Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

Υπάρχει ανάγκη για ρυθμιστικές επεμβάσεις στις οποίες θα έπρεπε να πρωτοστατήσει η ίδια η Εκκλησία

εφημ. Το ΒΗΜΑ, 14/05/2006
I. M. ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ
Ο κ. Κονιδάρης είναι καθηγητής της
Νομικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Υπάρχει ανάγκη για ρυθμιστικές επεμβάσεις στις οποίες θα έπρεπε να πρωτοστατήσει η ίδια η Εκκλησία

Ασφαλώς όλοι έχουμε ακούσει κατά καιρούς με τις λέξεις «παπαδαριό» και τις όμοιες, «παπαδομάνι» ή «παπαδολόι», να χαρακτηρίζονται, απαξιωτικά, όχι σπάνια και από επίσημα χείλη, σε ιδιωτικές βεβαίως συζητήσεις, το πλήθος των παπάδων, κατ’ επέκταση το σύνολο των ιερωμένων, γενικώς ο κλήρος.

Κορμός του κλήρου είναι οι πρεσβύτεροι, κοινώς οι «παπάδες», ειδικότερα οι Εφημέριοι, που είναι ταγμένοι να μεριμνούν για τη λατρευτική και πνευματική ζωή των ενοριτών και την πνευματική και υλική πρόοδο της Ενορίας. Και τούτο διότι οι πρεσβύτεροι αριθμητικώς υπερέχουν σαφώς τόσο των επισκόπων, κυρίως Μητροπολιτών στην περίπτωση της Ελλάδος, της ανώτερης δηλαδή από αυτούς βαθμίδας, όσο και των διακόνων, της κατώτερης από αυτούς βαθμίδας του κλήρου. Σ’ αυτούς, τους συχνά περιθωριοποιημένους και καταπιεσμένους, ευσεβείς και απλούς κατά κανόνα λευίτες, αφιερώνω σήμερα τις σκέψεις που ακολουθούν.

Την εποχή των παππούδων και των πατεράδων μας, ήδη η πρόταση υποψηφίων για την κατάληψη εφημεριακής θέσεως ήταν υπόθεση των ίδιων των ενοριτών! Πράγματι, σύμφωνα με την τότε ισχύουσα νομοθεσία, του 1910 και του 1923, πρόταση υποψηφιότητας για θέση εφημερίου υποβάλλεται στον οικείο Αρχιερέα από το 1/10 τουλάχιστον των ενοριτών. Και εκείνος, μετά τον έλεγχο των προσόντων τους, προβαίνει με πράξη του στην ανακήρυξη των υποψηφίων και ορίζει τον τόπο και την ημερομηνία της εκλογής.

H εκλογή γίνεται στον ενοριακό ναό με μυστική με ψηφοδέλτια ψηφοφορία. Επιτυχών θεωρείται ο υποψήφιος εκείνος που σχετικώς πλειοψήφησε, εφόσον συγκέντρωσε αριθμό ψήφων ίσο με το 1/3 τουλάχιστον των εγγεγραμμένων στον εκλογικό κατάλογο της Ενορίας ενοριτών-εκλογέων. Σε αντίθετη περίπτωση η εκλογή επαναλαμβάνεται την επόμενη Κυριακή, οπότε εκλέγεται εκείνος που έλαβε τουλάχιστον το 1/6 των εγγεγραμμένων εκλογέων. Αν και στη δεύτερη αυτή ψηφοφορία δεν επιτευχθεί ο απαιτούμενος αριθμός ψήφων, τον Εφημέριο επιλέγει ο οικείος Αρχιερέας από τον πίνακα των ανακηρυχθέντων υποψηφίων.

Δυστυχώς, το πατροπαράδοτο αυτό σύστημα διοικήσεως της Ενορίας και εκλογής των Εφημερίων, όπως άλλωστε και των «επιτρόπων», του ναού, κατέλυσε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936… Και με αναγκαστικό νόμο του 1940 καθιέρωσε την εκλογή των εφημερίων απευθείας και αποκλειστικώς από τον επιχώριο Μητροπολίτη, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνεται τελικώς και η προκήρυξη της εφημεριακής θέσεως και η ανακήρυξη των υποψηφίων και η τελική απόφαση της εκλογής εφημερίου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι την καταλυτική αυτή αλλαγή παραθεώρησε όχι μόνο η διοικούσα Εκκλησία, αλλά αποσιώπησε και αυτή η επιστήμη, έτσι ώστε στις νεότερες γενιές να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι πατροπαράδοτο σύστημα επιλογής των κληρικών ήταν αυτό που ισχύει σήμερα, ο διορισμός δηλαδή των Εφημερίων από τον Μητροπολίτη! Και παρά το γεγονός ότι ο Καταστατικός Χάρτης της Μεταπολιτεύσεως, ο νόμος 590/1977, προνοεί για την έκδοση κανονιστικών αποφάσεων της I. Συνόδου που θα ρυθμίσουν τα σχετικά με την πλήρωση των εφημεριακών θέσεων ζητήματα, εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις κανονισμού που εκδόθηκε με βάση εξουσιοδοτικές διατάξεις του Καταστατικού Νόμου της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967…

Ετσι, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ο οικείος Μητροπολίτης προκηρύσσει την εφημεριακή θέση με προκήρυξη που δημοσιεύει στον Τύπο και στο περιοδικό «Εκκλησία», στην οποία καθορίζονται και τα μορφωτικά προσόντα που θα πρέπει να έχουν οι υποψήφιοι, ο ίδιος ανακηρύσσει τους υποψηφίους, ύστερα από έλεγχο των προσόντων τους, ο ίδιος εκδικάζει τυχόν ενστάσεις και ο ίδιος επιλέγει και χειροτονεί τον Εφημέριο, αν δεν έχει ήδη βαθμό πρεσβυτέρου. Μόνον δε κατά της τελικής αυτής αποφάσεως του Μητροπολίτη είναι δυνατή προσφυγή ενώπιον της Διαρκούς I. Συνόδου απ’ όποιον έχει έννομο συμφέρον. Προκειμένου μάλιστα για θέσεις προσωρινών Εφημερίων, όπως και για τους Εφημερίους των καθεδρικών ναών, δεν χρειάζεται καν προκήρυξη της θέσεως και η επιλογή και ο διορισμός του Εφημερίου βρίσκονται στην αποκλειστική και ουσιαστικώς ανέλεγκτη δικαιοδοσία του Μητροπολίτη.

Αλλά και μετά την εκλογή, με τον τρόπο που εκτέθηκε, του Εφημερίου, η εξάρτησή του από τον Μητροπολίτη εξακολουθεί να είναι ασφυκτική. H πρόβλεψη για αναγκαστική μετάθεση, που γίνεται από τη Διαρκή I. Σύνοδο, ύστερα από πρόταση όμως του οικείου Μητροπολίτη, η δυνατότητα για απόσπαση σε άλλες κενές οργανικές θέσεις, η προτίμηση των φίλα προσκείμενων για τους καθεδρικούς ναούς, που ήδη σημειώθηκε, είναι μερικά μόνο δείγματα. Και ασφαλώς δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο Μητροπολίτης, ως ο φυσικός δικαστής του εφημερίου, ασκεί την κατ’ αυτού εκκλησιαστική ποινική δίωξη και είναι στο πρωτοβάθμιο επισκοπικό δικαστήριο το μόνο μέλος με αποφασιστική ψήφο.

H σύγκριση των πατροπαράδοτων ρυθμίσεων που προΐσχυσαν με εκείνες που ισχύουν σήμερα πείθει ότι υπάρχει ανάγκη για ρυθμιστικές επεμβάσεις στα θέματα της εκκλησιαστικής διοικήσεως στις οποίες θα έπρεπε να πρωτοστατήσει η ίδια η Εκκλησία. Αλλά η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να αφήνει αδιάφορη και την πολιτεία, αν μάλιστα θέλει να ετοιμασθεί για έναν συντεταγμένο επαναπροσδιορισμό των σχέσεών της με την Εκκλησία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: