Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Πνευματικά και εκκλησιαστικά ζητήματα ΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ ΚΑΙ Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΕΛΕΣΗΣ ΝΕΚΡΩΣΙΜΗΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΣ

Του Γεωργίου Φωτ. Παπαδόπουλου- Κήρυκα θείου λόγου

Επειδή εδώ και καιρό υπάρχει μια έντονη επιθυμία αρκετού κόσμου να πληροφορηθεί τα της πίστεώς μας, περί των αυτοχείρων- αυτοκτονούντων, και τη στάση που η Αγία μας, Ορθόδοξη, Εκκλησία τηρεί έναντι τούτων, θεώρησα υποχρέωσή μου, να παρουσιάσω -με δυο λόγια- όσα πρεσβεύει, στηριζόμενος στον λόγο της Αγίας Γραφής, όπως τούτος έχει ήδη επισημανθεί από κείμενα Πατέρων αλλά και χριστιανικών εντύπων της εποχής.

Προκειμένου να μην κεντρίσουμε το ενδιαφέρον σε συγκεκριμένα πρόσωπα, ή γεγονότα τοπικού ενδιαφέροντος, θα εξετάσουμε το όλο ζήτημα, έχοντας υπόψη μας το περιστατικό της αυτοκτονίας 15χρονου μαθητή, πριν από 10 περίπου χρόνια, σε πόλη της Ελληνικής επικράτειας, με τη δικαιολογία ότι, ο καθηγητής του τον απέβαλε από το σχολείο, θέτοντας, με τον τρόπο αυτό, ο ίδιος (ο μαθητής) τέρμα στην πρόσκαιρη ζωή του. Ακολούθησε, τότε, έντονη αντιπαράθεση μικρής μερίδας πολιτών με τον Εφημέριο της ενορίας του μαθητή ο οποίος αρνήθηκε να τελέσει την Εξόδιο (νεκρώσιμη) Ακολουθία. 

Έτσι, με αφορμή την αυτοκτονία ενός 15χρονου μαθητή –λόγω άδικης αποβολής από το σχολείο του– και την άρνηση του Ιερέα της ενορίας του να τελέσει την Ακολουθία της κηδείας, γράφτηκαν πολλά και διάφορα από πολλούς. Το ίδιο συμβαίνει όποτε έχουμε αυτοχειρία (αυτοκτονία) και άρνηση των εκκλησιαστικών Αρχών να τελέσουν τη νεκρώσιμη Ακολουθία. Πρέπει να τελέσει την Ακολουθία της κηδείας ο Ιερέας ή όχι ? Με βάση τον λόγο της Αγίας Γραφής δεν πρέπει. Και ιδού το γιατί:

1. Καταρχήν είναι επιταγή των ιερών Κανόνων της Εκκλησίας η μη μνημόνευση του αυτόχειρα. Ο ΙΔ΄ Κανόνας του Τιμοθέου Αλεξανδρείας απαγορεύει την εκκλησιαστική μνημόνευση του αυτόχειρα, εκτός βεβαίως εάν είναι ψυχοπαθής. Τον ιερό αυτό Κανόνα επικύρωσε και του έδωσε οικουμενικό κύρος ο Β΄ Κανόνας της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Μάλιστα ο Κανόνας μνημονεύει, ότι στην απαγόρευση εμπίπτουν και οι αυτόχειρες που αυτοκτονούν από <<επήρειαν>> ανθρώπων ή <<άλλως πως από ολογωρίας>> (Πηδάλιον, εκδ. <<Αστέρος>>, Αθήνα 1976, σελ. 673). Δηλαδή, ακόμη και όταν η αυτοκτονία γίνεται από σκληρή και απάνθρωπη μεταχείριση του αυτόχειρα, και πάλι δεν συγχωρείται να μνημονευθεί. Συνεπώς, γιατί κατηγορούμε τους Κληρικούς όταν αυτοί εφαρμόζουν τους Κανόνες της Εκκλησίας ? Μπορούμε να κατηγορήσουμε έναν αστυνομικό ή δικαστικό ή εν γένει δημόσιο υπάλληλο διότι εφαρμόζει τους νόμους της πολιτείας ? Μα, αυτό ακριβώς, δεν τους ζητάμε όλοι ? Και όταν οι νόμοι δεν εφαρμόζονται δεν επικρίνουμε την παρανομία ?

2. Λένε μερικοί: <<Και που ξέρουμε εάν ένα δευτερόλεπτο πριν ξεψυχήσει μετανόησε ?>>. Εάν μετανόησε, ο παντογνώστης και εύσπλαχνος και ελεήμων Κύριος δύναται να του παράσχει τη σωτηρία. Δεν δεσμεύεται ο Θεός εάν η Εκκλησία Του, κρίνουσα κατά άνθρωπον και μη έχουσα άλλη πληροφορία, αρνηθεί να μνημονεύσει τον νεκρό. 

3. Γιατί να αυτοκτονήσει, ένας νεαρός 15 ετών, από μια ασήμαντη αιτία, από μια άδικη αποβολή από το σχολείο ? Η ζωή είναι γεμάτη πιέσεις, διώξεις, βία, συκοφαντίες, κατατρεγμούς, προπηλακισμούς, χλευασμούς, ειρωνείες. Δεν δικαιολογούμε, βέβαια, τις καταστάσεις αυτές, ούτε συμφωνούμε η κοινωνία μας να είναι απάνθρωπη, να είναι <<έρημος και χέρσος από ευγενή και φιλάνθρωπα αισθήματα>>, όπως θα έλεγε και ο Παπαδιαμάντης, δηλαδή μια κοινωνία <<έρημος και καταπεσούσα>>. Απεναντίας, πρέπει κανείς να εμμένει στον αγώνα για την ανατροπή της κατάντιας αυτής στην κοινωνία μας. Αλλά σε έναν κόσμο που έφθασε να λατρεύει τον διάβολο και τα πάθη του, είναι αναπόφευκτο να έλθουμε αντιμέτωποι με τη σκληρότητα, και επιβάλλεται –με τη βοήθεια του Θεού, την προσωπική άσκηση και την κατάλληλη αγωγή– να χαλυβδώσουμε τον χαρακτήρα μας, ώστε να αντέχει σε όλες αυτές τις δοκιμασίες. Συνεπώς, η αυτοκτονία του νεαρού, αντί να προκαλέσει την επίθεση εναντίον του Ιερέα που αρνήθηκε να τον κηδεύσει (ή -εξ αντιδιαστολής- το να επαινούμε μια εκκλησιαστική Αρχή, που επέτρεψε την κηδεία κάποιου αυτόχειρα, ενώ δεν θα έπρεπε), θα έπρεπε μάλλον να οδηγήσει σε εργώδη αναζήτηση των αιτίων που η σημερινή οικογένεια, το σχολείο και η όλη κοινωνική αγωγή δημιουργεί λαπάδες, πλαδαρούς, μαλθακούς, κυριολεκτικά ετοιμόρροπους και αναμένοντες την πρώτη ελαφρά ώθηση για να πέσουν, νέους. Παλαιότερα οι καθηγητές ήταν αυστηροί, άτεγκτοι, είρωνες, προσβλητικοί στο έπακρο, αυθάδεις και ενίοτε απάνθρωποι και -δόξα τω Θεώ- δεν είχαμε αυτοκτονίες. Σήμερα, το σύστημα εκτρέφει <<μπούληδες>>. Και αντί να ανησυχούμε γι΄ αυτό, τα βάζουμε με τους Ιερείς. Θέλουμε να τηρούν οι Ιερείς τους Ιερούς Κανόνες για τον εαυτό τους (και εάν δεν το κάνουν, πέφτουμε σαν τα όρνια να τους φάμε), αλλά δεν θέλουμε να τους τηρούν όσον αφορά εμάς !!! Όπως τα βάζουμε και με τους τροχονόμους, όταν παραβαίνουμε τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας.

4. Λέχθηκε, ότι η Ακολουθία της κηδείας δεν είναι μυστήριο, αλλά μια απλή προσευχή για καλή αποδοχή και ανάπαυση μετά των Αγίων, του αποβιώσαντος. Και συνεπώς δεν είναι σοβαρή παράβαση το να τελεσθεί και σε έναν αυτόχειρα. Και όμως η κηδεία είναι Μυστήριο και κανονικά τελείται μετά της Θείας Λειτουργίας. Και αυτό διασώζεται και σήμερα ακόμη στις κηδείες κληρικών και μοναχών, οι οποίες γίνονται μετά Θείας Λειτουργίας. Το ίδιο συνέβαινε και με τον Γάμο, αλλά και με το Βάπτισμα και Χρίσμα. Τελούνταν μαζί με τη Θεία Λειτουργία, μέσα στη Θεία Λειτουργία. Δυστυχώς, όμως, η φοβερή εκκοσμίκευση και η απομάκρυνση των χριστιανών από την Εκκλησία κατάντησαν τον Γάμο, το Βάπτισμα και την κηδεία απλές κοινωνικές κοσμικές τελετές, με ένα ελαφρό επίχρισμα χριστιανικής προσευχής. Βεβαίως, τα Μυστήρια παραμένουν Μυστήρια (και ο αριθμός τους ως προς το ότι είναι 7 είναι συμβολικός – ασφαλώς και είναι περισσότερα, πλείστα όσα τελούμενα συνιστούν Μυστήριο, όμως τα βασικά είναι 7), αλλά ο κόσμος δεν ωφελείται καθόλου από την παρουσία του σε αυτά ή όχι, εφόσον ευρίσκεται μεν εκεί σωματικώς, όμως ψυχικά και πνευματικά βρίσκεται πολύ μακριά από τα τελούμενα και δεν συμμετέχει ενσυνείδητα. Κάποτε πρέπει τα Μυστήρια αυτά να ξαναμπούν ουσιαστικά στη ζωή των χριστιανών, οι οποίοι οφείλουν να συμμετέχουν σ΄ αυτά με πλήρη συναίσθηση των τελουμένων. Επίσης, μετά την κηδεία ακολουθούν, ως γνωστόν, τα μνημόσυνα, που συνδέονται με τη Θεία Λειτουργία. Εάν κηδευτεί κάποιος που αυτοκτόνησε, έπεται ότι θα γίνει και μνημόσυνο, δηλαδή Θεία Λειτουργία υπέρ αυτού, πράγμα που απαγορεύει ο ΙΔ΄ Κανόνας του Τιμοθεόυ Αλεξανδρείας. 

5. Συνεχώς αυξάνονται οι φωνές εκείνων που εξανίστανται και εξοργίζονται διότι η Εκκλησία προσπαθεί να οδηγήσει τους νέους και τα σχολεία σε εκκλησιασμό, εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία, Ορθόδοξη κατήχηση. Φωνάζουν διαρκώς οι δαίμονες επιδιώκοντας την κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών, τη μεταβολή του σε μάθημα θρησκειολογικό, ιστορικό, χωρίς κατηχητικό χαρακτήρα. Συνεχώς προτείνουν τη διάρρηξη των σχέσεων Εκκλησίας και κράτους (πολιτείας), κ.τ.λ. Ποιος, όμως, αντιδρά σε αυτές τις φασιστικές μεθοδεύσεις, που αφήνουν τη νεολαία μας ακαθοδήγητη και ανερμάτιστη, πλαδαρή και νωχελική, ετοιμόρροπη και ευάλωτη ? Λείπει, λοιπόν, πλέον η σωστή, ρωμαλέα, ασκητική και νηπτική, εκκλησιαστική αγωγή. Οδηγούμε τους νέους μας σε μόνιμη ακηδία, σε ψυχική αποχαύνωση, σε επικίνδυνη χαλάρωση και έλλειψη κάθε ηθικής αντίστασης. Δηλαδή στην πνευματική νέκρωση. Μετά ας μην διαμαρτυρόμαστε όταν οι νέοι, μη έχοντας κάπου αλλού να στηριχτούν και να αντισταθούν στα όσα συμβαίνουν στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία –και όχι μόνον– καταλήγουν στα φασιστικά τάγματα των χρυσαυγιτών και στις κτηνώδεις και εξτρεμιστικές αντιδράσεις, που θυμίζουν το φανατικό Ισλάμ. Συμβαίνει διότι έβγαλαν από τη ζωή τους τον Χριστό, που είναι η ειρήνη και έλυσε τον φραγμό, το μεσότοιχο, της έχθρας που μας κατέτρεχε επί μακρόν -από καταβολής κόσμου- μέχρι την ενανθρώπισή Του. <<Ο Χριστός εστίν η ειρήνη ημών, ο ποιήσας τα αμφότερα έν και το μεσότοιχον του φραγμού λύσας, την έχθραν, εν τη σαρκί αυτού τον νόμον των εντολών εν δόγμασι καταργήσας>>(Εφεσ. Β΄, 14-15). Και μετά απορούμε γιατί η Εκκλησία, με την άρνηση ταφής των -προ πολλού- πνευματικά νεκρών, μας υπενθυμίζει την ευθύνη και την ενοχή μας για το κατάντημά τους.

Τούτη είναι, τελικά, η αιτία των αντιδράσεων αυτών. Και γι΄αυτό ζητούν όλοι εκείνοι τις Κηδείες. Να καθησυχάσουμε τη συνείδησή μας και να αποσείσουμε την ενοχή για την ευθύνη που μας αναλογεί, μέσα στις ψαλμωδίες της εκκλησιαστικής κηδείας. Νομίζοντας έτσι ότι ο νεκρός αναπαύεται, ένας νεκρός σωματικά που, όμως, προ πολλού νέκρωσε το πνεύμα και την ψυχή του, ενδεχομένως εξαιτίας των δικών μας παραλείψεων ή λαθών. Στο σημείο αυτό ταιριάζει απόλυτα η φράση του Κυρίου, προς εκείνο τον νέο, που ζήτησε από τον Κύριο να του επιτρέψει να πάει να θάψει τον νεκρό πατέρα του και στη συνέχεια να επιστρέψει για να Τον ακολουθήσει, ότι <<άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς>>(Ματθ. Η΄, 22). <<Άσε τους πνευματικά νεκρούς να θάψουν αυτούς που έχουν πεθάνει>>. 

6. Σε όλα τούτα να προσθέσουμε ότι, μοναδική εξαίρεση για να κηδευτεί κάποιος αυτόχειρας κατά το εκκλησιαστικό Τυπικό υπάρχει μόνον εάν ήταν ψυχοπαθής ή φρενοβλαβής. Εάν, λοιπόν, η Εκκλησία επιτρέπει σε κάποιους αυτόχειρες την κηδεία, τούτο συμβαίνει έχοντας εχέγγυα ότι ο θανών ανήκε, έστω περιστασιακά, σε μια από τις δύο τούτες καταστάσεις. Και το να δηλώνει κάποιος τρίτος (συγγενής ή και ΜΜΕ) ότι συνειδητά προέβη στο απονενοημένο βήμα, αποτελεί όνειδος για τη μνήμη του, αλλά και υποδηλώνει ότι εξαπατήθηκε η Αρχή, που επέτρεψε την τέλεση της κηδείας, εφόσον ο συνειδητά πράττων την αυτοχειρία επ΄ ουδενί δικαιολογείται να τύχει κηδείας στην Εκκλησία. Διαφορετικά, ποιος θα ήταν ο παιδευτικός (εκπαιδευτικός) αλλά και σωτηριολογικός σκοπός της Εκκλησίας, εάν και εφόσον δεν κανόνιζε (λάμβανε μέτρα, κατά τους ιερούς Κανόνες) όλους εκείνους που βλασφημούν τον Θεό και δε σέβονται τη ζωή, αφαιρώντας ανθρώπινες ζωές από την επίγειο βιοτή που, εξάλλου, δεν έφεραν εκείνοι στο φώς της υπάρξεως ? Μακροθυμία και ανοχή δείχνει η Εκκλησία για τη σωτηρία της ψυχής. Όλα έχουν σκοπό τη σωτηρία μέσω της μετάνοιας. Αλλά σε αυτόν που, πλέον, δεν μπορεί να μετανοήσει διότι <<εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια>>(Ι. Χρυσόστομος) -δηλαδή <<μετά θάνατον δεν μπορείς πια να μετανοήσεις>> αλλά και <<Ο αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας>>(Ρωμ. ΣΤ΄, 7), δηλαδή <<ο πεθαμένος δεν μπορεί πια να αμαρτήσει>>, αυτό σημαίνει η φράση αυτή – όχι εκείνο που εσφαλμένα ισχυρίζονται οι ανίδεοι περί την Αγία Γραφή και επικαλούνται ότι <<ο νεκρός συγχωρείται>>. Διαφορετικά όλοι θα συγχωρούνταν και όλοι θα σώζονταν (τότε γιατί κάποιος να είναι δίκαιος στη ζωή του αφού θα συγχωρεθεί)- τι είδους μακροθυμία μπορείς να δείξεις ? <<Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος>>(Εβρ. Ι΄, 31). Είναι φοβερό να πέσεις στα χέρια του Θεού, που είναι-όντως- ολοζώντανος !-

Πηγές- Βοηθήματα- Κείμενα:
  • Αγία Γραφή 
  • Ιερό Πηδάλιο, εκδ. <<Αστέρος>>, Αθήνα 1976 
  • Περιοδικό <<Σπίθα>>, Ι. Μονή Λογγοβάρδας Πάρου, τεύχος Ιουνίου 2005

1 σχόλιο:

Παναγιώτης Νούνης είπε...

Πολύ εξαιρετικό το άρθρο σας αλλά και το νόημα εις τα 7 Μυστήρια...Μόνο που θα πρέπει αγαπητέ κ.αρθογράφε να απεμπολήσουμε τις σχολαστικές θεολογίες περι 7 βασικών Μυστηρίων!Τα 7 Μυστήρια είναι εμπνέυσεως του σχολαστικού θεολόγου Θωμά του Ακινάτου!Ποιός άγιος Πατέρας μέχρι της εποχής του Θωμά Α. μίλησε περι 7 βασικών Μυστηρίων;Παρόλα αυτά έχετε δίκαιο ότι δεν είναι μόνο 7 καλά μας το θέσατε,αλλά θα πρέπει να μάθουνε οι αναγνώστες μας ότι τα Μυστηρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας είναι άπειρα και όχι 7 όπως μας άφησε "κληρονομιά" η Εν Τριδέντω παπική σύνοδος και ο Ακινάτης...