγωγία τῶν χριστιανικῶν συμβόλων. Νομίζω, ὅτι ὁ Φουντούλης μέ τον τρόπο του ἔλεγε: «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέ­τω».

Ἐ­νῶ ἦ­ταν ὄντως σοφός καί βαθύς γνώστης τῶν λει­τουργικῶν θεμάτων, θεωροῦ­σε τόν ἑαυ­­τό του πά­ντο­τε μαθητή τῆς Ἐκ­­κλησίας καί ἄκουγε μέ προσοχή ὅσα εἶχαν νά τοῦ ποῦν καί οἱ πιό ἁπλοί ἱερεῖς, τούς ὁποίους τιμοῦσε ἰδιαίτερα. Μέ τό διδακτικό καί συγ­­γρα­φικό του μόχθο κατάφερε νά κα­λύ­ψει τά ἐνδιαφέροντα τόσο τῶν ἀπαιτητικῶν καί συστη­ματι­κῶν με­λε­­τη­τῶν, θεολό­γων, ἀρχαιολόγων, μουσικολόγων, φιλολόγων, βυζαντι­νο­λό­γων, ἱστο­­­ρικῶν, νομικῶν, θρησκειολόγων κ.ἄ., ὅσο καί τοῦ εὐρύ­τε­ρου κοι­νοῦ, τοῦ κλή­ρου καί τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

Εἶχε βιωματική σχέση καί ἐντρυφοῦσε καθημερινά στό Ἱερόν Ψα­λτή­ριον, τό ὁποῖο θεωροῦσε βιβλίο παναθρώπινης ἀξίας καί οἰ­κου­μενικῆς ἐμβέ­λει­ας. Μεταξύ τῶν ἄλλων ἔγραφε: «Τό Ἱερόν Ψαλτήριον εἶναι τό ἀφ­θί­­του ἀξίας ὑμνολογικόν κείμενον, τό ὁποῖον συνδέει παλαιόν καί νέον Ἰσραήλ καί ὅλους διά τῶν αἰώνων τούς χριστιανούς τῆς Οἰκουμένης, οἱ ὁποῖοι διά τῶν θεοπνεύστων αὐτοῦ ψαλμῶν ὕμνησαν τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ, ἀνέπεμ­ψαν τάς πρός αὐτόν εὐχα­ρι­στίας των, ἀνέφεραν τούς πόνους καί τάς θλί­ψεις των, ἐζήτησαν τό ἔλεος καί τήν βοήθειάν του, ἐξω­μολο­γή­θη­σαν τάς ἁμαρτίας των καί ἐνα­πέ­­θεσαν εἰς αὐτόν τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας των. Χειραγω­γού­με­νοι δέ ἀπό τήν τυπολογικήν καί ἀνα­γω­γικήν ἑρμη­νεί­αν τῶν ἁγίων πα­τέ­ρων εἶδον εἰς τούς ψαλμούς προ­φη­τευομένην τήν ἔλευσιν τοῦ Σωτῆρος, τήν διδασκαλίαν του καί τά θαύματά του, τά πάθη καί τήν ἀνάστασίν του, τήν δόξαν καί τήν δι’ αὐτοῦ λύ­τρω­σιν τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων καί τήν συντριβήν τῶν ἀντιθέων δυ­νά­μεων» (Τό Ἱερόν Ψαλτήριον μετά τροπαρίων καί εὐχῶν, ἤτοι τύπος κελλιωτικῆς Ἀγρυπνίας, ἔκδ.Ἱερᾶς Μονῆς Παντοκράτορος, Ἅγιον Ὄρος 2004, σ. ιδ΄).

Ὁ Ἰωάννης Φουντούλης σεβόταν τήν παράδοση, ἀλλά φρόντιζε νά ἐ­πι­ση­μαί­νει καί τίς στρεβλώσεις στά λειτουργικά πράγματα, πού ἐπι­σώρ­ρευσε ὁ χρόνος καί ἡ ἄγνοια. Παράλληλα μέ εὔστοχο τρόπο ἐπισή­μαι­νε τούς κινδύνους ἀπό τήν ἐκκο­σμί­κευση τῆς λειτουργικῆς ζωῆς. Δίδασκε χα­ρα­κτηριστικά: «Μεταπολεμικῶς ἡ τεχνο­λο­γική ἐξέλιξη καί ἡ οἰκο­νομική εὐμάρεια ἐπέτρεψε τό κτίσιμο νέων ναῶν, τή γενί­κευ­ση τῆς χρή­σεως τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος γιά τό φωτισμό καί τή θέρμανση τοῦ ναοῦ, τήν ἐγκα­τάσταση μεγαφώνων, τήν κατασκευή καθισμάτων…Ὅλα αὐτά κα­λά ὅταν καλῶς γίνονται. … Ἄν ὅμως γίνεται ἀλόγιστη χρήση, κατα­στρέφουν ὄχι μόνο τήν αἰ­σθη­τική του χώρου, ἀλλά καί ἐκκοσμι­κεύουν τό ναό, μετα­βάλ­λοντάς τον σέ αἴθουσα θεάτρου μέ ἄπλετο καί διασπαστικό φωτισμό, μέ ἔντονο ἐνοχλητικό ἦχο, μέ φόρτο κα­θι­σμά­των καί φόρτο καλῆς καί κακῆς τέχνης ἐπίπλων καί σκευῶν…». Τόνιζε ἀκόμη ὅτι στόν ἱερό χῶρο τῆς ἐκκλησίας, ὅπου διδάσκεται ἡ ταπείνωση, ἡ φιλοπτωχεία, ἡ λιτή ζωή, ἡ ἱεροπρεπής σεμνότητητα καί τό μέτρο δέν μπορεῖ νά κυριαρχεῖ ἡ χλιδή (χρυσός φόντος) κυρίως στίς τοιχογραφίες, ὁ «ἐκπερσισμός» τῶν ἀμφίων καί ἐν τέλει ἡ διά τῶν ἐξωτερικών μεγα­φώνων διαπό­μπευ­ση τῶν ἱερῶν μυστηρίων.

Ἀ­­­ναφε­ρό­με­νος ὁ καθηγητής Ἰωάννης Φουντούλης σέ ὅλα αὐτά δέν ἐξω­ράϊζε τό παρελθόν, οὔτε μεμ­ψι­μοι­ροῦσε γιά τό πα­ρόν, ἀλλά ὀρθο­το­μοῦσε τήν ἀλήθεια. Πέραν τούτων ὅμως, ἀναγνώριζε τή σύγχρονη ἀνα­γέν­νηση στά λει­τουρ­γικά πράγματα ἐπισημαίνοντας τό ἔντονο ἐνδιαφέ­ρον τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ γιά τή λατρεία πού ἐκφράζεται μέ τίς ἐκ­­δό­σεις, τά συνέδρια, τίς ἐκπομπές καί τήν συχνή μετοχή μεγάλου μέρους τοῦ ἐκ­κλη­σιάματος στή θεία κοινωνία˙ πράγμα σπανιότατο σέ παλαιότερες ἐπο­χές. Ἐνῶ ἐ­πέ­­κρινε τήν παράχρηση τῶν πραγμάτων, ἔβλεπε μέ αἰσιο­δο­ξία τό μέλλον τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς λα­τρεί­ας. Καί ἀναρωτιόταν γιά ὅλα αὐτά: «Προοίμιον ἀνοίξεως; Φύτρωμα τοῦ σπόρου;». Καί εὐχόταν: «Ὁ Θεός νά δώσει».

Τό μέγεθος τοῦ ἔργου τοῦ μακαριστοῦ καθηγητῆ δέν μπορεῖ εὔκολα νά ἀ­πο­τιμηθεῖ. Εἶναι ὅμως σίγουρο ὅτι ὅσοι θά ἀσχολοῦν­ται στό μέλλον μέ τή λειτουργική, τήν ὁμιλητική, τήν ἁ­γιολογία καί τίς « ἱερές τέχνες» εἶ­ναι ἀδύνατο νά μήν ἀναφέρονται στήν με­­γάλη προσφορά τοῦ λει­τουργιο­λόγου τῆς Ἐκ­κλη­σίας Ἰωάννη Φου­ντούλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: