Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Συνέρχεται αύριο η Διαρκής Ιερά Σύνοδος.

Σύμφωνα με το γραφείο τύπου της Ιεράς Συνόδου:

Συνέρχεται αύριο Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010, σε συνεδρία η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, της 153ης Συνοδικής Περιόδου, για να ασχοληθεί με, τρεχούσης φύσεως, υπηρεσιακά θέματα.

Σύμφωνα με το πρακτορείο εκκλησιαστικών ειδήσεων Ρομφαία:
 
Επιβεβαίωση για το Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων «Romfea.gr», το οποίο πρώτο έγραψε χθες, ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, συγκάλεσε έκτακτη συνεδρίαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου.

Σύμφωνα με σημερινή ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου, συνέρχεται αύριο Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010, σε συνεδρία η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, της 153ης Συνοδικής Περιόδου, για να ασχοληθεί με, τρεχούσης φύσεως, υπηρεσιακά θέματα.

Πολλοί είναι εκείνοι που περιμένουν τώρα τη στάση θα κρατήσει ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος, στο θέμα της πλήρωσης των δύο μητροπόλεων, αλλά και αν θα υποχωρήσει στις πιέσεις του Φαναρίου. Διότι εφ' όσον κατόπιν σχετικής νομοθεσίας έχει γίνει ο χωρισμός της Ιεράς Μητροπόλεως Αττικής, η Ιερά σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ακώλυτα μπορεί να προχωρήσει στην πλήρωση των 2 νέων Μητροπόλεων.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, ίσως να θελήσει να καθυστερήσει την ημέρα των εκλογών των δύο μητροπόλεων, αλλά και να αναβάλει την συνεδρία της Ιεραρχίας.

Τέλος, συνοδικός μητροπολίτης μιλώντας σήμερα στο "Βήμα", σε ρεπορτάζ της Μαρίας Αντωνιάδου τόνισε: "Η απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχη συνιστά παραβίαση του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Δεν πρόκειται για ζήτημα που αφορά τις λεγόμενες Νέες Χώρες αλλά το κομμάτι της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος».
 
Σύμφωνα με τη Ρομφαία υπήρξε παρέμβαση του Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ για το "έκκλητο":
Παρέμβαση έκανε σήμερα με ανακοίνωση του, ο Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ όσον αφορά τη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στην Εκκλησία της Ελλάδος, με το χθεσινό ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Ο Μητροπολίτης Πειραιώς μεταξύ άλλων τονίζει ότι «Το από 17/2/2010 ανακοινωθέν του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου μη εκτιμών τα ανωτέρω δημιουργεί μέγιστον θέμα διότι ήδη ορθώς η Εκκλησία της Ελλάδος είχεν αποφασίσει την πλήρωσιν των δύο νέων ανιδρυθεισών Μητροπόλεων και την κατάπαυσιν του δεινού εκκλησιαστικού προβλήματος της περιοχής των».

Το κείμενο έχει ως εξής:

Επιθυμούντες να διασαφήσωμεν νομικώς την, ως μη ώφειλε, δημιουργηθείσαν κατάστασιν εν τη Αγιωτάτη ημών Αυτοκεφάλω Εκκλησία της Ελλάδος συνεπεία του από 17 τρ. μηνός Φεβρουαρίου ε.ε. ανακοινωθέντος του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως-Νέας Ρώμης εκδοθέντος εξ αφορμής του από 12ης μηνός Φεβρουαρίου ε.ε. ανακοινωθέντος της Ιεράς Συνόδου της καθ’ ημάς Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος αναφέρομεν τα κάτωθι:

1. Διαδηλούμεν την απόλυτον υιϊκήν ημών αφοσίωσιν και ειλικρινή αγάπην προς την μαρτυρικήν και εσταυρωμένην Πρωτόθρονον Εκκλησίαν της Κων/πόλεως το πάνσεπτον Οικουμενικόν ημών Πατριαρχείον και τον φρυκτωρόν και πεφωτισμένον Οιακοστρόφον Αυτού Παναγιώτατον Οικουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΝ.

2. Ο Μητροπολίτης πρ. Αττικής και νυν Μοναχός κ. Παντελεήμων Μπεζενίτης κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως της παραγρ. 8 του άρθρου 34 του Ν. 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» που προσετέθη δυνάμει του Νόμου 1351/1983 (ΦΕΚ 56, τ.Α 28/4/1983) απεμακρύνθη τελικώς εκ της Μητροπολιτικής αυτού έδρας και εκ της διοικήσεως του ΝΠΔΔ της τότε υφισταμένης Ι. Μητροπόλεως Αττικής δυνάμει διοικητικής αποφάσεως και πράξεως της ΔΙΣ της Εκκλησίας της Ελλάδος εκδοθέντος εν συνεχεία Προεδρικού Διατάγματος περί της χηρείας της ειρημένης Ι. Μητροπόλεως. Κατά της διοικητικής αποφάσεως και πράξεως της ΔΙΣ περί απομακρύνσεώς του εκ της διοικήσεως του Νομικού Προσώπου της Ι. Μητροπόλεως Αττικής ο απομακρυνθείς πρ. Μητροπολίτης ήσκησεν αίτησιν ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και εν ταυτώ υπέβαλεν κατά νόμον απαραδέκτως και κατά παράβασιν της διατάξεως του άρθρου 44 παραγρ. 2 του Νόμου 590/1977 έκκλητον προσφυγήν ενώπιον του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου στρεφόμενος κατά διοικητικής αποφάσεως και πράξεως οργάνου διοικήσεως της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και όχι κατά τελεσιδίκου κανονικής δικαστικής αποφάσεως όπως προβλέπει η ανωτέρω διάταξις.

3. Εν συνεχεία μετ’ απόφασιν του 3μελους και 5μελους Εφετείου Κακουργημάτων επεβλήθη εις τον πρ. Μητροπολίτην Αττικής και νυν μοναχόν κ. Παντελεήμονα Μπεζενίτην η εκ του άρθρου 159 του Νόμου 5383/1932 «Περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας», χαρακτηριζομένη ως εγκληματική ποινή της καθείρξεως η οποία μετ’ απόφασιν του Ανωτάτου Αναιρετικού Δικαστηρίου (Άρειος Πάγος) κατέστη αμετάκλητος. Κατ’ εφαρμογήν δε της διατάξεως του άρθρου 160 του ειρημένου Νόμου το αρμόδιον Πρωτοβάθμιον δι’ Αρχιερείς Συνοδικόν Δικαστήριον κατά δεσμίαν νομικήν ενέργειαν, άνευ ετέρας τινός διαδικασίας ως ο Νόμος επιτάσσει, καθήρεσεν εκ του Αρχιερατικού υπουργήματος τον αμετακλήτως ποινικώς καταδικασθέντα επαναφέρων αυτόν εις την τάξιν των μοναχών. Κατά της δεσμίας ταύτης νομικής ενεργείας του Πρωτοβαθμίου δι’ Αρχιερείς Συνοδικού Δικαστηρίου ο καθαιρεθείς ήσκησεν κατά νόμον απαραδέκτως και αύθις κατά παράβασιν της διατάξεως του άρθρου 44 παρ. 2 του Νόμου 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» έκκλητον προσφυγήν ενώπιον του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου.

4. Η Ελληνική Πολιτεία επειδή ο απομακρυνθείς εκ της τότε Μητροπόλεως Αττικής και εκ της διοικήσεως αυτής κ. Παντελεήμων Μπεζενίτης προσέβαλε μεν την διοικητικήν πράξιν απομακρύνσεως αυτού αλλά όχι και το Προεδρικόν Διάταγμα περί της χηρείας της τότε Μητροπόλεως Αττικής μετ’ απόφασιν της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος εχώρησεν εις την κατ’ουσίαν κατάργησιν του Νομικού Προσώπου της ενιαίας Μητροπόλεως Αττικής και εις την διχοτόμησιν αυτής και εις την ανίδρυσιν δύο νέων Νομικών Προσώπων των Ιερών Μητροπόλεων Ιλίου, Πετρουπόλεως και Αχαρνών και Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού.

5. Η επίκλησις υπό του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου των Θείων και Ι. Κανόνων 9ου και 17ου της Δ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ως θεμελίων δια την κανονικήν δικαιοδοσίαν του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου εκδικάσεως εκκλήτων προσφυγών προϋποθέτει κανονικήν εκκλησιαστικήν καταδίκην, που προϋποθέτει κανονικήν εκκλησιαστικήν δίκην, ο και αυτουσίως αποδέχεται και το άρθρον 44 παραγρ. 2 του Νόμου 5383/1932 «Περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας». Εις την προκειμένην όμως περίπτωσιν η πρώτη έκκλητος προσφυγή αφορά εις διοικητικήν πράξιν οργάνου διοικήσεως της Αυτοκεφάλου και Αυτοδιοικήτου και Ανεξαρτήτου Εκκλησίας της Ελλάδος, διοικουμένης ως ο Πατριαρχικός Τόμος του 1850 σαφώς προβλέπει, η δε δευτέρα αφορά εις δεσμίαν νομικήν ενέργειαν που προκύπτει μεν από διάταξιν Νόμου, τον οποίον όμως τόσον το Σεπτόν Οικουμενικόν Πατριαρχείον, όσον και η Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Ελλάδος συναπεδέχθησαν δια της συμπράξεως αυτών εις την ψήφισιν του Ν. 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» όπου εν άρθρω 44 παραγρ. 1, γίνεται δεκτός ως ίσχυε ο Ν. 5383/1932 «Περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας» και ασφαλώς το άρθρον αυτού 160 που προβλέπει την δεσμίαν νομικήν ενέργειαν της καθαιρέσεως των αμετακλήτως υπό της Πολιτείας καταδικασθέντων εις εγκληματικήν ποινήν κληρικών.

6. Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων ταπεινώς φρονούμεν ότι εσφαλμένως θεωρεί το Σεπτόν Οικουμενικόν Πατριαρχείον ότι κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Αδιαρέτου Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας δύναται να επιληφθή προσφυγής η ενστάσεως κατά διοικητικής πράξεως ετέρας αυτοκεφάλου Εκκλησίας αφ’ ενός και κατά δεσμίας νομικής ενεργείας αφ’ ετέρου, την οποίαν μάλιστα το ίδιον την έχει αποδεχθεί ως προανεφέρθη. Επομένως το από 17/2/2010 ανακοινωθέν του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου μη εκτιμών τα ανωτέρω δημιουργεί μέγιστον θέμα διότι ήδη ορθώς η Εκκλησία της Ελλάδος είχεν αποφασίσει την πλήρωσιν των δύο νέων ανιδρυθεισών Μητροπόλεων και την κατάπαυσιν του δεινού εκκλησιαστικού προβλήματος της περιοχής των.

Δεν υπάρχουν σχόλια: