Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Ομιλία κατά την επέτειο της απελευθέρωσης της Χίου από τους Γερμανούς

Η απελευθέρωση της Χίου από τους Γερμανούς τη 10-9-1944

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΕΩΡΓ. ΚΑΡΑΤΖΑ 
Θεολόγου - Καθηγητή του 4ου Γυμνασίου Χίου 
Παρασκευή 21-9-2012

Ομιλία που εκφωνήθηκε στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Χίου στα πλαίσια των εκδηλώσεων για την 68η Επέτειο της Απελευθέρωσης της Χίου από τους Γερμανούς κατακτητές. 

Σεβασμιότατε, σεβαστοί πατέρες, κύριοι βουλευτές, κύριε Αντιπεριφε- ρειάρχα, κύριε Δήμαρχε, κύριε Στρατιωτικέ Διοικητά, κύριε Λιμενάρχα, κυρία Διευθύντρια της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Χίου, κύριοι Διευθυντές σχολείων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, κύριοι συνάδελφοι εκπαιδευτικοί, αγαπητές μαθήτριες και μαθητές, κυρίες και κύριοι˙ έστω και με καθυστέρηση 11 ημερών ήρθαμε εδώ σήμερα για να τιμήσουμε με τον τρόπο που αρμόζει την 68η Επέτειο από την αποχώρηση του Γερμανικού στρατού κατοχής από το νησί μας. Βρεθήκαμε εδώ τη σημερινή ημέρα για να θυμίσουμε στους γεροντότερους και να πληροφορήσουμε τα νέα παιδιά για τη δύσκολη εκείνη περίοδο της τριετούς σχεδόν Ναζιστικής Κατοχής που πέρασε η Χίος. 

Ήταν λοιπόν απόγευμα της 4ης Μαΐου του 1941, όταν η Χίος κατελήφθη αμαχητί από τμήμα των στρατευμάτων του Γ΄ Ράιχ, το οποίο είχε φτάσει με γερμανικό μεταγωγικό πλοίο στο νησί. Επικεφαλή τους οι 750 περίπου Γερμανοί στρατιώτες είχαν τον Ταγματάρχη Γοτθάλδο Βίνκλερ, ο οποίος στη συνέχεια ανέλαβε και Αρχηγός Κατοχής της Χίου μέχρι και το Φθινόπωρο του 1941. Αξίζει εδώ να αναφερθεί το γεγονός ότι ο Γερμανός εκείνος στρατιωτικός δήλωσε στις ελληνικές Αρχές του νησιού ότι η Κατοχή του νησιού θα ήταν προσωρινή, μιας και αυτή είχε πραγματοποιηθεί με μοναδικό σκοπό την προστασία του από τυχόν μελλοντική επίθεση του Αγγλικού στρατού. Βέβαια τα μελλοντικά γεγονότα τον διέψευσαν. 

Την Γερμανική κατοχή της Χίου συνόδευσε, όπως και στα περισσότερα μέρη της Ελλάδος, η πείνα, οι στερήσεις και η εξαθλίωση της ανθρώπινης υπόστασης. Τα τρόφιμα ήταν λιγοστά και η ντόπια παραγωγή αδυνατούσε να καλύψει τις επισιτιστικές ανάγκες του πληθυσμού. Άνθρωποι όλων των ηλικιών κυκλοφορούσαν σκελετωμένοι στους δρόμους προσπαθώντας να βρουν το ελάχιστο για να βγάλουν την ημέρα. «Να λες πεινώ, κι απ’ την ίδια τη φωνή σου να τρομάζεις» έγραψε τότε ο Χιώτης ποιητής Φώτης Αγγουλές. 

Βασικά είδη διατροφής στη Γερμανοκρατούμενη τότε Χίο ήταν τα κουντουρούδια, τα πορτοκάλια, σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκονταν αυτά, ο σκουπόσπορος ή φροκαλόσπορος και οι τσουκνίδες. Όσοι πάλι είχαν κάτι πολύτιμο στην κατοχή τους το αντάλλαζαν με λίγο λάδι ή δημητριακά στην οργιάζουσα εκείνη την περίοδο μαύρη αγορά. 

Τις τραγικές καταστάσεις που βίωσαν οι παππούδες μας στην Κατοχή περιγράφει ο Βασιλειωνικούσης αντιστασιακός Παναγιώτης Καρασούλης ως εξής: «Χίος 1942. Ο χειμώνας του 1941-42 ήταν τρομερός. Μήνες είχαμε να φάμε ψωμί και λάδι, πεινούσαμε. Τα μάτια βαθούλωναν, το πετσί κολλούσε στα κόκαλα, πολλοί πρήσκονταν και πέθαιναν αβοήθητοι. Έτσι κυνηγημένοι από την πείνα, οι περισσότεροι έμπαιναν κρυφά σε βάρκες και τραβούσαν για τ’ απέναντι Μικρασιατικά παράλια. Αλλά δεν ήταν η πείνα μονάχα. Πολλοί, οι νέοι προ παντός, φοβόντουσαν μην τους επιστρατεύσουν οι Γερμανοί». 

Η πίεση λοιπόν αυτή που υπέστη ο πληθυσμός εκτονώθηκε μερικώς, όπως προαναφέρθηκε, με τη φυγή από το νησί προς τα απέναντι Τουρκικά παράλια ως πρώτο σταθμό μεγάλου αριθμού Χιωτών, κυρίως νεαρής ηλικίας. Επόμενοι σταθμοί των φυγάδων ήταν η αγγλοκρατούμενη τότε Κύπρος, ο Λίβανος, η Συρία, η Παλαιστίνη και η Αίγυπτος. Στις χώρες αυτές οι περισσότεροι από τους φυγάδες πολέμησαν στο πλευρό των συμμάχων ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα. Εκεί άλλωστε βρίσκονταν ο Βασιλιάς Γεώργιος ο Β΄, η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση και οργανωμένα τμήματα του ελληνικού στρατού. 

Πολύτιμος συμπαραστάτης στο πλευρό του χειμαζόμενου Χιακού λαού καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής στάθηκε η τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία με μπροστάρη τον τότε Μητροπολίτη Χίου Ιωακείμ Στρουμπή, ο οποίος καταγόταν από τα Θυμιανά. Πολύτιμους βοηθούς στην ομολογουμένως δύσκολη αποστολή του είχε «ο φλεγόμενος εκείνος ρασοφόρος» τα μοναστήρια του Μυρσινιδίου στο Βροντάδο, των Αγίων Πατέρων στον Προβατά και του Αγίου Τρύφωνα στα Νένητα. 

Ύστερα από τόσα δεινά και τόσες θυσίες, η ποθούμενη μέρα που τα βάσανα των κατοίκων της Χίου θα έφταναν στο τέρμα τους δεν άργησε να έρθει. Ο Κατοχικός δήμαρχος Χίου Λεωνής Μ. Καλβοκορέσης στο βιβλίο του «Χρονικό της Κατοχής της Χίου παρά των Γερμανών 1941-1944» γράφει για τα της αναχώρησης των Γερμανών από το νησί στις 10-9-1944 τα παρακάτω: «Τήν πρωΐαν τῆς Κυριακῆς 10 Σεπτεμβρίου, κατά τις 5 π. μ. διεκρίνετο ἕν μεγάλον φορτηγόν ἀτμόπλοιον ἔξω τοῦ λιμένος καί κίνησις προς αὐτό. Μερικαί ἐκρήξεις ἡκούσθησαν, τό φορτηγόν ἀνεχώρησεν και εἴμεθα ἐλεύθεροι ἀπό τριετή δουλείαν. Ἀναπνέομεν. Ἔφυγε ἕνας μεγάλος ἐφιάλτης…. 

Και συνεχίζει: «Μόλις ἀπό τῆς οἰκίας μου, ἔνθα παρηκολούθουν, μετά γειτόνων την κίνησην, εἶδον τά πλοῖα ἀναχωρήσαντα, πρώτη ἐνέργεια ἦτο να μεταβῶ εἰς τήν Ἐνοριακήν μου ἐκκλησίαν Ἁγ. Ἰωάννου Βουδομμάτη (ο Ιερός αυτός Ναός βρίσκεται στο Φραγκοβούνι του Κάμπου), να προσκηνύσω εὐχαριστῶν καί δοξάζων τόν Θεόν διά τήν ἀπαλλάγην ἀπό τόν ἐφιάλτην καί εὐθύς ἀμέσως ἐπιστρέψας εἰς τήν οἰκίαν ὕψωνα τήν Ἑλληνικήν καί Ἀγγλικήν σημαίαν. Ὑπήρξεν ἡ Χίος ἡ πρώτη γωνιά τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἠλευθερώθη ἀπό τόν Γερμανικόν ζυγόν». 

Πιο συγκεκριμένα, το πρωΐ της 9ης Σεπτεμβρίου 1944 ο Γερμανός φρούραρχος Φράντς κάλεσε στο γραφείο του τον τότε Νομάρχη Χίου Νικόλαο Κουράση και του ανακοίνωσε ότι εντός της ημέρας ο γερμανικός στρατός κατοχής του νησιού επρόκειτο να το εγκαταλείψει. 

Πράγματι, ξημερώματα της 10ης Σεπτεμβρίου του 1944 οι διακόσιοι περίπου Γερμανοί στρατιώτες, που ενέδρευαν μέχρι τότε στο νησί, επιβιβάστηκαν άρον-άρον σε ένα υπερωκεάνιο που ήταν αγκυροβολημένο έξω από το λιμάνι της Χίου και το οποίο είχε μετασκευαστεί και εξοπλιστεί σε οπλιταγωγό με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Οι Ναζί, λίγο πριν εγκαταλείψουν τη Χίο, πυρπόλησαν την οικία Καλουτά στη νότια Προκυμαία για να καταστρέψουν τα αρχεία τους και διάφορα στρατιωτικά υλικά και εφόδια. 

Βέβαια, δεν εγκατέλειψαν το νησί όλα τα μέλη του στρατού Κατοχής του. Αρκετοί Γερμανοί στρατιώτες αυτομόλησαν και κρύφτηκαν σε φιλικά τους χιώτικα σπίτια. Αργότερα, παραδόθηκαν στις ελληνικές Αρχές του νησιού, στις οποίες μάλιστα έδωσαν πολύτιμες πληροφορίες, υποδεικνύοντας τις περιοχές που υπήρχαν εγκατεστημένες νάρκες. Αξίζει πιστεύω να αναφέρουμε το γεγονός ότι μερικοί απ’ αυτούς παντρεύτηκαν Χιώτισσες, με τις οποίες διατηρούσαν ερωτικό δεσμό. 

Αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών, οι Χιώτες χαρούμενοι και συγκινημένοι, που είχαν αποκτήσει και πάλι την ελευθερία τους, ανύψωσαν στα σπίτια και τα καταστήματα τη δοξασμένη γαλανόλευκη σημαία μας για να πανηγυρίσουν το χαρμόσυνο γεγονός. Όλοι ξεχύθηκαν στους δρόμους της πόλεως. Παραληρούσαν από την χαρά και από τον ενθουσιασμό. Γιόρταζαν, φώναζαν και χειροκροτούσαν. 

Όλοι, στη συνέχεια, κατέληξαν εδώ στον Μητροπολιτικό Ναό των Αγίων Βικτώρων, όπου στις 11 π. μ. ο τότε Μητροπολίτης Χίου Ιωακείμ Στρουμπής τέλεσε παρουσία των προσωρινών Αρχών της Χίου κατανυκτική δοξολογία και ανέπεμψε επιμνημόσυνη δέηση υπέρ της αναπαύσεως των ψυχών των θυμάτων της Ναζιστικής θηριωδίας. Με εμπνευσμένα λόγια ο αντιστασιακός εκείνος Ιεράρχης εγκωμίασε τον πατριωτισμό που επέδειξαν οι Χιώτες καθ’ όλη τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής του νησιού, καθώς και την ηρωική δράση του Ε. Α. Μ. , του οποίου και ο ίδιος υπήρξε ενεργός μέλος. 

Ας έρθουμε όμως στο σήμερα. Πριν λίγες μέρες συμπληρώθηκαν 67 χρόνια από την λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, της πιο αιματηρής και καταστροφικής πολεμικής σύρραξης που έχει γνωρίσει ως σήμερα η ανθρωπότητα. Παρ’ όλα αυτά εκείνη ως φαίνεται δεν διδάχθηκε από τα λάθη της. 

Πιο συγκεκριμένα, εδώ και λίγα χρόνια έχει ξεκινήσει και βρίσκεται στην πιο κρίσιμή του καμπή ο Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Και ποια η διαφορά του με τους δύο που προηγήθηκαν; Μα το γεγονός ότι αυτός δεν διεξάγεται με όπλα. Πρόκειται για έναν πόλεμο οικονομικό, όπου ισχυρές οικονομικά χώρες αγωνίζονται να καθυποτάξουν τις οικονομικά υποδεέστερες και να προσεταιριστούν προς ίδιον όφελος τις πλουτοπαραγωγικές τους πηγές. 

Πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ αυτόν τον πόλεμο παίζει και πάλι η Γερμανία. Η οικονομικά πανίσχυρη αυτή χώρα επιτυγχάνει τα τελευταία χρόνια να εκμεταλλευτεί στο έπακρον εγκληματικά λάθη και αστοχίες των οικονομικά ασθενέστερων χωρών, μεταξύ των οποίων είναι και η πατρίδα μας, η Ελλάδα. 

Τρόμο και απογοήτευση για το τι μέλλει γενέσθαι προκαλεί η πρόσφατη πρόταση του προέδρου του συνδέσμου Γερμανών βιομηχάνων Χανς Πέτερ Κάιτελ για την κήρυξη της Ελλάδας σε «ειδική οικονομική ζώνη» εξοπλισμένη με την απαραίτητη οικονομική βοήθεια και προσωπικό που θα στείλει η Ευρωπαϊκή Ένωση. «Οι δίδοντες στήριξη στην Ελλάδα θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να συνδιαμορφώνουν τις μεταρρυθμίσεις στη χώρα» υποστήριζει ο ίδιος σε συνέντευξή του στο Spiegel. 

Τέτοιου είδους δηλώσεις αυξάνουν στο έπακρον το ήδη εδώ και λίγα χρόνια διογκωμένο στην Ελλάδα αντιγερμανικό κλίμα. Κάνουν μια μερίδα του ελληνικού λαού να υποστηρίζει ότι η χώρα μας είναι ξανά υπό κατοχή, ενώ μια άλλη να θεωρεί ότι η Ελλάδα έχει χάσει τον έλεγχο μέρους της εθνικής της κυριαρχίας. 

Όμως, ας κοιταχτούμε κατάματα και ας αναρωτηθούμε. Οι Γερμανοί είναι εκείνοι που φταίνε για την οικτρή κατάσταση στην οποία έχει καταντήσει η χώρα μας; Αυτοί το συμφέρον τους και μόνο κοιτάνε, πράγμα που το θεωρώ λογικό. Την μεγαλύτερη ευθύνη για το γεγονός ότι η χώρα μας βρέθηκε εντελώς απροετοίμαστη να σταθεί με αξιοπρέπεια στον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο την φέρουμε εμείς οι ίδιοι οι Έλληνες. Τόσο η γενιά μου, όσο και η γενιά που θα την ακολουθήσει, οι σημερινοί μαθητές μας δηλαδή, καλούνται να πληρώσουν πανάκριβα τα σφάλματα ενός μεγάλου τμήματος της γενιάς που κυβέρνησε τη χώρα μετά το 1974, από τη Μεταπολίτευση δηλαδή και μετά. Πρόκειται για ένα σημαντικό κομμάτι της γενιάς αυτής που ισοπέδωσε τα πάντα στη χώρα. Που δεν σεβάστηκε τίποτα. 

Ειδικότερα, από το 1974 και μετά η χώρα σταδιακά έπαψε να παράγει οτιδήποτε. Απέτυχε να εκμεταλλευτεί αποτελεσματικά τον πακτωλό χρημάτων που εισέρρευσε στη χώρα λόγω της παρουσίας της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να μπει σε τροχιά πραγματικής κι όχι ψεύτικης ανάπτυξης. Στήριξε την οικονομία της στον υπερδανεισμό από ισχυρότερες χώρες, χωρίς όμως να έχει τα εχέγγυα να καλύψει τις συνεχώς διογκούμενες δανειακές της υποχρεώσεις. 

Κυριάρχησαν, δυστυχώς, στη χώρα ο άκρατος λαϊκισμός, ο κομματισμός και η οικογενειοκρατία. Η αξιοκρατία υπήρξε λέξη άγνωστη όχι μόνο στα χείλη και στην πρακτική των περισσοτέρων πολιτικών, αλλά και των ιδίων των ψηφοφόρων τους. Άλλωστε οι πολιτικοί μιας χώρας είναι εικόνα των πολιτών της. 

Το πιο οδυνηρό όμως ήταν ότι καλλιεργήθηκε στο έπακρον ο ατομικισμός, ο ωχαδερφισμός και ο εθνομηδενισμός. Το «εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρις» μετετράπη στο «εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάρτης». Για παράδειγμα, όποιος πολιτικός ή απλός πολίτης τολμούσε να μιλήσει για διεκδίκηση από μέρους της Ελλάδας των οικονομικών αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν από διεθνή δικαστήρια στη Γερμανία να καταβάλει χώρα μας ως αντίτιμο για τις καταστροφές που προκλήθηκαν στη χώρα το 1941-44, λοιδορούνταν ως φασίστας και εθνικιστής. Και ποιοι τον λοιδωρούσαν; Μα αυτοί που τον τελευταίο καιρό εμφανίζουν τους εαυτούς τους ως πατριώτες και εθνοσωτήρες, μόνο και μόνο επειδή βλέπουν να χάνονται τα προνόμια που είχαν αποκτήσει λόγω της φαυλοκρατίας που κυριαρχεί στη χώρα. Δεν μπορώ όμως να μην κλείσω την ομιλία μου με κάποια λόγια αισιοδοξίας. Θέλω να ελπίζω ότι όλα αυτά που βιώνουμε ως έθνος δεν είναι παρά ένα κακό όνειρο, το οποίο θα τελειώσει όταν ξυπνήσουμε. Και αυτή η ώρα πιστεύω ότι δεν θα αργήσει να έρθει. Αυτό βέβαια εξαρτάται από το πόσο γενναία θα είναι η στάση που θα επιδείξει η νεολαία μας στην δύσκολη αυτή κατάσταση που περνάμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: