Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Οι Άγιοι Τρεις Ιεράρχες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΕΩΡΓ. ΚΑΡΑΤΖΑ 
Θεολόγου - Καθηγητή 
του 4ου Γυμνασίου Χίου

Ομιλία που εκφωνήθηκε στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου του Σταφυλά στον Κάμπο της Χίου στα πλαίσια του σχολικού εορτασμού της μνήμης των Τριών Ιεραρχών. Πέμπτη 30-1-2014 

Σεβαστέ πατέρα, κυρία Διευθύντρια του Δημοτικού σχολείου Κάμπου, κύριοι συνάδελφοι εκπαιδευτικοί, αγαπητές μαθήτριες και μαθητές, κυρίες και κύριοι˙ κάθε χρόνο τέτοια μέρα, οι άνθρωποι των γραμμάτων, και ειδικότερα όσοι εμπλεκόμαστε στη μαθησιακή διαδικασία, δάσκαλοι και μαθητές όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, τιμάμε τους Τρεις μεγάλους Ιεράρχες και οικουμενικούς δασκάλους, τον Βασίλειο τον Μέγα (τον γνωστό σ’ όλους μας Άγιο Βασίλη), το Γρηγόριο το Θεολόγο ή Ναζιανζηνό και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο. Μ’ αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζουμε τη σημαντική προσφορά τους στην εκπαίδευση και τους προβάλλουμε σαν διαχρονικά πρότυπα όχι μόνο δασκάλων, αλλά και μαθητών. Άλλωστε, οι συγκεκριμένοι Ιεράρχες εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να θεωρούνται ως οι κατεξοχήν εκπρόσωποι και προστάτες των γραμμάτων και της Ελληνορθόδοξης παιδείας μας, ως οι καινοτόμοι παιδαγωγοί και δάσκαλοι του Γένους μας. 

Οι μεγάλοι αυτοί Άγιοι άνδρες, οι σπουδαίες εκείνες προσωπικότητες του Ελληνισμού έζησαν τον 4ο μ. Χ. αιώνα, τον χρυσό, όπως ονομάστηκε, αιώνα των χριστιανικών γραμμάτων. Ο εορτασμός από κοινού της μνήμης τους κάθε χρόνο στις 30 Ιανουαρίου, παρόλο που για τον καθένα η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ορίσει χωριστή γιορτή, καθιερώθηκε χίλια χρόνια πριν, την εποχή του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Αλεξίου του Κομνηνού. Έχει, μάλιστα, ένα ξεχωριστό χαρακτήρα, μιας και δεν συνδέεται με νικηφόρες πολεμικές αναμετρήσεις του Έθνους μας, αλλά με κατακτήσεις του στο χώρο του πνεύματος και της παιδείας. Μνημονεύει και τιμά το καλύτερο δείγμα του πνευματικού θησαυρού που διαθέτει ο Ορθόδοξος Ελληνισμός, όπως αυτό έχει κατοχυρωθεί στη συνείδηση της Εκκλησίας και της Πολιτείας. Ας γνωρίσουμε, όμως, τώρα έναν έναν ξεχωριστά τους Τρεις εκείνους μεγάλους παιδαγωγούς.

Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε το 330 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Βασίλειος και ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου. Η χριστιανή μητέρα του ονομαζόταν Εμμέλεια κι έδωσε πολύ επιμελημένη αγωγή στο γιο της. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε από τον πατέρα του και μετά φοίτησε σε διάφορα σχολεία της πατρίδας του και της Κωνσταντινούπολης. 

Σε ηλικία 20 χρονών ο Βασίλειος πήγε στην Αθήνα, όπου κατά την τετραετή εκεί παραμονή του κοντά σε φημισμένους δασκάλους σπούδασε όλες σχεδόν τις μέχρι τότε γνωστές επιστήμες: Φιλοσοφία, Ρητορική, Φιλολογία, Ιστορία, Ιατρική, Αστρονομία, Άλγεβρα και Γεωμετρία. 

Το 356 ο Βασίλειος επέστρεψε στην πατρίδα του, την Καισάρεια και αφού εξάσκησε για λίγο χρονικό διάστημα το επάγγελμα του ρήτορα, βαπτίστηκε χριστιανός. Το 362 χειροτονήθηκε διάκονος και όταν πέθανε ο επίσκοπος της περιοχής πήρε αυτός τη θέση του και απ’ αυτήν άρχισε την πλούσια χριστιανική και φιλανθρωπική δράση του. Λόγω της επιβαρυμένης από τους πνευματικούς και όχι μόνο αγώνες υγείας του, πέθανε την 1η Ιανουαρίου του 379 σε ηλικία μόλις 49 ετών.

Ό,τι δίδασκε με τα λόγια ο Βασίλειος το εφάρμοζε με έργα και στη ζωή του ως επίσκοπος, επιθυμώντας μ’ αυτόν τον τρόπο να παραδειγματίσει το ποίμνιό του. Πιο συγκεκριμένα, με τις δυνατότητες που του έδινε ο πλούτος της οικογενείας του ίδρυσε μια σειρά από φιλανθρωπικά ιδρύματα, τη γνωστή Βασιλειάδα και μοίραζε τα χρήματά του σ’ όσους είχαν ανάγκη. Κι όλα αυτά τα έκανε, γιατί πίστευε ότι, επειδή όλα ανήκουν στο Θεό, όφειλε να χρησιμοποιεί τα πλούτη του για να βοηθιούνται όσοι υπέφεραν. Τόσο έκδηλη ήταν, μάλιστα, η φιλανθρωπία του και η γενναιοδωρία του, ώστε να θεωρείται μέχρι και σήμερα ως ο φορέας των δώρων της πρωτοχρονιάς, ο γνωστός σ’ όλους μας σαν Άι Βασίλης.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε το 329 στην Αριανζό, ένα χωριό κοντά στην Ναζιανζό της Καππαδοκίας. Πατέρας του ήταν ο επίσκοπος Ναζιανζού Γρηγόριος, αφού εκείνη την εποχή μπορούσαν να χειροτονηθούν και έγγαμοι επίσκοποι. Η χριστιανή μητέρα του, η Νόννα έδωσε τον καλύτερο εαυτό της για την ανατροφή του γιου της. Αφού έμαθε τα πρώτα του γράμματα στη Ναζιανζό, οι γονείς του έστειλαν τον Γρηγόριο για να σπουδάσει στην ρητορική Σχολή της Καισαρείας της Καππαδοκίας. Η δίψα για μάθηση ώθησε τον Γρηγόριο να συνεχίσει σε ανώτερο πια επίπεδο τις σπουδές του στις φιλοσοφικές σχολές της Καισαρείας της Παλαιστίνης, της Αλεξάνδρειας και της Αθήνας. 

Το 358 ο Άγιος Γρηγόριος γύρισε στη Ναζιανζό και βαπτίστηκε χριστιανός. Το 372 έγινε επίσκοπος Σασίμων, μιας άσημης κωμόπολης της Καππαδοκίας, και το 380 ο βυζαντινός αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μέγας τον ανακήρυξε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, θέση από την οποία παραιτήθηκε σύντομα. Γύρισε στη Αριανζό, όπου και πέθανε το 391. 

Ο Γρηγόριος αφιέρωσε όλη του τη ζωή στο να βοηθάει τους χριστιανούς και να τους προστατεύει από τις αιρέσεις. Η θεολογική του σκέψη, τα βαθυστόχαστα συγγράμματά του, η έντονη ποιητικότητα του έργου του και η προσφορά του στον συνάνθρωπο τον ύψωσαν σε φωτεινό πρότυπο μοναδικού πνευματικού και θεολογικού κάλλους. Γι’ αυτό δικαίως χαρακτηρίζεται ως ο σπουδαιότερος, ο άριστος θεολόγος της χριστιανικής Εκκλησίας μετά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε το 354 στην Αντιόχεια, την μεγάλη ελληνιστική πρωτεύουσα της Συρίας, την Αθήνα της Ασίας, όπως την έλεγαν τότε. Ο πατέρας του Σεκούνδος ήταν ανώτερος αξιωματικός του συριακού στρατού. Η μητέρα του Ανθούσα έμεινε χήρα σε ηλικία 20 χρονών. Κύριο έργο της από τότε και στο εξής είχε την ανατροφή και την μόρφωση του γιου της. Ο Ιωάννης είχε δάσκαλο στη ρητορική τον ειδωλολάτρη Λιβάνιο και στην φιλοσοφία τον Ανδραγάθιο. Εξάσκησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα με μεγάλη επιτυχία το επάγγελμα του δικηγόρου ή του ρητοροδιδασκάλου. Βλέποντας όμως τις αδικίες των δικαστηρίων αποφάσισε να ακολουθήσει θεολογικές σπουδές στην ακμάζουσα τότε Θεολογική σχολή της Αντιόχειας και κατόπιν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μια άλλη σπουδαία ελληνιστική πρωτεύουσα της εποχής εκείνης. 

Στην περίοδο των σπουδών του ο Χρυσόστομος γνώρισε τον επίσκοπο Αντιοχείας Μελέτιο, ο οποίος πιθανώς και τον βάπτισε χριστιανό το 372. Το 380 χειροτονήθηκε διάκονος στην Αντιόχεια και μετά από πέντε χρόνια πρεσβύτερος. Το 397 χειροτονήθηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Όντας στη θέση αυτή ήρθε σε σύγκρουση με την αυτοκράτειρα Ευδοξία και την πλουτοκρατία της βυζαντινής πρωτεύουσας. Συνεπεία αυτών οδηγήθηκε στην εξορία, όπου και πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου του 407. 

Ο Άγιος Ιωάννης ήδη από τον 6ο αιώνα επονομάστηκε Χρυσόστομος, γιατί από τότε που ήταν στην επίγεια ζωή το όνομά του είχε συνδεθεί με την έμφυτη ρητορική δεινότητα και ευγλωττία. Εκείνο, όμως, που πρώτα και κύρια χαρακτήριζε τον Χρυσόστομο ήταν η αγάπη του προς το Θεό, η αγάπη του για το φτωχό λαό και η αγωνιστικότητά του. Στην υπηρεσία της διπλής αυτής αγάπης έβαλε και την καταπληκτική πραγματικά ευφράδεια λόγου που τον διέκρινε. Έτσι, δεν μιλούσε για να εντυπωσιάσει, αλλά για να ερμηνεύσει τους θησαυρούς της χριστιανικής πίστεως και μ’ αυτόν τον τρόπο να στηρίξει και να καθοδηγήσει το λαό του Θεού στις δυσκολίες που βίωνε λόγω της φτώχειας που την γεννούσε η κοινωνική αδικία. Μάλιστα, δεν έμεινε μόνο στα λόγια. Σ’ όλη του τη ζωή δραστηριοποιήθηκε έντονα για να ανακουφίσει τους πάσχοντες αδερφούς του, αλλά και για να επέλθει η κοινωνική δικαιοσύνη στη γη, η αρμονική κοινωνική συμβίωση μεταξύ πλουσίων και φτωχών. 

Και οι τρεις Άγιοι άνδρες ήταν επιμελείς, φιλομαθείς και επιλεκτικοί, σε σημείο που να αναδειχθούν ως πρότυπα μίμησης και θαυμασμού από τους συμφοιτητές, αλλά και από τους ίδιους τους καθηγητές τους. Ο Μέγας Βασίλειος τόσο είχε εντυπωσιάσει τους συμμαθητές του με την ευστροφία και τις γνώσεις του, ώστε εκείνοι να προσπαθούν να τον μιμηθούν ακόμη και στην ομιλία, στη γενειάδα και στις κινήσεις. Μόλις τελείωσε τις σπουδές του, θέλησαν να τον ανακηρύξουν καθηγητή τους. Στην ίδια απαίτηση υπέκυψε ο Γρηγόριος, ο οποίος και έγινε καθηγητής στην Αθήνα για έναν μόλις χρόνο. Τέλος, τον Ιωάννη, ο ειδωλολάτρης καθηγητής του, ο περίφημος ρήτορας Λιβάνιος, λυπήθηκε που τον κέρδισαν οι Χριστιανοί και δεν κατάφερε να τον αφήσει διάδοχό του στη ρητορική έδρα.

Το παράδειγμά των Τριών Ιεραρχών με τις πολυετείς και πολύπλευρες, όπως είδαμε, σπουδές τους μαρτυρεί την μεγάλη εμπιστοσύνη που οι τρεις αυτοί Δάσκαλοι είχαν στην αναμορφωτική δύναμη της παιδείας, την οποία παιδεία σπούδασαν ως μια συνολική πρόταση ζωής. Γι’ αυτούς η παιδεία δεν ήταν μόνο φιλοσοφία ή ρητορική ή αστρονομία ή θεολογία ή ψυχολογία, αλλά ήταν όλα αυτά μαζί, δηλαδή μόρφωση σώματος και ψυχής.

Κλείνοντας, αυτά ήταν τα τρία Άγια πρόσωπα που το 1843/44, το νέο ελληνικό κράτος αποφάσισε να κάνει σύμβολα και της δικής του εκπαίδευσης και να καθιερώσει τη γιορτή τους της 30ης Ιανουαρίου ως επίσημη σχολική εορτή των Γραμμάτων και της Παιδείας κι όχι μέρα που απλώς χάνουμε μάθημα. Και σήμερα, όμως, εμείς, η νέα γενιά του Ελληνισμού, της οποίας, χωρίς να φέρει καμία ευθύνη εκείνη, το μέλλον δεν είναι στρωμένο με ροδοπέταλα, για να προχωρήσουμε δυναμικά μπροστά θα ήταν καλό να έχουμε ως πρότυπα προς μίμηση αξιόλογες προσωπικότητες από το τρισχιλιετές εθνικό μας παρελθόν, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων των Τριών Ιεραρχών. Οφείλουμε να αντλήσουμε και να αξιοποιήσουμε δημιουργικά στο παρόν σημαντικά και χρήσιμα στοιχεία τόσο από τη ζωή και τη δράση τους, όσο και από το χαρακτήρα και το έργο τους. Θα είναι λυπηρό, αν όχι εγκληματικό, τέτοιες προσωπικότητες μεγάλου και παγκοσμίου βεληνεκούς να τις βάλουμε στο περιθώριο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: