Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Θέλουμε νὰ γίνουμε ἀετοί;

Τὶς ὑψηλὲς κορυφὲς τῶν ὀρέων τὶς πατοῦν οἱ ὑψηπέτες ἀετοί, ἀλλὰ καὶ τὰ σαλιγγάρια. Οἱ πρῶτοι πετώντας, τὰ δεύτερα ἕρποντας. Ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους τὶς πατοῦν οἱ ὀρειβάτες καὶ οἱ ἀναρριχητές. Τὶς πατοῦν μετὰ ἀπὸ δύσκολες, ἐπίπονες καὶ ἐπικίνδυνες ἀναβάσεις καὶ ἀναρριχήσεις. Ὅταν, ὅμως, φθάσουν ἐκεῖ χαίρονται καὶ θαυμάζοντας τὸ μεγαλεῖο τῆς φύσεως δὲν μποροῦν παρὰ μαζὶ μὲ τὸ σκούπισμα τοῦ ἱδρῶτος τους νὰ ἀναφωνήσουν τὸ ψαλμικό «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα Σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. 103, 24). Τὸν πρῶτο θαυμασμό, ὅμως, τῶν ἀναρριχητῶν διαδέχεται ὁ δεύτερος μετὰ τὴν ἀπόλαυση τῆς ἀπεραντωσύνης ποὺ τοὺς κάνει νὰ λησμονοῦν τοὺς κόπους τῆς ἀναβάσεως καὶ τὸ αἴσθημα, ὅτι βρίσκονται πλησιέστερα πρὸς τὸ Δημιουργὸ καὶ Κτίστη τοῦ σύμπαντος, τὸν ἀπερινόητο καὶ ἀκατάληπτο. Πόσοι ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους μας δὲν θὰ ἤθελαν νὰ ἀπολαύσουν αὐτὸ ποὺ ἀπολαμβάνουν οἱ ὀρειβάτες καὶ οἱ ἀναρριχητές; Τὸ θέλουν πολλοί, ἔχουν, ὅμως, βαρύδια στὰ πόδια, ὑλικὰ καὶ πνευματικα. Οἱ ὀρειβάτες ποὺ ἐμμένουν στὶς γήϊνες ἀπολαύσεις ἔχουν τὰ βαρύδια τῆς καλοπέρασης, τοῦ εὔκολου πλουτισμοῦ, τῆς ἥσσονος προσπαθείας καὶ τῆς μαλθακότητας. Οἱ ὀρειβάτες ποὺ ἐπιζητοῦν τὶς πνευματικὲς ἀπολαύσεις ἔχουν τὰ βαρύδια τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς «πεπτωκυίας φύσεως», ποὺ μαζὶ μὲ αὐτὸ τοῦ «ἕν σοι λείπει· πώλησον τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ δὸς πτωχοῖς» (Ματθ. ιθ΄ 21) τοὺς ἐμποδίζουν στὶς δύσβατες ἀναβάσεις τους. 

Καὶ ἐνῶ οἱ ὀρειβάτες, οἱ καταπατητὲς τῶν ὑψηλῶν κορυφῶν, κατέβαλαν κόπο γιὰ νὰ φθάσουν στὰ ὕψη καὶ νὰ ἀπολαύσουν τὴν ἀπεραντωσύνη τοῦ ὁρίζοντα, βλέπουν δίπλα τους στὶς ἀπάτητες κορυφὲς νὰ πετοῦν ἀμέριμνοι οἱ ἀετοί, χωρὶς ἰδιαίτερο κόπο, ἀφοῦ ἔχουν τὴν ἱκανότητα μὲ τὸ κούνημα τῶν πτερύγων τους νὰ βρίσκονται στὴν πιὸ ὑψηλὴ κορυφή. Βλέπουν οἱ ὀρειβάτες τῆς ζωῆς τοὺς ἀετοὺς καὶ συγκρινόμενοι μαζί τους ἀναστενάζουν. Ἂχ, νὰ εἴμαστε καὶ ἐμεῖς ἀετοί! Νὰ μπορούσαμε νὰ πετᾶμε ἀπὸ κορυφὴ σὲ κορυφὴ καὶ νὰ ἀποστρεφόμαστε τοὺς κάμπους καὶ τοὺς βαλτότοπους. Νὰ μᾶς ἑλκύουν τὰ πανευφρόσυνα πνευματικὰ ὕψη καὶ νὰ μᾶς ἀπωθοῦν τὰ πνευματικὰ τέλματα τοῦ ἐφησυχασμοῦ, τῆς ραστώνης καὶ τῆς ἀκηδίας!

Θυμοῦμαι τὸ τραγούδι τῶν κατηχητικῶν μας χρόνων καὶ συγκινοῦμα βαθύτατα. Ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς νέους τοὺς ὀνομάζει ἀετοὺς καὶ τοὺς καλεῖ νὰ πετάξουν πρὸς τὸ αἰώνιο, τὸ ἄδυτο φῶς, τὸ Χριστό μας.

«Ἀετοί, ἀετοί, πᾶμε, πᾶμε, ζητῶντας τὸ φῶς. Τὸ φῶς, τὴ χαρὰ ποὺ εἶναι ὁ Χριστός». 

Γιὰ νὰ γίνουμε ἀετοὶ πρέπει νὰ τοὺς μοιάξουμε. Γιὰ νὰ τοὺς μοιάξουμε, ὅμως, πρέπει νὰ τοὺς γνωρίσουμε. Τί ξεχωριστὸ ἔχουν αὐτὰ τὰ ὑπερήφανα πουλιά;

Ὁ ὑψηπέτης ἀετὸς εἶναι τὸ μακροβιότερο ἀπὸ τὰ ἀρπακτικὰ πτηνὰ καὶ μπορεῖ νὰ ζήσει μέχρι καὶ ἑβδομήντα χρόνια! Ἀλλὰ γιὰ νὰ συμβεῖ αὐτὸ πρέπει στὰ μισά του χρόνια, τότε ποὺ θεωρεῖται γηρασμένος, νὰ ἀνακαινισθεῖ. Καὶ ἡ ἀνακαίνισή του ἀπαιτεῖ νὰ πάρει μιὰ μεγάλη ἀπόφαση καὶ νὰ κλεισθεῖ στὸν ἑαυτό του γιὰ πέντε μῆνες. Ἡ ἀπόφαση εἶναι σκληρή, ἀλλὰ ἀνακαινιστική. Χωρὶς αὐτὴ ὁδηγεῖται μοιραίως στὸ θάνατο. Εἶναι ἀπόφαση ποὺ δὲν τολμοῦμε νὰ πάρουμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ πετύχουμε τὴ μακροημέρευσή μας ἐδῶ στὴ γῆ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἄληκτη μακαριότητα. Εἶναι ἡ ἀπόφαση ποὺ πῆρε ὁ Προφήτης Ἠλίας, ὅταν ὑπακούοντας στὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀποφυγει τὴ μανία τῆς Ἰεζάβελ, «Κρύβηθι» (Γ΄ Βασ. 17, 3-4), ἔφυγε καὶ πῆγε πρῶτα στὸ σπήλαιο τῆς κοιλάδος Χορρὰθ καὶ μετὰ στὸ σπήλαιο τοῦ θεοβαδίστου Χωρήβ, δηλαδὴ τοῦ ὄρους Σινᾶ. 

Στὰ τριανταπέντε μὲ σαράντα του χρόνια ὁ ἀετὸς μὲ τὰ μακριὰ καὶ εὐέλικτα νύχια του δὲν μπορεῖ νὰ πιάσει τὴ λεία του καὶ νὰ τραφεῖ! Τὸ μακρὺ καὶ κοφτερὸ ράμφος του γίνεται πολὺ κυρτό. Τὰ ὑπερήλικα καὶ βαριὰ φτερά του, ποὺ ὀφείλονται στὰ πυκνὰ πούπουλα κολλοῦν στὸ στῆθος του καὶ τὸν ἐμποδίζουν νὰ πετάξει. Τοῦ μένουν, λοιπόν, δύο ἐπιλογές: Ἢ νὰ πεθάνει ἢ νὰ περάσει μιὰ σκληρὴ καὶ ἐπώδυνη δοκιμασία ποὺ διαρκεῖ ἑκατὸν πενήντα ἡμέρες. Ἡ δοκιμασία ἀπαιτεῖ πρῶτα νὰ πάρει τὴ μεγάλη ἀπόφαση. Τὴν ἀπόφαση νὰ ὑποφέρει πρόσκαιρα, γιὰ νὰ ζήσει ἀργότερα εὐχάριστα. Ἔπειτα νὰ πετάξει στὴν κορυφὴ ἑνὸς βουνοῦ καὶ νὰ παραμείνει στὴ φωλιά του. Ἐκεῖ ὁ ἀετός θὰ χτυπήσει τὸ ράμφος του σὲ ἕνα βράχο μέχρι νὰ τὸ ἀποκόψει. Ἀφοῦ συμβεῖ αὐτὸ ὑπομονετικὰ θὰ περιμένει νὰ ξαναφυτρώσει τὸ ράμφος του, γιὰ νὰ κόψει μὲ αὐτὸ τὰ νύχια του. Μὲ τὸ καινούργιο ράμφος θὰ ἀφαιρέσει ἐπίσης ὅλα τὰ γερασμένα του πούπουλα. Ἔτσι, μετὰ ἀπὸ πέντε μῆνες ὁ ἀετὸς πραγματοποιεῖ τὴν πρώτη διάσημη πτήση τῆς ἀναγεννήσεώς του καὶ ζεῖ ἄλλα τριάντα χρόνια! Ὅλη αὐτὴ ἡ διαδικασία τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ ἀετοῦ ἔχει γιὰ ἐμᾶς συμβολικὴ σημασία. Μερικὲς φορὲς γιὰ νὰ ἐπιβιώσουμε πρέπει νὰ περάσουμε στὴν ἐπώδυνη καὶ χρονοβόρα διαδικασία τῆς ἀλλαγῆς. Μερικὲς φορὲς πρέπει νὰ ἀφήσουμε πίσω μας ἀναμνήσεις, πάθη, συνήθειες καὶ ξεπερασμένες παραδόσεις. Μόνο ἂν ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ παλιὰ φορτία θὰ μπορέσουμε ἐλαφρωμένοι νὰ ἐκμεταλλευτοῦμε σωστικὰ τὸ παρόν.

Ἡ μεγάλη, λοιπόν, ἀπόφαση καὶ ἡ ἀπόκρυψη εἶναι τὰ δύο στοιχεῖα ποὺ μᾶς ὁδηγοῦν στὴν πνευματικὴ ἀνακαίνιση, ἂν θέλουμε νὰ μοιάσουμε στὸν ἀετό, γιὰ τὸν ὁποῖο γράφει ὁ ψαλμωδός «ἀνακαινισθήσεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου» (Ψαλμ. 102, 5). 

Ἡ μεγάλη ἀπόφαση γιὰ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς εἶναι ἡ ἀπόφαση τῆς μετανοίας. Εἶναι ἡ ἀπόφαση ποὺ μᾶς ἀναγεννᾶ καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία. Καὶ μόνο μὲ τὴ σκέψη τῆς μεγάλης ἀποφάσεως, τῆς ἐπιστροφῆς στὸ Θεὸ Πατέρα, βλέπουμε Αὐτὸν νὰ σπεύσει νὰ μᾶς ὑποδεχθεῖ καὶ νὰ μᾶς ἀνακαινίσει ἀλλάζοντάς μας τὰ ροῦχα τῆς ἁμαρτίας, πλένοντάς μας καὶ βάζοντάς μας τὸ δαχτυλίδι τῆς υἱοθεσίας Του. Τί περιμένει ἀπὸ ἐμᾶς Ἐκεῖνος; Μά, τὸ «ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου καὶ οὐκ εἴμι ἄξιος κληθῆναι υἱός Σου» (Λουκ. ιε΄ 21). Περιμένει τὸ ταπεινό μας φρόνημα καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ἁμαρτωλότητός μας. Καὶ μᾶς ἀναγεννᾶ. Δὲν μᾶς χαρίζει μόνο τριάντα χρόνια ὁ Θεός μας, ὅπως στὸν ἀετό, ἀλλὰ τὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα.

Ἡ ἀπόκρυψή μας πάλι στὸ ταμεῖο τῆς ψυχῆς μας μᾶς ἀναγεννᾶ. Κλεισμένοι σὲ αὐτὸ βλέπουμε τὰ λάθη τοῦ παρελθόντος, τὰ σφάλματά μας, τὶς ἁμαρτίες μας καὶ προσπαθοῦμε νὰ μὴν τὶς ἐπαναλάβουμε. Ἐπιβάλλεται, λοιπόν, ἡ ἀπόκρυψή μας, ἀφοῦ ἀπομακρυνόμενοι ἀπὸ τὸν κόσμο ζοῦμε μόνο γιὰ τὸ Χριστό μας, τὸν ὁποῖο διὰ τῆς προσευχῆς προσεγγίζουμε περισσότερο καὶ στὸν ὁποῖο ἀπευθυνόμαστε μὲ οἰκειότητα ὅπως τὸ παιδὶ πρὸς τὸν πατέρα του καὶ φυσικὰ λαμβάνουμε τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης Του, ἀφοῦ μᾶς εἶπε: «αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται ἡμῖν· ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε· κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ΄ 7).

Οἱ Χριστιανοὶ εἴμαστε ἀετοὶ καὶ πετᾶμε ψηλά. Ὄχι, ὅμως, ὅπως ἐκεῖνοι, ποὺ μὲ τὰ ἀετήσια τους μάτια ἀπὸ τὰ μεγάλα ὕψη παρατηροῦν τὰ πτώματα καὶ μὲ ταχύτητα σπεύδουν νὰ τὰ πλησιάσουν, γιὰ νὰ τὰ κατασπαράξουν καὶ νὰ χορτάσουν τὴν ἀκόρεστη πεῖνα τους. Ἐμεῖς ἀπὸ τὰ ὕψη τοῦ πνεύματος παρατηροῦμε τὰ ὄζοντα πτώματα τῆς κοινωνίας καὶ θλιβόμενοι παρακαλοῦμε τὸ Θεό μας, νὰ μᾶς τηρήσει ζωντανοὺς στὴν ἀγάπη Του, τὴν ἀγάπη ποὺ εὐωδιάζει καὶ ἀναγεννᾶ. 

Μὲ ποιό, ὅμως, αἰσθητήριο οἱ ἀετοὶ ἀντιλαμβάνονται τὴν ὕπαρξη τοῦ πτώματος; Μὲ τὴν ὄσφρηση ἢ μὲ κάποιο ἄλλο αἰσθητήριο, σὰν αὐτὸ ποὺ ἔχει ἀνεπτυγμένο ὁ δρυοκολάπτης, ποὺ γνωρίζει ἀκριβῶς τὸ σημεῖο τοῦ σκουληκιοῦ στὸ δέντρο καὶ ἀνοίγει ἐκεῖ τρύπα μὲ τὸ ράμφος του, γιὰ νὰ τὸ φάει. Ὅπου, λοιπόν, ἀντιληφθοῦν πτώματα οἱ ἀετοὶ μαζεύονται γύρω τους, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴ λεία τους, τὸ φαγητὸ τῆς ἡμέρας τους. 

Πτῶμα κατὰ τοὺς πατέρες λογίζεται ὁ Χριστὸς μας, ὁ ὁποῖος θανατώθηκε γιὰ νὰ ζωώσει τὸ πλάσμα Του, τὸ ὁποῖο εἶχε θανατώσει ἡ ἁμαρτία. Γύρω ἀπὸ τὸ πτῶμα αὐτό, γύρω ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ποτήριο συνωστιζόμαστε ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ὅλοι ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Κύριο, ποὺ εἶναι «ἡ Ζωὴ καὶ ἡ Ἀνάστασις» (Ἰωάν. ια΄ 26).

Ὁ Χριστός μας στὸ χωρίο τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ματθαίου «Ὅπου ἐὰν ἧ τὸ πτῶμα, ἐκεῖ συναχθήσονται οἱ ἀετοί» (Ματθ. κδ΄ 28) ἀναμφίβολα ὁμιλεῖ γιὰ τὸ Ἅγιο σῶμα Του, γιὰ τὸ δικό Του πτῶμα. Καὶ ὁμιλεῖ σὲ μέλλοντα χρόνο καὶ ὄχι σὲ ἐνεστῶτα, ποὺ θὰ ἀφοροῦσε ἕνα καθημερινὸ συνηθισμένο φαινόμενο. Ὁμιλεῖ προφητικά, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ περικοπὴ αὐτὴ διαβάζεται στὴν Ἐκκλησία μας τὴ Μεγάλη Δευτέρα, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ σταυρικό του θάνατο στὸ λόφο τοῦ Γολγοθᾶ. Γιὰ εἴκοσι αἰῶνες τώρα χιλιάδες πρσκυνητές, καὶ ὄχι τουρίστες, ἐπισκέπτονται τὸ Φρικτὸ Γολγοθᾶ καὶ τὸν Πανάγιο Τάφο. Πτῶμα, λοιπόν, ὁ Χριστός μας, ἀετοὶ οἱ χιλιάδες τῶν προσκυνητῶν Του. Καὶ ποιὸ αἰσθητήριο ὁδηγεῖ τοὺς ἀετούς-Χριστιανούς στὴν προσκύνηση τοῦ ἱεροῦ πτώματος; Μά, ἡ ὑψηλὴ πνευματικότης, ἡ οὐράνια ὤθηση καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ θρέψουν καὶ νὰ ποτίσουν τὶς ψυχές τους μὲ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ ζωοποιοῦ πτώματος. Οἱ πραγματικοὶ προσκυνητὲς τοῦ Παναγίου Τάφου εἶναι οἱ Ἀετοὶ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι παρὼν καὶ θυσιάζεται καθημερινὰ πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα κάθε Ναοῦ στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης, εἶναι «ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλὰ τοὺς μετέχοντας ἁγιάζων», ὅλους ὅσοι κοινωνοῦν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ποτήριο, τοὺς πεινασμένους καὶ διψασμένους γιὰ αἰώνια ζωὴ τοὺς χαρακτηρίζει Ἀετούς. Ἀετοὺς ποὺ πέφτουν μπροστὰ στὸ ἱερὸ πτῶμα, δηλαδὴ στὸ «ἐσφαγμένο Ἀρνίο» (Ἀποκ. ε΄ 6), στὸν σφαγιασθέντα γιὰ τὴ σωτηρία μας Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. Οἱ Χριστιανοὶ ποὺ μετέχουν τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας «ἀλλάξουσιν ἰσχύν, πτεροφυήσουσιν ὡς ἀετοί» (Ἡσ. μ΄ 31), καθὼς μᾶς λέγει ὁ Προφήτης Ἡσαΐας, δηλαδή, παίρνουν δύναμη καὶ ἀνοίγουν τὰ φτερὰ τῆς ψυχῆς τους νὰ πετάξουν στὰ ἀπρόσιτα ὕψη τῆς ἀρετῆς. Καὶ ἐμεῖς ὡς χριστοφόροι, ὡς σύσσωμοι καὶ σύναιμοι Χριστοῦ, γινόμαστε μὲ τὴ χάρη Του ἀετοὶ ποὺ πετᾶμε σὲ δυσπρόσιτα πνευματικὰ ὕψη μὲ τὶς πτέρυγες τῆς ἀρετῆς, τῆς ταπεινώσεως, τῆς φιλαδελφίας, τῆς ἀγάπης. 

Στὴ πρόσαιρη ζωή μας στὴ γῆ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Ἄρτος ποὺ μᾶς τρέφει καὶ μᾶς ἑτοιμάζει γιὰ τὸ Μεγάλο Δεῖπνο τοῦ οὐρανοῦ, τὸ ὁποῖο παραθέτει ὁ Κύριος «τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Ἰακώβ. α΄ 12). Ἀπὸ τράπεζα σὲ τράπεζα θὰ πᾶμε οἱ Χριστιανοί, ποὺ ποτὲ δὲν θὰ πεινάσουμε, ἀφοῦ ἐκζητοῦμε τὸν Χριστό μας, τὸν «Ἄρτο τῆς ζωῆς» (Ἰωάν. στ΄ 35).

Μὲ ποιὸ πάλιν αἰσθητήριο οἱ Χριστιανοί, οἱ Ἀετοί, μαθαίνουμε ὅτι στὴν Ἁγία Μετάληψη ὑπάρχει ἡ τροφὴ καὶ ἡ ζωή; Στὸ αἰσθητήριο τῆς πίστεως, ποὺ δυστυχῶς ἔχει ἀμβλυνθεῖ σήμερα μὲ τὴν ἀπιστία ποὺ βασιλεύει γύρω μας. Στὸ αἰσθητήριο ποὺ φωτίζει τὸ νοῦ πρὸς τὴν πίστη καὶ τὸν σκοτίζει πρὸς τὴν ἀπιστία. Γι’ αὐτὸ πολλὲς φορὲς βλέποντες εὐσεβεῖς Χριστιανοὺς νὰ βιώνουν Χριστὸ λέμε ὅτι ἔχουν φωτισμένο νοῦ. Γράφει γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ὁ Χρυσόστομος: «∆ιὰ τοῦτο καὶ ἀετοὺς ἡμᾶς ὁ Χριστὸς ἐκάλεσεν εἰπὼν, Ὅπου τὸ πτῶμα, ἐκεῖ συναχθήσονται καὶ οἱ ἀετοὶ, ἵνα οὐρανοβατῶμεν, ἵνα ὑψηλὰ πετώμεθα τοῖς πτεροῖς τοῦ πνεύματος κουφιζόμενοι». Εἴμαστε ἀετοὶ οἱ Χριστιανοί, Ἂν θέλουμε νὰ πετοῦμε στὰ ὕψη μὲ τὰ φτερὰ τοῦ Πνεύματος ἂς πάρουμε τὴ μεγάλη ἀπόφαση τῆς ἀνακανίσεως καὶ ἂς κρυφτοῦμε στὸ ταμεῖο τῆς ψυχῆς μας κρατώντας τὸ νοῦ μας στὸν Ἅδη καὶ μὴ ἀπελπιζόμενοι, ὅπως μᾶς παροτρύνει καὶ ὁ συγχρονός μας Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης. 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: