Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Ο ρόλος του Κληρικού σήμερα. Ομιλία του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού στο Βόλο.

Πραγματοποιήθηκε (12/10) στο Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας η 1ηΓενική Ιερατική Σύναξη της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος για το τρέχον Εκκλ/κό έτος. Ομιλητής ήταν ο Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας, Παξών & Διαποντίων Νήσων Πρωτ. Θεμιστοκλής Μουρτζανός, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα «Οικονόμοι ποικίλης χάριτος του Θεού (Α΄ Πέτρου 4,10). Το Μυστήριο της Ιερωσύνης: ενώπιον της κλήσης μας και αντιμέτωποι με την πρόκληση ενός συνεχώς μεταβαλλόμενου κόσμου»




ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ: ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΚΛΗΣΗΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΚΛΗΣΗΣ ΕΝΟΣ ΣΥΝΕΧΩΣ ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

«Οικονόμοι ποικίλης χάριτος του Θεού»
  (Α' Πέτρ. 4,10)

            Ζούμε σε έναν κόσμο που η τάξη του έχει ανατραπεί. Και δεν είναι μόνο το οικονομικό πλαίσιο, στο οποίο καλούμαστε να κινηθούμε στην κατάσταση της ύφεσης, της κατάρρευσης της αγοραστικής και καταναλωτικής μας ικανότητας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αλλά κυρίως το πλαίσιο αξιών που μας έχει επιβληθεί και δεν μπορεί να λειτουργήσει σε κοινωνικό επίπεδο, όπως φαινόταν ότι θα λειτουργούσε, καθώς προέκυψε και εξαρτήθηκε από  πορεία της οικονομίας. Η ίδια η μετανεωτερική εποχή μας, στην οποία καλούμασταν ως χριστιανοί να προσαρμοστούμε, με έντονο τον προβληματισμό σχετικά με το πού και πόσο αυτή η προσαρμογή ταυτιζόταν με την εκκοσμίκευση, τείνει να  ηττηθεί από τον ίδιο της τον εαυτό, παραδομένη στη ρευστότητα, την αλλαγή ανθρωπολογικού προτύπου χωρίς αξίες, αλλά και μια διαφορετικότητα η οποία αντιμετωπίζεται αντιφατικά.
            Ο κόσμος, ο οποίος στηριζόταν στην οικονομία, την ανάπτυξη και την ευημερία που αυτή έφερνε, κατάλαβε ότι πορευόταν με πήλινα πόδια. Το ερώτημα εάν υπάρχουν σταθερά σημεία στα οποία κανείς θα μπορέσει να στηριχτεί σ' αυτόν τον μεταβαλλόμενο κόσμο μπορεί να μην απασχολεί την εικονική πραγματικότητά μας, στην ουσία όμως είναι κεφαλαιώδες πλέον στην ψυχή του σκεπτόμενου ανθρώπου, αυτού που διαπιστώνει τα αδιέξοδα και αισθάνεται τον φόβο και την ανασφάλεια. Αξίζει λοιπόν να μελετήσουμε την πορεία αυτού του μεταβαλλόμενου κόσμου και να δούμε την ανατροπή, η οποία έχει συντελεστεί και η οποία περιγράφεται με τον όρο «κρίση». Προκαταβολικά να τονίσουμε ότι η αιχμή της κρίσης φαίνεται οικονομική. Οι ρίζες της όμως είναι βαθύτατα πνευματικές και έχουν να κάνουν με τον τρόπο που θεώμεθα τον κόσμο, αλλά και την εσωτερική κατάσταση, τόσο εκείνων οι οποίοι κατέστρωσαν και εφάρμοσαν τα σχέδια για να δημιουργηθεί αυτό το πολιτισμικό πρότυπο που βιώνουμε, όσο και ημών, οι οποίοι αποδεχθήκαμε τον νέο κόσμο, συνήθως ως καταναλωτές των όσων μας παρουσιάζονταν ως πυλώνες του, χωρίς επίγνωση και κριτική του, αλλά και χωρίς να μπορούμε να χαράξουμε αντιστάσεις, με βάση την θεολογία μας, προσκολλημένοι σε  μία παραδοσιακή θεώρηση του κόσμου και της ζωής και μην μπορώντας να ερμηνεύσουμε εντός μας τι σημαίνει αληθινά «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ.  12, 13).
            Θα σταθούμε σε τρία σημεία αυτού του μεταβαλλόμενου κόσμου, τα οποία αποτέλεσαν και ακόμη θα αποτελούν προκλήσεις, διότι, κατά τη γνώμη μας, το σύστημα που καθοδηγεί την πορεία του κόσμου μπορεί να περνά κρίση, θα βρει όμως τους τρόπους να ξεπεράσει τα οικονομικά προβλήματα, ακόμη και με συμπνιγμό όλων των αδυνάμων κρίκων του και θα επαναφέρει τις προοπτικές στις οποίες στηρίζεται, με αποτέλεσμα οι προκλήσεις να παραμείνουν προς απάντηση από τον καθέναν μας, αλλά και από την Εκκλησία ως σύνολο. Και τα τρία σημεία αλληλοσυνδέονται, διότι αποτελούν πυλώνες που ερμηνεύουν τη ζωή μας και που, αν δεν τα έχουμε κατά νουν, δεν μπορούμε να τοποθετήσουμε τους εαυτούς μας εντός της. Δεν είναι αρκετή απλώς η ιερατική μας αυτοσυνειδησία, να γνωρίζουμε δηλαδή ποιοι είμαστε και ποια είναι η αποστολή μας στα πλαίσια της ζωής της Εκκλησίας. Χρειάζεται να βλέπουμε και ποιος είναι ο κόσμος στον οποίο καλούμαστε να παλέψουμε, αλλά και πώς μας βλέπει εμάς ο κόσμος, και όσοι ανήκουν στην Εκκλησία «ψυχή τε και σώματι και καρδία» και όσοι προετοιμάζουν με την εμπάθεια και την απόρριψη μία γενιά που έρχεται ολοένα και απομακρυνόμενη από την παράδοση.
            Γιατί ως ιερείς αυτό ήμασταν και θα είμαστε. Αυτοί που αντιπροσωπεύουμε την παράδοση στους ανθρώπους και τον κόσμο και παράδοση για τους πολλούς σημαίνει παρελθόν, για άλλους συνήθεια και έθιμα, αναζήτηση χρησιμότητας, για άλλους, ολοένα και λιγότερους, σημαίνει ταύτιση και συμπόρευση στο δρόμο προς το Χριστό. Το ερώτημα βέβαια ανακύπτει έντονο: τι σημαίνει παράδοση για τον καθέναν από εμάς και τι για το σώμα της Εκκλησίας; Τι είναι αυτό που παραλάβαμε και τι καλούμαστε να παραδώσουμε; Και τούτο διότι η παράδοση, όσο κι αν κάποιοι θέλουν να την βλέπουν ως ένα κλειστό σύστημα, με σταθερές που δεν πρέπει να αλλάξουν, είναι βέβαιο ότι χαρακτηρίζεται από «ανοικτότητα», με την έννοια πως ο καθένας, ανάλογα με τον χαρακτήρα του, τις γνώσεις του, την ποιμαντική του αγωνία, την έμπνευσή του, τόσο κατά Θεόν, όσο και κατά άνθρωπον, θα βρει είτε κατά γράμμα τεκμηρίωση είτε κατά πνεύμα στον τρόπο που την θεωρεί και την εφαρμόζει.
            Ιδίως σήμερα, φαντάζει χωρίς νόημα, τόσο για τους εκτός Εκκλησίας, όσο και για τους περισσοτέρους εντός, η οριοθέτηση της παράδοσης με κριτήριο την αίρεση και την αποφυγή της, δηλαδή την ορθή πίστη και την εσφαλμένη. Έχουν προηγηθεί αιώνες μακράς αλλοτρίωσης, αιώνες κατά τους οποίους, θέλοντας και μη, ο συμφυρμός μας με ετερόδοξους και αλλόδοξους, είτε αυτός έγινε με επίγνωση των κριτηρίων της ορθοδοξότητάς μας είτε στην προσπάθεια επιβίωσής μας είτε στο βαθμό μιας προϊούσας εκκοσμίκευσης, άμβλυνε τα κριτήρια, με αποτέλεσμα να φτάνουμε στο σημείο το αποκλίνον από την πατερική και βιβλική ορθοδοξία στην πράξη να θεωρείται ορθόδοξο και το αληθινά ορθόδοξο να θεωρείται απόκλιση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της μυστικής ανάγνωσης των ευχών κατά την θεία λειτουργία, που αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος στην απομάκρυνση του λαού από τη  συμμετοχή με όλη την ύπαρξη στη  θεία λατρεία και την καλλιέργεια ενός πνεύματος μυστικισμού και ελιτισμού, που οδήγησε στην μαγικοποίηση της λατρείας για ένα σημαντικό τμήμα των πιστών. Η απόπειρα επανόδου στην αληθινή παράδοση προκάλεσε και προκαλεί αντιδράσεις, σε σημείο ενίοτε ακροτήτων και καταγγελιών για «νεοβαρλααμιτισμούς» και «αιρετική απόκλιση» από την γνησιότητα της ορθόδοξης παράδοσης, αλλά και, για άμυνα, από την πλευρά εκείνων που θέλουν να επανέλθουμε στην αληθινή παράδοση, καταφρόνησης της αγωνίας και της αγάπης για ό,τι διδάχθηκαν των παλαιοτέρων ή των πιο συντηρητικών. Δεν έχει καλλιεργηθεί, ενίοτε και απουσιάζει εντελώς, μία κουλτούρα διαλόγου, η οποία ενυπάρχει στην παράδοσή μας, ιδίως μεταξύ των Πατέρων. Ενίοτε, διαλόγου με έντονη επιχειρηματολογία και αγωνία, που δεν εμπόδιζε όμως την κοινωνία μεταξύ των αντιτιθεμένων. Η απουσία κοινωνίας μεταξύ όσων δεν συμφωνούν αποτελεί ένα σημείο που μαρτυρεί και τον αυτο-εγκλωβισμό μας στον δικό μας κόσμο και την αδυναμία μας να κατανοήσουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει και στον οποίο καλούμαστε να δώσουμε την μαρτυρία μας.
            Ο κόσμος μας σήμερα μπορεί να ερμηνευθεί μέσα από τρία σημεία-κλειδιά, τα οποία οφείλουμε να λάβουμε σοβαρά υπόψιν μας, καθώς στεκόμαστε ενώπιον της κλήσης μας, καθώς προσπαθούμε να χαράξουμε δρόμους ποιμαντικής, καθώς αγωνιζόμαστε να δώσουμε λόγο «παντί τω αιτούντι περί της εν ημίν ελπίδος» (Α' Πέτρ. 3, 15)
            Το πρώτο σημείο είναι η ρευστότητα.
Τόσο οι παραδοσιακές κοινωνίες (αγροτικές-φεουδαρχικές), όσο και οι νεωτερικές, αυτές δηλαδή οι οποίες στηρίζονταν στην φιλοσοφία και ιδεολογία του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, είχαν κάποιες σταθερές αξίες. Συγκεκριμένα, στηρίζονταν σ' αυτό που ονομάζουμε θεσμούς. Παλαιότερα ο βασιλιάς-φεουδάρχης, ο ναός και η θρησκευτικότητα, η εργασία, η οικογένεια με την μορφή της πατριάς, η κυριαρχία των λίγων και η υπομονή των πολλών με ελπίδα τους την πίστη στην αιωνιότητα, η ταύτιση της πολιτικής ή της θρησκευτικής με την δικαστική εξουσία, οι πόλεμοι, οι αρρώστιες και ο θάνατος που θεωρούνταν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, η απλότητα για τους πολλούς, ήταν, θα λέγαμε θεσμικές καταστάσεις, χωρίς να εξετάζουμε αν λειτουργούσαν επίσημα ή εθιμικά. Ο άνθρωπος ήξερε ποιες ήταν οι συντεταγμένες της ζωής του. Οικογένεια, εργασία, υπακοή στο Θεό και τον άρχοντα, εκζήτηση της σωτηρίας, ένας «ελέω Θεού» πολιτισμός ως τρόπος ζωής.
 Αργότερα, η νεωτερικότητα στα πλαίσια της Δύσης και του Διαφωτισμού, γεννά έναν πολιτισμό με διαφορετικές συνιστώσες και θεσμούς που αποτελούν ωστόσο μετεξέλιξη των παλαιών ή αναβάπτισή τους σε πηγές που προέρχονταν από τον αρχαιοελληνικό ή τον ρωμαϊκό κόσμο. Έτσι, η οικογένεια γίνεται σταδιακά πυρηνική. Ο βασιλιάς και ο φεουδάρχης γίνονται δημοκρατία, στην οποία ο λαός έχει λόγο για το ποιος θα τον διοικήσει και ποιος μπορεί να  αντικαταστήσει τον άχρι καιρού διοικητή. Η δικαιοσύνη γίνεται ανεξάρτητη εξουσία και ο τύπος αρχικά και, σταδιακά, τα άλλα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης δίδουν την δυνατότητα στον καθέναν να κρίνει και να ελέγχει τους κυβερνήτες του. Η εργασία έχει ως κέντρο της τις πόλεις και όχι μόνο την ύπαιθρο και γι' αυτό ο πλούτος διασπείρεται σε μία νέα τάξη, την αστική. Η παιδεία γίνεται καθολική υπόθεση και δεν παραμένει δικαίωμα για λίγους. Ο Θεός δεν είναι το κέντρο της ζωής, αλλά ο άνθρωπος και η επιστήμη. Ο Θεός παραμένει ωστόσο για τους περισσότερους  η απάντηση στο ερώτημα του θανάτου, ακόμη και γι' αυτούς που τον αμφισβητούν, παρότι αυξάνει ο αριθμός και των θεωρητικά και των πρακτικά άθεων. Ουδείς διανοείται την εκδίωξη της Εκκλησίας από τη ζωή της κοινωνίας. Απλώς δεν είναι το κέντρο της. Ακόμη και σε περιοχές όπου επιχειρήθηκε η περιθωριοποίηση και η συντριβή της πίστης, αυτή κράτησε και αποκαταστάθηκε «δόξη και τιμή». Παράλληλα, η ελευθερία της αγοράς, το περισσότερο ή λιγότερο κοινωνικό κράτος ή η κυριαρχία της κρατικοποιημένης οικονομίας που κατέρρευσε οριστικά 20 χρόνια πριν, δείχνουν την ανάγκη του ανθρώπου για ένα θεσμικό πλαίσιο, στο οποίο θα μπορεί να κινηθεί και να αναζητήσει την ευτυχία του. Κλειδιά του νέου πλαισίου η ελευθερία και τα ατομικά δικαιώματα, που αποτελούν μετεξελίξεις του ιουδαιοχριστιανικού τρόπου ζωής.
            Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Βιώνουμε την μετεξέλιξη του πολιτισμού και της κοινωνίας σε ένα μετα-νεωτερικό πλαίσιο, το οποίο χαρακτηρίζεται από μία έντονη ρευστότητα. Οι θεσμοί, χωρίς να έχουν πάψει να υφίστανται, αντιμετωπίζονται με καχυποψία, αμφισβήτηση, απόρριψη από την μεγαλύτερη μερίδα της κοινωνίας. Κι αυτό διότι έχουν κυριαρχήσει τα ανθρώπινα πάθη και η δίψα για εξουσία, που υπερνίκησαν τις δικλείδες ασφαλείας που ονομάζονται «αξίες», ξεπεράστηκαν τα «όρια» που ετίθεντο από πιο συλλογικές αντιλήψεις ζωής (στις οποίες δέσποζε ο πατριωτισμός και η θρησκευτική πίστη) και ο άνθρωπος, που θεοποίησε τον εαυτό του και τα δικαιώματά του, έγινε άπληστος. Συνέπεια της απληστίας είναι η βαθμιαία επικράτηση της λογικής «ο καθένας για τον εαυτό του», σε όλους τους τομείς της κοινωνίας. Έτσι, η εξουσία παύει να λειτουργεί προς όφελος των περισσοτέρων και εγκλωβίζεται στη λογική της χρήσης της προς ίδιον όφελος.
 Η σχέση του ανθρώπου με το Θεό δεν διέπεται από το σχήμα «ναός- κοινότητα- κοινωνία», αλλά μετατρέπεται σε μία προσωπική αναζήτηση που καθιστά την πίστη κυριολεκτικά ιδιωτική υπόθεση. Έτσι, ένας πνευματικός συγκρητισμός μας κάνει να βρισκόμαστε σε σύγχυση για το «τ' είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ' ανάμεσό τους;» (Γ. Σεφέρης) και θεωρούμε δικαίωμά μας να αποδεχθούμε ή να μην αποδεχθούμε την απρόσωπη δύναμη και να αναζητήσουμε θεραπεία στις αγωνίες και τα προβλήματά μας σε υποκατάστατα, ακόμη και της λογικής, όπως η παραψυχολογία, ο πνευματισμός, ο εσωτερισμός.
 Παράλληλα, ο θρίαμβος της ελεύθερης οικονομίας, αφού μας μετέτρεψε σε καταναλωτές χωρίς όριο, κατέστησε τον κόσμο μας ευάλωτο στις πιέσεις των μηχανισμών της αγοράς, στους κερδοσκόπους, στους εκμεταλλευτές της πραγματικής ή κατασκευασμένης καταναλωτικής ανάγκης μας, που οδηγεί στην επίπλαστη αίσθηση χαράς ότι ανανεωνόμαστε μέσα από τα αγαθά, που δεν είναι πλέον για λίγους ή έστω για τους αστούς, αλλά για όλους. Ο θρίαμβος, εξάλλου, της επιστήμης, δημιούργησε στον κόσμο την ψευδαίσθηση ότι ο θάνατος δεν είναι ακατανίκητος και ότι, εάν υπάρχουν χρήματα, τα πάντα μπορούν να αντιμετωπισθούν. Ευτυχισμένος δεν είναι αυτός που ζει κοινωνικά, μπορεί να κάνει οικογένεια, να αγαπήσει, να δώσει και να πάρει από αυτό που είναι ή υπάρχει εντός του, αλλά αυτός που έχει χρήματα.  
Η ρευστότητα διαφαίνεται από την μία από την φιληδονία και από την άλλη από τον φόβο που κυριαρχεί ως συστατικό στοιχείο στη ζωή όλων. «Φόβος για το σώμα και τα αγαθά μας, τα οποία απειλούνται είτε από την κρίση και τους άλλους, είτε από τον θάνατο που εκ των πραγμάτων κάποια στιγμή θα έρθει.  Φόβος για την ανθεκτικότητα και την αξιοπιστία της κοινωνικής τάξης στην οποία ανήκουμε και από την οποία εξαρτάται η ασφάλεια των μέσων συντήρησής μας (εισόδημα και απασχόληση). Φόβος για τη θέση του καθενός μας στον κόσμο (ταξική, εθνοτική, θρησκευτική ταυτότητα). Αυτοί οι φόβοι λειτουργούν σε ατομοκεντρικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να έχει προκληθεί μία ανοσία απέναντι στον κοινωνικό υποβιβασμό και αποκλεισμό των άλλων. Η ίδια η μετανεωτερική εποχή μας δεν έπαψε όμως να προβάλλει τον τρόπο όχι να αντιμετωπίσουμε τους φόβους, αλλά να τους ξεγελάσουμε:καθυστερήστε την απογοήτευση, όχι την ικανοποίηση. Χαρείτε τώρα, πληρώστε αργότερα!» (Ζ. Μπάουμαν). Γι' αυτό και θριάμβευσε για τους πολλούς το πλαστικό χρήμα, με την μορφή των πιστωτικών καρτών και της ανάπτυξης με δανεικά, που γέμισε χρέη όχι μόνο εμάς, αλλά και όλα σχεδόν τα κράτη. Δεν είναι πλέον εκείνα  που ελέγχουν τη ζωή των πολιτών, αλλά οι τράπεζες, τα χρηματιστήρια και τα πρόσωπα που είναι οι κάτοχοι των μηχανισμών.  
            Το δεύτερο σημείο του μεταβαλλόμενου κόσμου είναι η εικονική πραγματικότητα.
Δεν είναι μόνο ο χρόνος τον οποίον αφιερώνουμε οι άνθρωποι στην τηλεόραση, η οποία δεσπόζει στη ζωή μας και ως μέσο ενημέρωσης και ως μέσο διασκέδασης και ως μέσο εκτόνωσης. Είναι και το Διαδίκτυο, από το οποίο μαθαίνουμε ειδήσεις, συζητούμε, κάνουμε γνωριμίες, ενημερώνουμε τους άλλους για το ποιοι είμαστε και τι θέλουμε στη ζωή μας, ποιες είναι οι ιδέες που έχουμε για τον κόσμο και αντλούμε πληροφορίες, αγοράζουμε προϊόντα, αλλά και αμαρτάνουμε, γιατί το Ίντερνετ είναι ένας ανοικτός κόσμος, στον οποίο μπορούμε να βρούμε τα πάντα. Ιδίως οι νεώτεροι, και αυτό αξίζει να το λάβουμε σοβαρά υπόψιν μας στην ποιμαντική μας στη νεολαία, εκφράζονται πλέον εικονικά. Δεν είναι μόνο τα διαδικτυακά παιχνίδια τα οποία παίζουν ή η εικονική πραγματικότητα του 3D και παραπάνω που ζούνε οι νέοι. Είναι ότι δεν μπορούν να φανταστούν τη ζωή τους «αποσυνδεδεμένη» από τον υπολογιστή. Δεν μπορούν να φανταστούν ότι δεν θα κατεβάζουν τα τραγούδια που τους ενδιαφέρουν και δεν θα τα ανεβάζουν στο Facebook, όπως και τις εικόνες και τις φωτογραφίες, ότι δεν θα δηλώνουν παρόντες ανά πάσα στιγμή στη ζωή τους και τη ζωή των φίλων τους μέσω του MSN και του Twitter, σημεία που μαρτυρούν μία διαφορετική επικοινωνία και, ταυτόχρονα, κοινωνία μεταξύ τους. Αυτό δεν συνεπάγεται άρνηση της συζήτησης, αλλά μεταφέρει το κέντρο της στην ταχύτητα, στη συνθηματικότητα, στην ανταλλαγή με βάση «τι μου αρέσει» και λιγότερο στην επιχειρηματολογία, στο ξόδεμα χρόνου για μελέτη και προετοιμασία. Η εξέλιξη αυτή έχει βρει εμάς τους μεγαλύτερους ηλεκτρονικά αναλφάβητους. Και επειδή, όσο κι αν προσποιούμαστε ότι δεν μας ενδιαφέρει, το μέλλον έρχεται προς αυτή την κατεύθυνση, χρειάζεται να προβληματιστούμε ιδιαίτερα και να αναπροσαρμόσουμε την όποια ποιμαντική μας στρατηγική, γιατί η εικονική πραγματικότητα, παρά τις αδυναμίες της, είναι ο χώρος του παρόντος και σίγουρα του μέλλοντος.
Αξίζει να επισημάνουμε και το ότι το Διαδίκτυο και η εικονική πραγματικότητα έχουν διαμορφώσει ένα κίνημα το οποίο έχει οδηγήσει σε αλλαγή στάσης έναντι της πολιτικής. Η ρευστότητα προκάλεσε την απο-πολιτικοποίηση και την απο- ιδεολογικοποίηση της κοινωνίας μας. Διαπιστώνουμε όλοι μας ότι αυτή η κατάσταση, η οποία οδήγησε στην αδιαφορία για τους θεσμούς και την πολιτική εξουσία, έφερε την κρίση στο αποκορύφωμά της. Η συστηματική απαξίωση των πάντων, ιδίως από την τηλεόραση, αλλά και από το διαδίκτυο, η ενημέρωση του οποίου ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από εκείνους που ελέγχουν και την τηλεόραση, οδήγησε σε έλλειμμα εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, σε ξεγύμνωμά τους τελικά, όπως επίσης και στην προσγείωση των προσώπων στην πραγματικότητα των θνητών. «Ο βασιλιάς είναι γυμνός», αναφωνούμε όλοι, κατά το μοτίβο του γνωστού παραμυθιού. Όμως αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ισοπέδωση των πάντων και την διάλυση και των τελευταίων ιστών συλλογικότητας από πάνω προς τα κάτω. Δεν μπορούν οι θεσμοί να εμπνεύσουν συλλογικές δράσεις και αυτό είναι ξεκάθαρο. Από την άλλη όμως, καλλιεργήθηκε και καλλιεργείται μία πιο άμεση δημοκρατία, από κάτω προς τα πάνω. Δεν περιμένουμε από τα κόμματα ή τους ιερείς ή τους δασκάλους να μας ευαισθητοποιήσουν. Το ίδιο το διαδίκτυο μας κάνει να οργανώνουμε συλλογικότητες, οι οποίες λειτουργούν κινηματικά είτε μέσα από την δημοσιότητα είτε μακριά από αυτήν. Και αυτό γεννά τελικά την ελπίδα για μία στροφή σε μια άλλη πολιτική: αυτή της διακονίας, του παραδείγματος και της ακεραιότητας, η οποία θα υπερβεί σταδιακά την λογική της διαχείρισης της πραγματικότητας και θα οδηγήσει όχι απλώς σε δράση, αλλά θα φέρει στο προσκήνιο μία και μοναδική ιδέα, εμπειρία και στάση ζωής: αυτήν της αγάπης για τον άνθρωπο, το περιβάλλον, την παιδεία, την κοινωνία, που θα λειτουργήσει οικουμενικά και η οποία γίνεται πράξη.
Το τρίτο σημείο του μεταβαλλόμενου κόσμου είναι η αλλαγή του ανθρωπολογικού μοντέλου.
Η παραδοσιακή θεώρηση του ανθρώπου στην προοπτική «σώμα- ψυχή», «υλικό- πνευματικό», «Θεός-διάβολος», που ενίοτε άγγιζε ή ταυτιζόταν με έναν δυαλισμό, γνωστικής προέλευσης, σήμερα δεν μπορεί να ερμηνεύσει τις νέες απαντήσεις που έχει δώσει η επιστημονική πρόοδος, αλλά και η κοινωνική πραγματικότητα. Η χαρτογράφηση των γονιδίων που μαρτυρεί την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου οργανισμού,  η  ανάπτυξη της ψυχιατρικής, της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης  μας έδειξαν ότι δεν μπορεί να αποδίδουμε εξ ολοκλήρου «στον διάβολο και τον πειρασμό» μία σειρά καταστάσεων όπως η απελπισία, η κατάθλιψη, η ανικανότητα της αγάπης, ακόμη και η αγωνία της επιβίωσης. Η επιστήμη της Γενετικής, με τη  δυνατότητα μηχανιστικής κατασκευής ανθρώπου μέσω του επιστημονικού σωλήνα ή, πιθανόν, και της κλωνοποίησης, γεννά νέους προβληματισμούς πάνω στο ερώτημα της ψυχής και της παρέμβασης του Θεού στη ζωή του κόσμου. Παράλληλα, η απαξίωση της ανθρώπινης ύπαρξης, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη  θεωρία περί «παράπλευρων απωλειών» στους τελευταίους πολέμους, τον φόβο και την απαξίωση για τους λαθρομετανάστες, πέρα από τις όποιες αντικειμενικές δυσκολίες γεννά η παρουσία τους,  αλλά και το κλίμα σφαγής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με αφορμή την οικονομική κρίση, όπου οι άνθρωποι έχουν γίνει νούμερα, τα οποία χρειάζονται μόνο και μόνο για να κινηθεί η οικονομία στους ρυθμούς του κέρδους, γεννούν και πάλι προβληματισμούς για το πόσο αξίζει ο άνθρωπος που δεν έχει να παλέψει μόνο με τον χρόνο, τη φθορά, τις δυσκολίες της ζωής, αλλά και με την απο-προσωποποίηση που δημιουργεί εκ των πραγμάτων κάστες, στις οποίες άλλοι είναι προορισμένοι να ζήσουν και άλλοι να θυσιαστούν.Το ανήκειν στο χριστιανισμό δεν συνοδεύεται από τον χριστιανικό τρόπο θέασης του ανθρώπου ως εικόνας Θεού, μοναδικής και ανεκτίμητης. 
Παράλληλα, υπάρχει ζήτημα και με την έννοια της διαφορετικότητας. Ενώ ο πολιτισμός μας ομνύει σ'  αυτήν, στην πράξη αρνείται την οικουμενική εφαρμογή της και την αντιμετωπίζει επιλεκτικά.  Το παλαιότερο κριτήριο με το οποίο οι άνθρωποι έβλεπαν τον πλησίον τους είχε να κάνει με την αμαρτία τόσο σε προσωπικό-πνευματικό επίπεδο, όσο και σε κοινωνικό. Ο αμαρτωλός βίωνε την απόρριψη, τόσο από τον εαυτό του (ενοχικό σύνδρομο), όσο και από τους οικείους του (αιδώς), αλλά και από την κοινωνία (μίασμα). Αυτός ο τρόπος θέασης μπορεί να μην είχε μεγάλη σχέση με την στάση του Χριστού και των Αγίων έναντι της αμαρτίας, αλλά εξασφάλιζε κάποιες σταθερές στην κοινωνία. Πάντοτε, άλλωστε, υπήρχε το περιθώριο της μετάνοιας, αλλά και ο καθένας καλούνταν να σηκώσει το σταυρό των όποιων, πραγματικών ή υποτιθέμενων, σφαλμάτων, σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Με την αλλαγή του τρόπου θέασης του ανθρώπου και την απόρριψη της θρησκείας ως της κεντρικής σταθεράς που κρίνει και διαμορφώνει την ηθική πορεία της κοινωνίας, επικράτησαν ο νόμος και η έννοια των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Έτσι, φτάσαμε στην ιστορική για την κυνικότητά της ρήση «ό,τι είναι νόμιμο, είναι και ηθικό».
Η διαφορετικότητα υμνήθηκε και θεωρήθηκε ως η βάση για την πολυφωνία, την πολυπολιτισμικότητα, την κοινωνία των πολιτών. Προβάλλεται από την τηλεόραση τόσο ως σεξουαλική προτίμηση, όσο και ως εμφανισιακή ιδιομορφία, τρόπος ζωής-life style, αλλά και ως ανάγκη για διάσωση της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας ενάντια στην αφομοίωση και την ένταξη. Η παιδεία καλείται να εργαστεί πάνω στην κουλτούρα της ιδιαιτερότητας και της διαφορετικότητας, ώστε τελικά να έχουμε παράλληλες επιβιώσεις ανθρώπων που δεν θα έχουν κοινή ταυτότητα, παρά μόνο την ανθρώπινη ιδιότητα ως κοινό στοιχείο.  Κι εδώ έρχεται η αντίφαση. Ό,τι παλαιότερα θεωρούνταν στοιχείο της ταυτότητας του ανθρώπου και της κοινωνικής συλλογικότητας, σήμερα απορρίπτεται στην πράξη από την κυρίαρχη ιδεολογία. Ενώ προστατεύεται η διαφορετική θρησκεία, λοιδορείται η επικρατούσα. Ενώ προστατεύεται η πολιτική ιδεολογία που αντίκειται στους θεσμούς, θεωρείται οπισθοδρόμηση ο σεβασμός και η απαίτηση για αξίες. Ενώ υπάρχει ανοχή στις προβληματικές καταστάσεις που δημιουργούνται από την λαθρομετανάστευση, θεωρείται ρατσισμός η αγωνία των πολλών για την ασφάλεια και την επιβίωσή τους, όπως επίσης και η επιθυμία τους να μην νιώθουν ξένοι στις γειτονιές τους, αλλά να θέλουν αυτοί που έρχονται να συνυπάρξουν με βάση την έννοια του «ανήκειν» και τον σεβασμό στους προϋπάρχοντες και την ταυτότητα του τόπου. Η απουσία σαφούς προσανατολισμού, τόσο από το κράτος, όσο και από την κοινωνία, αλλά και η ανικανότητα λήψης αποφάσεων επιτείνουν τις δυσκολίες, με αποτέλεσμα η διαφορετικότητα από ευλογία να τείνει να λειτουργήσει ως κατάρα.     
Περιγράψαμε αυτά τα σημεία, για να μπορέσουμε να δούμε ποια είναι η δική μας θέση ως κληρικών σ' αυτήν την κοινωνία, σ' αυτήν την εποχή, σ' αυτόν τον κόσμο. Η ρευστότητα που κυριαρχεί μας έχει στερήσει από την αξία της διαφορετικότητάς μας. Η αμφισβήτηση των θεσμών, αλλά και ο φόβος της επιβίωσης, έχουν οδηγήσει στο να θεωρούμαστε αχρείαστοι για τους πολλούς. Εκπροσωπούμε τον Θεό, όπως πιστεύεται (αν και κάτι τέτοιο δεν ισχύει, γιατί αποστολή μας είναι να εκπροσωπούμε τον λαό, την ευχαριστιακή κοινότητα στην οποία η ευλογία του Επισκόπου και της Εκκλησίας μας έχει θέσει ως επικεφαλής). Εάν ο Θεός και η πρόνοιά Του απορρίπτονται από τους ανθρώπους, πόσο μάλλον εμείς. Για τους πολλούς δεν είμαστε πλέον αυθεντίες. Δεν είμαστε αυτοί που εκφράζουμε τι θέλει ο Θεός. Είμαστε απλώς χρήσιμοι είτε όταν υπάρχει η υλική ανάγκη είτε όταν πρέπει να γίνουν κάποιες τελετές, απαραίτητες για την ανθρώπινη συνήθεια, είτε όταν ο εκκλησιαστικός χρόνος φέρνει στο προσκήνιο εορτές, οι οποίες είναι συνδεδεμένες με τα έθιμα ή με άλλες, καταναλωτικές συνήθως, ανάγκες (όπως είναι η κίνηση της αγοράς). Ολοένα και λιγοστεύει ο αριθμός αυτών που πραγματικά δείχνουν ή μας έχουν ανάγκη, άλλοτε για να τακτοποιήσουν τις ενοχές τους ή γιατί αληθινά πιστεύουν και χρειάζονται την σχέση πατρότητας που η πνευματική ζωή προϋποθέτει.  Μόνο στο εκκλησίασμά μας διατηρείται η οικειότητα κι αυτό όταν εμείς το θέλουμε και το επιδιώκουμε. Μόνο το εκκλησίασμά μας καθαυτό δείχνει την επιείκειά του ή τον θαυμασμό του έναντί μας και είναι πρόθυμο να ανταποκριθεί στην αγάπη ή στην αίσθηση της αυθεντίας που το σχήμα μας δίδει.
Και το εκκλησίασμά μας τείνει να γεράζει. Λιγοστεύει ο αριθμός των ενοριών στις οποίες το εκκλησίασμα αποτελείται κατά πλειοψηφίαν από οικογένειες, δηλαδή υπάρχουν στο ναό παιδιά σε ικανοποιητικό αναλογικά αριθμό και τα οποία θα αποτελέσουν και το μέλλον της ενοριακής κοινότητας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και μία άλλη κατηγορία πιστών, που εκκλησιάζονται στα μοναστήρια ή και εκεί όπου οι ποιμένες δίνουν τον εαυτό τους και αποδεικνύουν καθημερινά την πνευματική και -γιατί όχι- την μορφωτική τους καλλιέργεια. Είναι οι μεταστραφέντες, αυτοί δηλαδή που δεν είναι επισκέπτες μιας κοινότητας-ενοριακής και μοναστικής-  αλλά έρχονται και συμμετέχουν στη ζωή της Εκκλησίας επειδή συνειδητά το επέλεξαν, έχοντας περιπλανηθεί στη ζωή τους μακριά από την πίστη και έχοντας βρει την αλήθεια είτε μέσα από την αναζήτηση είτε μέσα από την δοκιμασία είτε επειδή διέβλεψαν τα αδιέξοδα της μη απάντησης στα υπαρξιακά ερωτήματά τους. Αυτό το ποσοστό, αργά, αλλά σταθερά, φαίνεται να αυξάνει. Και όσο υπάρχει αυτό το κλίμα της ανασφάλειας, ίσως να αυξηθεί περισσότερο, διότι είναι δεδομένη η απογοήτευση μέσα στην ρευστότητα και ο άνθρωπος αναζητά σταθερά σημεία για να μπορέσει να πιαστεί από αυτά.
Οι νέοι; Πώς μας βλέπουν; Σίγουρα όχι ως κάτι το σύγχρονο. Και βέβαια οι πολλοί δεν δείχνουν απέναντί μας τον σεβασμό του παρελθόντος, αλλά μια αδιαφορία, ενίοτε και εχθρικότητα. Υπάρχουν ωστόσο και παιδιά που θέλουν τον διάλογο μαζί μας, όχι μόνο από περιέργεια ή γιατί οι οικογένειές τους πιστεύουν, αλλά και γιατί τα ίδια νιώθουν αυτό το κενό επικοινωνίας που υπάρχει στη ζωή του κόσμου. Είναι σπουδαίο μάλιστα, όταν βλέπουμε παιδιά να τα χαιρετάμε. Ίσως είμαστε οι μόνοι που μπορούμε ακόμη να κάνουμε κάτι τέτοιο και να έχει αξία, ιδίως αν τα παιδιά ανήκουν σε κατηγορίες που θεωρούνται περίεργες για τους πολλούς. Πρόβλημα αναγνωρισιμότητας όσο θα φορούμε τα ράσα και θα έχουμε τα γένια δεν θα αντιμετωπίσουμε. Ίσως και γι' αυτό δεν χρειάζονται καινοτομίες σ' αυτό το ζήτημα, τουλάχιστον από την δική μας πλευρά. Ακόμη και ένα μικρό λείμμα να κρατηθεί στη ζωή της Εκκλησίας, ακόμη και ένας νέος να έρθει χάρις και στον δικό μας κόπο, ας μην το θεωρούμε αμελητέο. Άλλωστε, έχει παρέλθει προ πολλού η εποχή που συζητούσαμε για τους πολλούς.
Μετά από όλους αυτούς τους προβληματισμούς, το ερώτημα αναδύεται εύλογα: Πώς μπορούμε να σταθούμε ενώπιον της κρίσης, ενώπιον της κλήσης και της αποστολής μας, ενώπιον των προκλήσεων του μεταβαλλόμενου κόσμου μας; Ποια είναι τα όπλα που το χάρισμά μας μάς καλεί να χρησιμοποιήσουμε για να μπορέσουμε να εκπληρώσουμε την αποστολή μας, που δεν είναι άλλη από το να προσφέρουμε την ελπίδα του Εσταυρωμένου και Αναστημένου Χριστού σε έναν κόσμο που φέρει μαζί του τα αδιέξοδα της φθοράς και του θανάτου;
Η προτροπή του Αποστόλου Πέτρου στην Α' Καθολική επιστολή του, έχει ιδιαίτερη επικαιρότητα:  «Σωφρονήσατε και νήψατε εις τας προσευχάς .   προ πάντων δε την εις εαυτούς αγάπην εκτενή έχοντες, ότι η αγάπη καλύψει πλήθος αμαρτιών. φιλόξενοι εις αλλήλους άνευ γογγυσμών .  έκαστος καθώς έλαβε χάρισμα, εις εαυτούς αυτό διακονούντες ως καλοί οικονόμοι ποικίλης χάριτος του Θεού .ει τις λαλεί, ως λόγια Θεού . ει τις διακονεί ως εξ ισχύος ης χορηγεί ο Θεός . ίνα εν πάσι δοξάζηται ο Θεός» (Α' Πέτρ. 4, 7-11). Μέσα από αυτή την προτροπή καλούμαστε να υπενθυμίζουμε στους εαυτούς μας το περιεχόμενο της αποστολής μας, τόσο σε ό,τι αφορά στην προσωπική μας ζωή εντός της Εκκλησίας, όσο και στο υπόδειγμα που καλούμαστε να είμαστε προς τον λαό μας. Γιατί δεν αρκούν τα λόγια, εάν δεν είμαστε εφαρμοστές πρώτοι των όσων διακηρύττουμε.
Η προσευχή χρειάζεται πρωτίστως σωφροσύνη και νήψη. Οφείλουμε να επανεκτιμήσουμε λοιπόν την πνευματική μας κατάσταση. Πόσο σώφρονες είμαστε; Πόσο γνωρίζουμε το θέλημα του Θεού; Πόσο αγωνιζόμαστε να είμαστε νηφάλιοι, να μπορούμε δηλαδή να βλέπουμε τις αληθινές πτυχές του εαυτού μας, τα μικρότερα ή μεγαλύτερα πάθη μας, τις ρίζες τους, ώστε να μπορούμε και να ζητούμε από το Θεό την ανάλογη ενίσχυση, αλλά και να εντάσσουμε τον εαυτό μας εν υπακοή προς τον πνευματικό μας, στη ζωή της πίστης; Αυτή η εσωτερική θεώρηση της δικής μας κατάστασης θα μας βοηθήσει  στο να μπορούμε να ερμηνεύσουμε και κατά Θεόν και κατά άνθρωπον την πνευματική κατάσταση των πιστών, όσων συζητούν μαζί μας ή μας εμπιστεύονται την πνευματική μας πορεία, αλλά και θα μπορούμε να προσευχόμαστε εν επιγνώσει. Η προσευχή είναι απαραίτητη για να μην λαθεύουμε στις εκτιμήσεις μας. Για να μπορούμε να διακρίνουμε τελικά το ίδιο το θέλημα του Θεού για ό,τι συμβαίνει στον κόσμο μας, τι παραχωρεί και πώς μπορούμε να βρούμε τον δρόμο της ανάνηψης, που περνά μέσα από την μετάνοια. Γιατί, περισσότερο παρά ποτέ, καλούμαστε  να διακηρύξουμε στους ανθρώπους μετάνοια, αλλά και να την ζήσουμε ο καθένας μας. Υποταχθήκαμε στο ήθος και τον τρόπο της εποχής μας και αποτύχαμε να εμπνεύσουμε τους εαυτούς μας και το λαό μας να αποδεχθούμε και να ζήσουμε το ήθος της πίστης τόσο εντός μας όσο και στην καθημερινότητα. Δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε ή να διαμορφώσουμε κριτήρια, ώστε τόσο συλλογικά όσο και προσωπικά να αντισταθούμε στους μικρότερους ή μεγαλύτερους πειρασμούς στους οποίους ενδώσαμε, ίσως όχι σε όλους, αλλά αρκετοί σε αρκετούς.
Αυτό το ήθος της μετανοίας χρειάζεται να το δούμε και στην ιερατική μας οικογένεια. Οι οικονομικές συνθήκες έχουν δυσκολέψει και για μας και μάλιστα όταν μέχρι τώρα οι μισθοί μας ήταν από τους πιο χαμηλούς του Δημοσίου. Κι εμείς υφιστάμεθα τις περικοπές και τις δυσκολίες που υφίστανται όλοι. Μάλιστα, επειδή αρκετοί εξ ημών έχουμε πολυμελείς οικογένειες οι περικοπές μπορεί να είναι δυσβάσταχτες. Η οικογένειά μας και ιδίως τα παιδιά μας στο σχολείο τους έχουν να σηκώσουν, εκτός των άλλων, και τον σταυρό της κριτικής προς τα πρόσωπα και το σχήμα μας. Εδώ θα κριθεί και η δύναμη της πίστης μας, την οποία καλούμαστε να τη δείχνουμε και να την μοιραζόμαστε με τους οικείους μας. Να μπορούν τα παιδιά μας αλλά και η σύζυγός μας να αισθάνονται ότι η δοκιμασία είναι σημείο της αποστολής που επιλέξαμε, αλλά πάντοτε υπάρχει η ανάσταση. Περισσότερη λοιπόν αγάπη προς τους οικείους μας, καθώς τα υλικά αγαθά για τους περισσοτέρους δεν θα μπορούν πλέον να υποκαταστήσουν την ανάγκη της πατρότητας  και της συζυγίας, όπως πιθανόν να συνέβαινε στο παρελθόν.
Εάν είχαμε εργαστεί ασκητικά μέσα στην οικογένειά μας, δεν είχαμε συνηθίσει στα πολλά, τότε το αναγκαστικό συμμάζεμα δεν θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Αν όχι, είναι καιρός μετανοίας. Οφείλουμε όμως να δώσουμε και στους οικείους μας να κατανοήσουν ότι οι όποιες περικοπές, η όποια λιτότητα και ασκητικότητα δεν έχουν να κάνουν μόνο με το να αποφεύγουμε την προκλητικότητα ενώπιον των άλλων, αλλά και με την ελεημοσύνη. Η ευθύνη της προσφοράς αγάπης δεν είναι μόνο για εμάς τους ίδιους, αλλά περνά και στους οικείους μας. Αν η  ιερατική οικογένεια λειτουργήσει με την ενότητα της συναπόφασης να εργαστεί ώστε να προσφέρει αγάπη, υπομονή, ασκητικότητα, τότε θα αποτελέσει το καλύτερο παράδειγμα μέσα στην ενορία.
Είναι λοιπόν καιρός για αγάπη και μάλιστα «εκτενή». Και η αγάπη πρωτίστως πρέπει να ξεκινά από το   ιερατικό μας σώμα και να εκτείνεται σε όλη την εκκλησιαστική κοινότητα. Για να υπάρξει αγάπη, χρειάζεται ταπεινό φρόνημα. Δεν είναι καιρός πλέον να συγκρουόμαστε ή να ανταγωνιζόμαστε για μικρότητες. Δεν είναι καιρός να προβάλλουμε διαφορές σε θέματα που τελικά είναι δευτερεύοντα και να τα καθιστούμε πρωτεύοντα στις σχέσεις μας. Ο προβληματισμός κάποιων από εμάς οδηγεί σε πιο ανοιχτές στην σύγχρονη πραγματικότητα ποιμαντικές. Άλλοι παραμένουν πιο συντηρητικοί. Άλλοι φοβούνται για τον εαυτό τους και για την οικογένειά τους. Άλλοι αισθάνονται μία σχετική αυτάρκεια, είτε διότι εργάστηκαν τα προηγούμενα χρόνια   σε ποιμαντικό επίπεδο είτε διότι συνέβη να έχουν την ευλογία να ανήκουν σε αναπτυγμένες και οικονομικά και ποιμαντικά ενορίες. Δεν είναι όμως τώρα καιρός ούτε για εγκλωβισμό στον εαυτό μας ούτε για χαιρεκακία για τον άλλον που φοβάται την «εφεδροποίησή» του, ίσως όχι από το κράτος, αλλά από τη νοοτροπία των ανθρώπων.  Δεν είναι καιρός για στείρους ζηλωτισμούς και διαγωνισμούς «γνησιότητας». Δεν είναι καιρός και για εκκοσμικεύσεις, οι οποίες δεν στηρίζονται στο πνεύμα της παράδοσής μας. Σίγουρα όμως δεν είναι καιρός και για περιχαρακώσεις στα του οίκου μας. Τα όποια ανοίγματα  πρέπει να έχουν ως βάση τους τον λόγο του Θεού και την αγάπη, τόσο προς τους αδελφούς και συλλειτουργούς, όσο και προς το λαό μας.
Ναι, η αγάπη θα καλύψει πλήθος αμαρτιών. Και η αγάπη φανερώνεται με το ποτήριο του ψυχρού ύδατος. Με την ένταση της ελεημοσύνης, την επίσκεψη, την περίθαλψη, την συμπαράσταση. Με την φιλοξενία του ενός προς τον άλλο και μάλιστα χωρίς γογγυσμούς. Η φιλοξενία όμως και η αγάπη δεν εκφράζονται μόνο υλικά. Φανερώνονται με την πνευματική ελεημοσύνη. Με την διακήρυξη του λόγου και του θελήματος του Θεού στον κόσμο. Με την ιεραποστολή και την κατήχηση. Με το να κατασταθούν οι  ενορίες μας τόποι και τρόποι γνησιότητας. Με την διαφώτιση του λαού μας για τις επιθέσεις των αιρετικών. Με το να είμαστε παρόντες όπου δυσκολεύονται οι ενορίτες μας. Με το να φιλοξενούμε τους λογισμούς, τις λύπες τους, τις δυσκολίες τους στην δική μας καρδιά και να μπορούμε να τους αναπαύουμε όσο περνά από το χέρι μας. Αλλά και με την συνεχή προσευχή γι' αυτούς, τόσο στην λατρεία όσο και κατ' ιδίαν. Με τη γνώση του ποιμνίου ποιμνίου μας. Και για να γίνει πράξη αυτό, χρειάζεται να διακατεχόμαστε από ένα πνεύμα εξόδου από τους τοίχους του ναού μας. Από την προσπάθεια να γνωρίσουμε κι εκείνους τους ενορίτες μας που ανήκουν μεν γεωγραφικά στην ενορία, αλλά δεν εντάσσονται καρδιακά, πολλές φορές ούτε και με την φυσική παρουσία τους στη ζωή της. Κι εδώ πάλι ας θυμηθούμε τους νέους της ενορίας, τους οποίους ας γνωρίσουμε τουλάχιστον με τις όποιες επισκέψεις στα σπίτια ή με οποιαδήποτε αφορμή, ευχάριστη ή δύσκολη για τη ζωή (γέννηση, ευχέλαιο, θάνατος).
Και είναι σπουδαίο να θυμίζουμε στους εαυτούς μας ότι κέντρο της διακονίας μας πρωτίστως πρέπει να είναι το σωτηριολογικό μήνυμα της πίστης μας και χρειάζεται να δείξουμε ότι, παρόλο που μεγάλο κομμάτι του χρόνου και των δυνάμεών μας το αφιερώνουμε στην υλική ελεημοσύνη, εν τούτοις δεν πιστεύουμε ότι σ' αυτήν εξαντλείται το νόημα της αποστολής μας. Χρειάζεται να απο-εγκλωβιστούμε από έναν υπερτονισμό της χρησιμότητας που η κοινωνία ζητά από εμάς. Το να επικαλούμαστε το πόσο φαγητό δίδουμε ή όσα ιδρύματα συντηρούμε ή πόσα χρήματα προσφέρουμε στους αναξιοπαθούντες είναι ένας πειρασμός που δεν μπορούμε να αποφύγουμε, αλλά δεν πρέπει να εξαντλεί και την ουσία της διακονίας μας. Άλλωστε, σπάνια οι άνθρωποι θα αναγνωρίσουν δημόσια τι τους προσφέρει η Εκκλησία. Συνήθως θα θέλουν περισσότερα και πάντοτε θα υποστηρίζουν ότι έχουμε και άλλα, τα οποία δεν τα δίδουμε στο λαό. Η Εκκλησία όμως δεν μπορεί να περιοριστεί στο να είναι χρήσιμη στην κοινωνία. Εάν δεν λειτουργεί ως «το άλας της γης» (Ματθ. 5,13), τότε θα εξομοιώνεται συνεχώς με ένα φιλανθρωπικό σωματείο το οποίο συντηρεί τη ζωή, αλλά δεν την μεταμορφώνει. Τα ενδύματα που δώρισε η Ταβιθά δεν την έσωσαν από το θάνατο. Η προσευχή του Πέτρου την ανέστησε, η οποία εντάθηκε όμως από την ευγνωμοσύνη των ευεργετηθέντων. Και είναι η ανάσταση, δηλαδή η επανεύρεση της ακεραιότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως αυτή δίδεται μέσα από την σχέση με το Θεό, το νόημα της κλήσης και της αποστολής μας. Να γίνουν το σώμα και η ψυχή μας ναός του Αγίου Πνεύματος, ώστε εν συμφυία πνευματική να ζούμε τον τρόπο της Βασιλείας του Θεού. Κι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την άσκηση, τον αγώνα για αρετή και την αγάπη, στοιχεία που έχουν απωλεσθεί ως ζητούμενα από τον πολιτισμό μας.
Στο σημείο αυτό χρειάζεται να προβληματιστούμε πάνω σε μία μέθοδο της πρώτης Εκκλησίας. Μιλούμε για την απολογητική. Οι πρώτοι χριστιανοί, ζώντας σ'  έναν κόσμο που αμφισβητούσε όχι μόνο το Θεό, αλλά και την ελευθερία τους να πιστεύουν,  που θεωρούσε το κήρυγμα του σταυρού και της ανάστασης «μωρία» (Α' Κορ. 1, 21), δεν αντιμετώπισαν την κατάσταση με την παθητική αποδοχή του μαρτυρίου. Επέλεξαν τον δρόμο της απολογίας, δηλαδή του διαλόγου με τον κόσμο. Με βάση τον λόγο του Θεού και την πίστη, όπως αυτή διαμορφώνονταν και λογικά και με επιχειρήματα μέσα από τις αντιθέσεις και τις αμφισβητήσεις, συνέγραψαν αλλά και συζήτησαν πάνω στην άρνηση και την αμφιβολία των μη πιστών. Κατέθεσαν επιχειρήματα και δεν προσπέρασαν με την αδιαφορία ή την οίηση ότι όσοι δεν πιστεύουν είναι αμαρτωλοί και ανάξιοι να ασχοληθεί κανείς μαζί τους. Οι πρώτοι χριστιανοί είχαν ένα πνεύμα εξόδου προς τον κόσμο και την εποχή τους, χωρίς να έχουν την αίσθηση ότι ήταν οι σταυροφόροι του Θεού, οι οποίοι έπρεπε δια της βίας να επιβάλλουν τα μηνύματα της πίστης. Η απολογητική βεβαίως παρεξηγήθηκε, κυρίως εξαιτίας του δυτικού πνεύματος, το οποίο λειτούργησε ιεροξεταστικά, με αποτέλεσμα να ταυτιστεί με το πνεύμα του φανατισμού και του φονταμενταλισμού, ακόμη και σε κύκλους ιερέων και λαϊκών, οι οποίοι ορμώμενοι από έναν «ου κατ'  επίγνωσιν ζήλον» (Ρωμ. 10,2), θέλησαν και, σε μία σειρά θεμάτων, θέλουν ακόμη, με την βία να επιβάλλουν τις θεωρήσεις τους, επειδή έτσι πιστεύουν ότι θα σώσουν και θα σωθούν. Απολογητική δεν σημαίνει υπεράσπιση της δικής μας προσωπικής αλήθειας με κάθε τρόπο, αλλά την προσωπική προσπάθεια να τονισθεί η αλήθεια της Εκκλησίας και να κληθεί ο άνθρωπος να επιλέξει, αφού προβληματισθεί πάνω σ' αυτήν. Σήμερα, λοιπόν έχουμε περισσότερο παρά ποτέ την ανάγκη να επανεύρουμε αυτό το ήθος της απολογητικής που θα ερμηνεύει, θα συζητά, θα προτείνει και θα καλεί σε κοινωνία αγάπης και ελευθερίας με το Θεό εν τη Εκκλησία και εδώ η ευθύνη της συνεχούς κατάρτισής μας είναι μεγάλη.
Είμαστε διαχειριστές της χάριτος του Θεού. Αυτό σημαίνει πως ό,τι έχουμε δεν μας ανήκει. Ούτε καν η ιερωσύνη. Όλα ανήκουν στο Θεό και στην Εκκλησία, που μας τα εμπιστεύονται για να τα διαχειριζόμαστε,  ώστε να ωφελούνται οι συνάνθρωποί μας. Επομένως, η ρευστότητα της εποχής μας μάς καλεί να ξαναχτίσουμε με το προσωπικό μας παράδειγμα, την παραίτηση από τα δικαιώματά μας εφόσον χρειαστεί, με την φανέρωση της ακεραιότητας, την εμπιστοσύνη στο θεσμό της Εκκλησίας. Γιατί τα πρόσωπα διαδραματίζουν μεγάλο ρόλο στο να διατηρηθεί ή να καταρρεύσει η εμπιστοσύνη. Το ήθος που παρουσιάζουν και προτείνουν στην κοινωνία. Η αντίσταση δια του λόγου και των έργων στην ισοπέδωση που φέρει η εικονική πραγματικότητα.  Και κυρίως η ελπίδα που μπορούμε να κομίσουμε με την παρουσία μας. Και η ελπίδα έχει να κάνει με το πρόσωπο του Χριστού και τη σχέση του καθενός μαζί Του, αλλά και τη σχέση του σώματος του Χριστού, που είναι η ενορία και η Εκκλησία, μ' Αυτόν. Εκείνος, άλλωστε, είναι τελικά η μόνη ελπίδα μέσα στην κρίση. Και Εκείνον καλούμαστε να κηρύττουμε, με την δύναμη που Εκείνος μας προσφέρει για να διακονούμε τον κόσμο  και, αφού Εκείνος δοξάζεται τελικά μέσα από την δική μας προσπάθεια, Εκείνος θα μας βοηθήσει να αντέξουμε.
 Και αυτή είναι η απάντηση της πίστης  στους φόβους της εποχής μας: «ει ο Θεός υπέρ ημών, τις καθ' ημών;» (Ρωμ. 8,31). Το βίωμα της εμπιστοσύνης στο Θεό, μας καθιστά ικανούς να διακρίνουμε τις αληθινές προτεραιότητες της ζωής μας. Μας κάνει ικανούς να εμπνεύσουμε. Δεν σημαίνει μοιρολατρία ούτε αφέλεια. Μας κάνει όμως να εφαρμόζουμε στη ζωή μας το «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται ημίν» (Ματθ. 6,33). Η κρίση  δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς την εμπιστοσύνη στο Θεό που γεννά υπομονή και μας ωθεί στην επανεύρεση της χαμένης συλλογικότητας. Όποιος κλείνεται στον εαυτό του και στα ίδια, μπορεί να βιώνει την ψευδαίσθηση ότι αποκλείει την κρίση από τη ζωή του ή ελαχιστοποιεί τις επιπτώσεις της, αλλά «πέποιθε επί τον εαυτόν του», που είναι υιός ανθρώπου και τότε «ουκ έστι σωτηρία» (Ψαλμ. 145, 2).  Αυτή η νοοτροπία είναι αληθινά δαιμονική. Γιατί τελικά εγκλωβίζει τον άνθρωπο στην μοναξιά και την εσωστρέφεια και τον κάνει να βλέπει τους άλλους ως κόλαση ή ως απειλή για τον δικό του, μικρότερο ή μεγαλύτερο, παράδεισο. Και  τελικά αποτελεί την βάση για την κατάθλιψη και την αγωνία. Όπως αυτή που προκαλούν οι άρχοντές μας και τα ΜΜΕ, εξυπηρετώντας αλλότριους σκοπούς.
Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την πορεία της κοινωνίας σε επίπεδο νοοτροπίας και διαχείρισης. Μπορούμε όμως να αγωνιστούμε να αλλάξουμε τους εαυτούς μας και να εμφυσήσουμε πίστη, χαρά και αισιοδοξία στους ανθρώπους που μας εμπιστεύονται, στο σώμα του Χριστού το οποίο διαποιμαίνουμε. Το παράδειγμα των Αγίων μας, που μοιράζονταν τα λίγα ή πολλά που είχαν, που έμπαιναν ηγετικά μπροστά και ωθούσαν τους χριστιανούς να μην κωφεύσουν στις προτροπές του Ευαγγελίου, ακόμη και με προσωπικό τίμημα, μας δείχνει ότι παρότι βρισκόμαστε σε έκτακτες αληθινά καταστάσεις, η πίστη και η ζωή της Εκκλησίας είναι η ελπίδα για την όντως μεταμόρφωση του κόσμου. Τώρα είναι η ώρα της Εκκλησίας. «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β' Κορ. 6,2). Οφείλουμε να υπερβούμε μία γερασμένη και φοβική νοοτροπία, η οποία είναι γεγονός ότι μας απειλεί να μας συμπαρασύρει, και να ξαναβρούμε νεανικό φρόνημα και ενθουσιασμό.
«Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 12,13) Ο λόγος του Ευαγγελίου παραμένει αναλλοίωτος ως προς το μήνυμα και το περιεχόμενό του, γιατί δεν είναι απρόσωπος, ούτε ιδεολογικός. Μας υπενθυμίζει ότι η Εκκλησία δεν είναι απλώς η παράδοση ή ένα σύστημα, μία οργάνωση ή ακόμη και μία συλλογικότητα, αλλά η κοινωνία με το Χριστό, το Θεανθρώπινο Πρόσωπο που δίδει ελπίδα. Και αυτό το Πρόσωπο δεν αλλάζει, γιατί ο Χριστός είναι η αγάπη, είναι η ελευθερία, είναι το φως. Αντλώντας λοιπόν δύναμη από την κοινωνία μαζί Του πρώτα ως οικονόμοι της χάριτός Του και κατόπιν ως άνθρωποι «σάρκα φορούντες και τον κόσμον οικούντες», καλούμαστε να αντέξουμε στην κρίση της εποχής μας. Να ερμηνεύσουμε  στον εαυτό μας και στους συνανθρώπους μας, γιατί ο κόσμος μας έχει βρεθεί σ' αυτή την κατάσταση. Και δεν αρκεί απλώς μια δαιμονολογία, η απόδοση των πάντων στον διάβολο. Η ανθρώπινη προαίρεση είναι το κέντρο, η αιτία της κυριαρχίας του καλού ή για την απουσία του από τον κόσμο. Και εκεί είναι η βάση της εργασίας μας. Να βοηθήσουμε ώστε οι άνθρωποι να δούνε το σκότος της προαιρέσεως, τον φόβο και την σκιά, που τους οδήγησε στο να έχουν ως κέντρο τον εαυτό τους, να εγκλωβίζονται σε δομές που είναι ρευστές, σε πραγματικότητες που δεν μπορούμε μεν να αποφύγουμε αλλά και δεν έχουμε λόγο να τις αφήσουμε να δεσμεύουν τη χαρά και το νόημα της ζωής μας. Μπορεί να φαντάζουμε διαφορετικοί και να νιώθουμε την πίεση ενός επαπειλούμενου αποκλεισμού. Ο λόγος του Χριστού όμως «εν τω κόσμω  θλίψιν έξετε . αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. 16,33), ας αποτελέσει την αφετηρία του αγώνα για ανάσταση εν τη Εκκλησία. 
«Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία», όπως λέει ο ποιητής (Α. Κάλβος). Και μας λείπουν και τα δύο σήμερα. Ας ξαναδούμε λοιπόν την κλήση μας από το Θεό. Ας συναισθανθούμε οικονόμοι της χάριτός Του. Δεν υπάρχουμε για να κρυβόμαστε, αλλά για να προχωρούμε μπροστά από το λαό μας, ακόμη και με κόστος για μας. Αν υποταχθούμε στο φόβο, τότε έχουμε ηττηθεί όχι μόνο προσωπικά, αλλά και ως σώμα Χριστού. Στη ρευστότητα του κόσμου ας αντιτάξουμε την ελπίδα στο Χριστό και την εμπιστοσύνη στην Εκκλησία. Στην εικονική πραγματικότητα, ας αντιτάξουμε την αλήθεια της αγάπης που νικά την χρησιμότητα και γίνεται έγνοια για τη σωτηρία, για την ακεραιότητα του ανθρώπου. Σε μια διαφορετικότητα που αποδέχεται μόνο εκείνους που η κυρίαρχη ιδεολογία θέλει και που ζητά τη χρησιμοθηρία από όλους τους άλλους, ας αντιτάξουμε την επιμονή στην ταυτότητά μας που δεν είναι μόνο ιστορικού και πατριωτικού περιεχομένου, αλλά κυρίως πνευματικού, και στηρίζεται στο Χριστό. Και Εκείνος δε θα μας εγκαταλείψει, ανοίγοντας δρόμους για να μεταφερθεί η ελπίδα που ζούμε σε όσους αναζητούν.
Βόλος, 12 Οκτωβρίου 2011
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός


Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος

Δεν υπάρχουν σχόλια: