Σάββατο, 14 Αυγούστου 2010

Ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου

ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ
τοῦ κ. Γ. Ν. Φίλια

από τις ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ του Η' ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟY ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟY ΣΥΜΠΟΣΙΟY ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΝ «ΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΝ» 18-20 Σεπτεμβρίου 2006 - Βόλος

Τὸ εἰσαγωγικὸ θέμα σχετικὰ μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι τὸ τῶν πηγῶν. Ὑπάρχουν τρεῖς σχετικὲς ἀπόκρυφες διηγήσεις.

Ἡ πρώτη φέρει τὸν τίτλο «De transitu beatae Mariae virginis» (περὶ μεταστάσεως τῆς μακαρίας Παρθένου Μαρίας), χρονολογεῖται περὶ τὸν 5ο αἰ. καὶ εἶναι λατινικὴ μετάφραση παλαιοτέρου ἀπολεσθέντος ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου(94). Περὶ τὸν 6ο αἰ. χρονολογεῖται ἡ λατινικὴ μετάφραση ἑνὸς ἄλλου περὶ τὴν Κοίμηση ἀπόκρυφου κειμένου ὑπὸ τὸν τίτλο «Joannis liber de Dormitione Mariae» (βίβλος Ἰωάννου περὶ τῆς κοιμήσεως τῆς Μαρίας)(95). Μετὰ τὴν ἔκδοση τοῦ συριακοῦ πρωτοτύπου τοῦ ἐν λόγῳ ἀποκρύφου ὑπὸ τοῦ W.Wright(96) ἔγινε ἀντιληπτὸ ὅτι, ἡ λατινικὴ μετάφραση τοῦ «Transitus» ἀποτελεῖ ἐλεύθερη ἀπόδοση τοῦ συριακοῦ «Joannis liber...». Ἡ τρίτη ἀπόκρυφη διήγηση ἔχει ἐπονομαστεῖ ὡς «Εὐθυμιακὴ ἱστορία» καὶ διασώθηκε στὸ Β΄Λόγο τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ στὴν Κοίμηση(97). Ἡ διήγηση αὐτὴ ἔχει, μὲν, δανειστεῖ στοιχεῖα ἐκ τῆς «Transitus», περιέχει ὅμως καὶ ἄλλα ἐξαιρετικῶς ἄτοπα καὶ ἐλεγχόμενα (ὅπως τὸ αἴτημα τῆς Πουλχερίας- 5ος αἰ.- περὶ μεταφορᾶς στὴν Κωνσταντινούπολη τοῦ λειψάνου τῆς Θεοτόκου!), τὰ ὁποῖα τὴν καθιστοῦν «διπλὰ ἀπόκρυφη»(98). Ἡ ἐπιβίωση τῆς «Εὐθυμιακῆς ἱστορίας» ἕως τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαμασκηνοῦ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἐπισήμανση ὅτι, ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου εἶχε μεγάλη σημασία γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἐπεξεργσία της σὲ διάφορες ἀπόκρυφες παραδόσεις.

Οἱ παραδόσεις αὐτές, ὅμως, δὲν σχετίζονται μὲ τὴ διαδικασία ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς(99). Τὸ ἐνδιαφέρον τῆς μελέτης περὶ τοῦ θέματος τῆς ἐμφανίσεως πρέπει νὰ ἐπικεντρωθεῖ στὴν παράδοση περὶ τοῦ τόπου Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἐφόσον εἶναι εὔλογο οἱ τοποθεσίες αὐτὲς νὰ ἀπετέλεσαν τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς(100). Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν οἰκία της στὰ Ἱεροσόλυμα(101) καὶ ταφῆς της στὴν ἴδια πόλη ἀναφαίνεται περὶ τὸν 5ο αἰ.(102) καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ μαρτυρίες Ὁδοιπορικῶν τοῦ 6ου αἰ.(103). Ὁ Σοφρώνιος Ἱεροσολύμων (7ος αἰ.) μνημονεύει τὴν ὕπαρξη τάφου τῆς Θεοτόκου στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου καὶ τιμᾶ τὴ Θεοτόκο(104). Ἡ παράδοση τῆς «Dormitio hierosolymitana» (Κοιμήσεως στὰ Ἱεροσόλυμα), ὅπως ἀναφέρεται στὸ «Breviarius de Hierosolyma» τοῦ 6ου αἰ.(105), φαίνεται νὰ κατέχει τὴν αἴγλη τῆς ἱστορικότητας(106), πρὸς αὐτὴ δὲ προσανατολίζονται σημαντικὲς ἔρευνες περὶ τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου(107).

Ὁλιγότερα ἐρείσματα ἀληθείας ἔχει ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο καὶ, μάλιστα στὴν οἰκία ποὺ εἶχε οἰκοδομήσει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης(108), μὲ δεδομένο μάλιστα ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς μετακινήθηκε στὴν Ἔφεσο κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 1ου αἰ., σὲ χρονικὴ περίοδο ποὺ ἀποδυναμώνει τὴν περίπτωση μετακινήσεως καὶ τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Σύμφωνα μὲ τὴ θεωρία αὐτὴ ποὺ συνεκίνησε κυρίως ὅσους διατείνονταν ὅτι ἡ Παναγία δὲν ἐτάφη στὴ Γεθσημανή(109), ὁ τάφος τῆς Θεοτόκου εὑρίσκεται στὴν περιοχὴ τῆς Ἐφέσου «Παναγία- Καπούλη» (πόρτες τῆς Παναγίας)(110). Ἄν καὶ ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο συντηρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀπόκρυφη γραμματεία, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸ γεγονὸς συγκλίσεως τῆς Γ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὸ ναὸ τῆς «ἁγίας Μαρίας» στὴν Ἔφεσο(111), ἡ πόλη ὅμως τῶν Ἱεροσολύμων κατέχει τὶς μεγαλύτερες περγαμηνὲς ὥστε νὰ θεωρεῖται ὡς τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως.

Ἡ προετοιμασία ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως στὰ Ἱεροσόλυμα ἔγινε μὲ μία ἑορτὴ γύρω ἀπὸ τὸ λεγόμενο «Κάθισμα» τῆς Θεοτόκου. Πρόκειται περὶ μιᾶς τοποθεσίας τρία μίλα ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, καθ᾿ὁδὸν πρὸς τὴ Βηθλεέμ(112), ἡ ὁποία συνδέεται μὲ ἀπόκρυφη παράδοση τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου σχετικά μὲ τὴ Θεοτόκο(113). Κύριλλος ὁ Σκυθοπολίτης ἀναφέρει ὅτι, κατὰ τὸν 5ο αἰ. στὸ «Κάθισμα» αὐτὸ ἀνοικοδομήθηκε ναὸς πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου(114), ὁ δὲ Θεόδωρος Πέτρας (βιογράφος τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου) μαρτυρεῖ περὶ «μνήμης τῆς Θεοτόκου», ἡ ὁποία ἐτελεῖτο «ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ» γύρω ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο ναό(115). Ὁ A.Baumstark ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ποὺ ὑποστήριξε ὅτι ἡ συγκεκριμένη ἑορτὴ ἐτελεῖτο στὶς 13-15 Αὐγούστου, ἄν καὶ τὸ ἑορτολογικό της περιεχόμενο δὲν σχετιζόταν μὲ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ μὲ τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ(116).

Οἱ ἑορτολογικὲς ἐξελίξεις ἐμφανίζονται καταιγιστικὲς ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 5ου αἰ., ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Μαρκιανὸς (450-457) ἔκτισε ναὸ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανή(117). Τρία ἔτη μετὰ ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ αὐτοκράτορα, τὸ 460, ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ ἑορτασμὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὶς 15 Αὐγούστου καὶ στὸ συγκεκριμένο ναὸ(118) καὶ ἐκτοπίζεται ἡ παλαιὰ θεομητορικὴ ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος»(119). Στὸ σημεῖο αὐτὸ πολύτιμη ἐμφανίζεται ἡ μαρτυρία τοῦ «Γεωργιανοῦ Κανοναρίου», ἑνὸς κειμένου τὸ ὁποῖο καταγράφει τὴν ἱεροσολυμιτικὴ Λατρεία μεταξὺ τοῦ 450 καὶ τοῦ 750(120), καὶ σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο στὶς 15 Αὐγούστου «τιμᾶται ἡ μνήμη τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ στὸ ναὸ τοῦ αὐτοκράτορα Μαρκιανοῦ («Μαυρικίου» κατὰ γεωργιανὴ παραλλαγὴ(121)(122). Ἡ ἐξέλιξη εἶναι προφανὴς: ἡ παλαιὰ θεομητορικὴ ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος» τῆς Θεοτόκου ἐκτοπίστηκε καὶ τὴ θέση της κατέλαβε στὶς 15 Αὐγούστου ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως, ἑνὸς γεγονότος δηλαδὴ καὶ γνωστοῦ καὶ τιμώμενου στὴν Ἐκκλησία τῶν πρώτων αἰώνων, ἄν καὶ δὲν εἶχε ὑπάρξει ἕως τότε συγκεκριμένος ἡμερολογιακὸς καθορισμὸς τοῦ ἑορτασμοῦ.

Ἡ ἐπισημοποίηση τοῦ ἑορτασμοῦ κατὰ τὶς 15 Αὐγούστου στὰ Ἱεροσόλυμα ἐπισυμβαίνει περὶ τὸν 6ο αἰ., διὰ διατάγματος τοῦ αὐτοκράτορα Μαυρίκιου (582-602)(123), τὸ ὁποῖο περιέβαλε μὲ νομικὴ ἰσχὺ μία μακραίωνη θεομητορικὴ παράδοση. Ὁ Μαυρίκιος υἱοθέτησε ἐπισήμως καὶ καθολικῶς τὴν ἱεροσολυμιτικὴ ἡμερομηνία περὶ τῆς «Μνήμης τῆς Θεοτόκου», συνειδητοποιώντας προφανῶς τὴν καθολικὴ εὐλάβεια πρὸς τὸ μνῆμα τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ καὶ ὑπὸ τὴν αὔξουσα ἀκτινοβολία τοῦ ἐν λόγῳ προσκυνήματος, ὅπου συνέρρεε πλῆθος προσκυνητῶν. Ὅπως τονίζει τὸν 7ο αἰ. ὁ Ἰωάννης Θεσσαλονίκης, «ὑπῆρχαν κάποιοι τόποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἑόρταζαν ἀκόμα τὴν ἐτήσια μνήμη τῆς Κοιμήσεως», μεταξὺ δὲ αὐτῶν ὁ Ἰωάννης συγκαταλέγει καὶ τὴ Θεσσαλονίκη(124).

Ἐνδιαφέρουσες εἶναι οἱ μαρτυρίες περὶ τοῦ τρόπου τοῦ ἑορτασμοῦ. Ὁ Ἰ.Δαμασκηνὸς ἀναφέρεται σὲ «παννύχεις στάσεις»(125), ὑποδηλώνοντας προφανῶς τὴν τέλεση ὁλονύκτιου ἑορτασμοῦ ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τῆς Κοιμήσεως. Στὸν τύπο αὐτὸ τῆς ἀκολουθίας ἀναφέρεται ἀναλυτικότερα ὁ Γερμανὸς Α΄Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος μαρτυρεῖ περὶ τριῶν παννυχίδων ποὺ προηγοῦντο τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως(126). Ἡ πληροφορία αὐτὴ τοῦ Γερμανοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι ὑφίστατο τριήμερος ἑορτασμός. Ἐφόσον ἡ συγκεκριμένη τελετουργικὴ πρακτικὴ ἴσχυε γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, θὰ πρέπει νὰ τὴ θεωρήσουμε ὡς διαδεδομένη καὶ σὲ ἄλλες περιοχὲς τῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ τριήμερος ἑορτασμὸς ὑποδηλώνει τὴν τελετουργικὴ λαμπρότητα τῆς ἑορτῆς καὶ πιστοποιεῖ τὴ διάδοση καὶ ἑδραίωσή της στὴν ἑορτολογικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
94. Βλ. Π.Χρήστου, Ἑλληνικὴ Πατρολογία, τόμ. Β΄, Θεσσαλονίκη, Κυρομανός, 1991, σ. 673. Ὡς «Liber transitus Mariae» παρατίθεται ὑπὸ τοῦ J.P.Migne (PG 5, 1231-1240), ἀποδιδόμενο λανθασμένα στὸ Μελίτωνα Σάρδεων (τὸ ἀπέδειξε ὁ M.Jugie, «Homélies mariales byzantines», ἐν P.Graffin, Patrologia Orientalis 19(2), 1926, σ. 370). Ὁ P.Voulet- ἐκδότης τῶν θεομητορικῶν Ὁμιλιῶν τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ- ὑποστήριξε ὅτι τὸ συγκεκριμένο κείμενο ἀποτελεῖ σύνοψη τοῦ συνόλου τῶν περὶ Κοιμήσεως ἀποκρύφων διηγήσεων, ποὺ δὲν διεσώθησαν στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση (βλ. Sources Chrétiennes 80, 1961, σ. 26).
Τὰ φιλολογικὰ προβλήματα περὶ τοῦ κειμένου αὐτοῦ δὲν ἔχουν γνωρίσει τὴν πλήρη διαλεύκανση. Εἶναι δύσκολο νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴν ἀπολυτότητα τοῦ Dom Cabrol ὅτι τὸ πρωτότυπο εἶναι συριακὸ («Assomption», στ. 2998), ἐφόσον καὶ ἡ ὕπαρξη ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου φαίνεται ὅτι διεκδικεῖ τὴν ἀλήθεια (βλ. P.Voulet, ὅ.π., σ. 27). Συριακὸ ἤ ἑλληνικό, τὸ πρωτότυπο κείμενο χρονολογεῖται περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου- ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ., ἔτυχε δὲ μεταφράσεως στὴν κοπτική, λατινικὴ καὶ ἀραβικὴ γλώσσα, θεωρούμενο ὡς σύνοψη στοιχείων ἀκόμα καὶ τοῦ 2ου αἰ. Μία παραλλαγὴ τοῦ κειμένου ἀποδίδεται στὸ Μελίτωνα Σάρδεων (†180), στὸ ἔργο του «Κοίμησις Θεοτόκου», τὸ ὁποῖο ὅμως εἶναι νόθο καὶ μεταγενέστερο τοῦ 4ου αἰ. (Σ.Παπαδόπουλου, Πατρολογία, τόμ.Α΄, Ἀθήνα, Παρουσία, 19973, σ. 263).

95. Ἔκδ. Tischendorf, Apocrypha, σσ. 95-112.

96. Contribution to the apocryphal Literature of the New Testament collected and edited from syriac manuscripts in the British Museum with an english translation and notes, Londres 1865, σσ. 49-51.

97. PG 96, 721C- 753A/ P.Voulet, Sources Chrétiennes 80, 1961, σσ. 122-177.

98. Πρβλ. M.Jugie, La mort et l’assomption de la Vierge, Roma 1944, σ. 92 (Studi e Testi 114).

99. Νέλλα, Θεομήτωρ, σ. 27, σημ. 1.

100. Πρβλ. Cabrol, «Assomption», στ. 2996.

101. Ἡ οἰκία αὐτὴ εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὸ «ὑπερῶο» τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων (1,13). Βλ. περισσότερα M.J. Lagrance, «La Dormition de la Sainte Vierge et la maison de Jean-Marc», Revue Benedictine 7 (1899), σσ. 589-600.

102. Βλ. σχετικῶς Καλογήρου, «Μαρία», στ. 663/ Σιώτη, Λατρεία Θεοτόκου, σ.14. Περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. ὁ Ἐπιφάνιος Σαλαμίνος οὐδεμία παρόμοια παράδοση γνωρίζει (Κατὰ αἱρέσεων, 78, 11, PG 42, 716B-C. Βλ. καὶ τὶς ἐπισημάνσεις τοῦ Kellner, Heortologie, σ. 172).

103. Ὁ προσκυνητὴς Θεοδόσιος (530) μαρτυρεῖ περὶ ὑπάρξεως ναοῦ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ [De situ terrae sanctae, 10, ἔκδ. Geyer, Corpus Christianorum, Series Latina 175), σ. 119/ Ὁ Capelle («La Fête de la Vierge», σ. 29, σημ. 61) προσπαθεῖ νὰ ἀξιολογήσει περισσότερο τὴ μαρτυρία αὐτὴ], ὁ δὲ Ἀντώνιος τῆς Πλακεντίας (570) ὅτι ἐντὸς τοῦ συγκεκριμένου ναοῦ ὑπῆρχε ὁ τάφος τῆς Θεοτόκου [ἔκδ. J.Tobler, Itinera et descriptiones Terrae sanctae, t.I, Iena 1877, σ. 100. Ὁ Raes, ὅμως, θεωρεῖ ὅτι ὁ μαρτυρούμενος ναὸς καὶ ὁ τάφος δὲν εὑρίσκονταν στὸν ἴδιο τόπο («Assomption», σ. 264)].

104. Οἱ μαρτυρίες αὐτὲς ἐμπεριέχονται στὴν Ἀνακρεόντιο ποίηση τοῦ Σοφρωνίου (PG 83, 3789Α· 3821Β· 3824Β).

105. Πρόκειται περὶ τῆς ἱεροσολυμιτικῆς λειτουργικῆς τάξεως ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὰ «Ὁδοιπορικὰ» τῶν ἐκ τῆς Δύσεως προερχομένων προσκυνητῶν τῶν Ἁγίων Τόπων. Στὸ ἐν λόγῳ breviarium ἐπαναλαμβάνεται ἡ μαρτυρία τῶν «Ὁδοιπορικῶν» ὅτι ibi (στὴ Γεθσημανὴ) est basilica sanctae Mariae, et ibi est sepulchrum eius (ἔκδ. Geyer, Corpus Christianorum, Series Latina 175, σ.155).

106. Σωστὲς εἶναι οἱ ἐπισημάνσεις τῶν F.M.Abel (Jérusalem nouvelle, Paris, Gabalda, 1926, σσ. 816-817) καὶ Μ.Σιώτη (Λατρεία Θεοτόκου, σ. 13).

107. Σύνοψη τῶν ἐρευνῶν αὐτῶν, βλ. στὶς μελέτες τῶν S.Nirschl (Das Grab der heiligen Jungfrau Maria. Eine historische Kritiche Studie, Mainz, Franz Kirchheim, 1896) καὶ B.Baggati [«Nuove scoperte alla tomba della Vergine a Getsemani», Studii Biblici Franciscani, Liber annuus 22 (1971), σσ. 236-290]. Τὶς θέσεις τοῦ Nirschl σχολιάζει ὁ Kellner (Heortologie, σ. 172, σημ.2).

108. Τὴ θέση αὐτὴ προέβαλε μία αὐγουστινιανὴ μοναχὴ τοῦ ἀββαείου Agnetenberg τῆς Βεσταφαλίας, ἡ Anna Catherine Emmerich (†1824), ἡ ὁποία διετείνετο ὅτι εἶχε ἐπὶ τοῦ θέματος «ὁραματικὴ ἀποκάλυψη» (οἱ «ἀποκαλύψεις» της ἐξεδόθησαν ἀπὸ τὸ ἀββαεῖο της στὸ ἔργο Vie de Saint Vierge d’après les méditations d’A.C.Emmerich, γαλλικὴ μετάφραση τοῦ H.Cazalès, Paris 1931, ἰδιαιτέρως οἱ σελ. 380-381). 

109. Κυριότερος ἐπρόσωπος τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὑπῆρξε ὁ M.P.Wegener (Wo ist des Grab der Jungfrau Μaria? Eine alte Frage neu untersucht zu Ehren der hehren Grottesmutter, Würzburg 1895).

110. Τὰ ἀναλυτικότερα συμπεράσματα τῆς Emmerich δημοσιεύτηκαν μετὰ τὸ θάνατό της (βλ. E.C.Emmerich, Panagia- Capouli ou maison de la Sainte Vierge près d’Ephése, Paris, Oudin, 1896). Σχετικὴ ἀναφορὰ γίνεται στὴ νεοσύστατη, τότε, Revue Biblique [1, (1892), σ. 463], γεγονὸς τὸ ὁποῖο μαρτυρεῖ τὸ ἐρευνητικὸ ἐνδιαφέρον περὶ τῶν ἀπόψεων τῆς Emmerich. 

111. Δὲν ὑπάρχει βεβαιότητα περὶ ἀφιερώσεως τοῦ ναοῦ αὐτοῦ στὴν παρθένο Μαρία ἤ σὲ ὁμώνυμη ἁγία (βλ. Στεφανίδου, Ἱστορία, σ. 316). Εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς ἐπὶ τοῦ θέματος ἀσάφειας τὸ γεγονὸς ὅτι, ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας προσφωνῶν τὰ μέλη τῆς Γ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀναφέρεται σὲ ναὸ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου (Χαίροις τύνοιν παρ᾿ἡμῶν ἁγία μυστικὴ Τριάς, ἡ τούτους ἡμᾶς πάντας συγκαλεσαμένη ἐπὶ τήνδε τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Θεοτόκου Μαρίας, PG 77, 992Α-Β), ἐνῶ ὁ τίτλος τῆς προσφωνήσεώς του ἀναφέρεται σὲ ναὸ τῆς ἁγίας Μαρίας (Ὁμιλία Δ΄, Ἐν Ἐφέσῳ λεχθεῖσα πρὸς Νεστόριον, ἡνίκα κατῆλθον οἱ ἑπτὰ πρὸς τὴν ἁγίαν Μαρίαν, PG 77 , 992A).

112. Βλ. τὶς παρατηρήσεις τοῦ J.T.Milik, «Epigraphie et topographie palestinienne», Revue Biblique 67 (1960), σσ. 571-572. Ἡ ἐν λόγῳ τοποθεσία ἐκίνησε τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἀρχαιολόγων [βλ. τὶς μελέτες τῶν Von Riess («Kathisma palaion», Zeitschrift für deutche Palästina-Verein 12, 1889, σσ. 17-23), G.Klameth (Die neutestamentlichen Lokaltraditionen Palästinas in der Zeit vor den Kreuzzüngen, I, Münster, Aschendorff, 1914) καὶ F.M.Abel (Bethléem, Paris Gabalda, 1914).

113. Πρωτευαγγέλιο, 17, 2-3: σύμφωνα μὲ τὴ διήγηση αὐτή, ἡ Θεοτόκος, καθ᾿ὁδὸν πρὸς τὴ Βηθλεὲμ καὶ λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου, ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ νὰ κατέλθει ἐκ τῆς ὄνου στὸ συγκεκριμένο σημεῖο γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ. Βλ. περισσότερα στὶς μελέτες τῶν E.de Strycker (La Forme la plus ancienne de Protévangile de Jacques, Bruxelles 1961, σσ. 142-145), Capelle («Fête de la Vierge», σ.21) καὶ Martimort (Eglise en prière, IV, σ. 147).
Τὴν παράδοση αὐτὴ ἐπιβεβαιώνει τὸ 530 ὁ προσκυνητὴς Θεοδόσιος (De situ terrae sanctae, ἔκδ. Geyer, Corpus Christianorum, Series Latina 175, σ.124), φαίνεται δὲ ὅτι ἦταν κυρίαρχη σὲ σχέση μὲ ἄλλη, περὶ παραμονῆς ἐπ᾿ὀλίγον τῆς Θεοτόκου στὸ συγκεκριμένο τόπο κατὰ τὴ φυγὴ πρὸς τὴν Αἴγυπτο (βλ. σχετικῶς: Klameth, Die neutestamentlichen Lokaltraditionen, σσ. 60-61). Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ πληροφορία τοῦ Raes ὅτι, στὸ ἐν λόγῳ «Κάθισμα» ἡ Ραχὴλ ἐγέννησε τὸν Βενιαμὶν καὶ ἀπέθανε ἐκεῖ («Assomption», σ. 262).

114. Πρβλ. E.Schwartz, Kyrillos von Skythopolis, Leipzig 1939, σ. 236 (20). Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία αὐτή, ὁ ναὸς ἀνοικοδομήθηκε ἀπὸ μία Ρωμαία προσκυνήτρια εὐγενοῦς καταγωγῆς, τὴν Ἰκελία (ἤ Ἰκηλία) κατὰ τοὺς χρόνους πατριαρχείας τοῦ Ἰουβενάλιου Ἱεροσολύμων (417-458).

115. Βίος Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, ἔκδ. Usener, Theodosios, σ. 58.

116. A.Baumstark, Liturgie comparée, Chèvetogne 1939, σ. 202. Βλ. τοῦ ἰδίου, Festbrevier und Kirchenjahr der syrischen Jakobiter, Paderborn 1910, σσ. 216ἑξ. Τὴν ἄποψη περὶ 13ης Αὐγούστου υἱοθετεῖ καὶ ὁ Ἰ.Φουντούλης («Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἑορτὴ», Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, 7, 1965, στ. 705). Εἶναι ἀπορίας ἄξιο τὸ γεγονὸς ὅτι, ὁ O.Faller θεωρεῖ τὴν ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος» ὡς ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου [De priorum saeculum silentio circa Assumptionem B.Mariae Virginis, Romae 1946, σσ. 18-20 (Analecta Gregoriana 36)].

117. Στεφανίδου, Ἱστορία, σ. 317. Ἐὰν λάβουμε ὑπόψη τὸ «ἀρμενικὸ λεκτσιονάριο» ἤ «ἐκλογάδιο», τὸ ὁποῖο ἐξέδωσε σὲ παράρτημα ὁ F.C.Conybeare (Rituale Armenorum, Oxford, Clarendon Press, 1905, σσ. 507-527) καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἐκδότης ἰσχυρίζεται ὅτι καταγράφει τὴ λειτουργικὴ πράξη τῶν Ἱεροσολύμων κατὰ τὸν 6ο αἰ., συμπεραίνουμε ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν ὑφίστατο ἀκόμα ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως, ἀλλὰ ἴσχυε ἡ ἑορτὴ μὲ τὸ γενικὸ θεομητορικὸ περιεχόμενο (ἡ ἑορτὴ τοῦ «καθίσματος»). Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ ἐνισχύεται ἀπὸ τὰ ὑπὸ τοῦ «λεκτσιοναρίου» ἀναφερόμενα περὶ ἑορτῆς τῆς Θεοτόκου στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου πρὸ τοῦ 479 (βλ. σχετικῶς Capelle, «Fête de la Vierge», σσ. 19-20). Τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸν 5ο αἰ. ὑφίσταται ἀκόμα ἡ παλαιὰ ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος» ἐπισημαίνεται καὶ ἀπὸ τὸν C.Andronicof (Le sens des fêtes, t.I, Paris, Cerf, 1970, σ. 279).

118. Βλ. Σιώτη, Λατρεία Θεοτόκου, σ.11/ Martimort, Eglise en prière, IV, σ. 147.

119. Βλ. Σπουρλάκου- Εὐτυχιάδου, Παναγία Θεοτόκος, σ.64.

120. Πρβλ. A.Wenger, L’Assomption de la T.S.Vierge dans la tradition byzantine du Ve au Xe siècle. Etudes et documents, Paris 1955, σσ. 102–103/ M.Van Esbroeck, «Nouveaux apocryphes de la Dormition en géorgien», Analecta Bollandiana 90 (1970), σσ.363-369. Τὸ «Κανονάριο» εἶναι γεωργιανὴ μετάφραση ἀπολεσθέντος ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου, ἡ ὕπαρξη τοῦ ὁποίου ἦταν ἄγνωστη ἕως τῶν ἀρχῶν τοῦ 20 αἰ. Πρῶτος γνωστοποίησε τὴν ὕπαρξή του ὁ C.Kékélidzé, ὁ ὁποῖος τὸ ἐξέδωσε τὸ 1912 [«Un typikon hiérosolymitain du VIIe siècle», Analecta Bollandiana 31 (1912), σσ. 319-350], γιὰ νὰ ἀκολουθήσουν δύο διορθωτικὲς ἐπανεξετάσεις τῆς ἀρχικῆς ἐκδόσεως τὸ 1923 ἀπὸ τοὺς H.Goussen καὶ A.Chanidzé.

121. Ἀπὸ τὴν παραλλαγὴ αὐτὴ προφανῶς πηγάζει ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ναοῦ στὴ Γεθσημανὴ ὡς «εὐκτηρίου τοῦ Μαυρικίου» (Φουντούλη, «Κοίμησις», στ. 705). Ὁ Kékélidzé διορθώνει τὸ γεωργιανὸ πρωτότυπο περὶ «Μαυρικίου» σὲ «Μαρκιανὸ», ἐπειδὴ προφανῶς ἐγνώριζε ὅτι οἱ δύο προαναφερθέντες προσκυνητὲς τῶν ἁγίων Τόπων (ὁ Θεοδόσιος περὶ τὸ 530 καὶ ὁ Ἀντώνιος Πλακεντίας περὶ τὸ 570) μαρτυροῦν περὶ ὑπάρξεως τοῦ ναοῦ, ὁ ὁποῖος ἑπομένως ὑπῆρχε πρὸ τοῦ Μαυρικίου (582-602). Εἶναι πιθανὸν ἡ μετατροπὴ τοῦ «Μαρκιανὸς» σὲ «Μαυρίκιος» ὑπὸ τοῦ γεωργιανοῦ πρωτοτύπου νὰ ὀφείλεται στὴν ἐπωνυμία τοῦ Μαρκιανοῦ ὡς «Μαυρικιανοῦ» (βλ. Raes, «Assomption», σ. 264).

122. Kékélidzé, σ. 123. Ὁ I.H.Dalmais συγκρίνει τὴ μαρτυρία αὐτὴ μὲ μεταγενέστερες γεωργιανὲς πηγὲς καὶ καταλήγει στὸ συμπέρασμα ὅτι, ὁ συγκεκριμένος ἑορτασμὸς δὲν περιοριζόταν κατὰ τὴ 15η Αὐγούστου, ἀλλὰ ἐκτεινόταν μεταξὺ 13ης καὶ 17ης Αὐγούστου («Les Apocryphes de la Dormitipn et l’ancienne liturgie de Jérusalem», Bible et Terre Sainte 179, 1976, σσ. 11-14).

123. Τὴν πληροφορία αὐτὴ παρέχει ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος: Τάττει δὲ καὶ Μαυρίκιος τὴν τῆς πανάγνου καὶ θεομήτορος κοίμησιν, κατὰ τὴν πεντεκαιδεκάτην τοῦ Αὐγούστου μηνὸς (Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, 17, 28, PG 147, 292Α-Β).

124. Κοίμησις τῆς Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, 1, ἔκδ. M.Jugie, «Homélies mariales byzantines», ἐν P.Graffin, Patrologia Orientalis 19(2), 1926, σ. 376.

125. Λόγος Β΄εἰς τὴν Κοίμησιν, 16, ἔκδ. P.Voulet, Sources Chrétiennes 80, 1961, σ. 162.

126. Λόγος εἰς τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, ἔκδ. A.Wenger, «Un nouveau témoin de l’assomption: une Homelie attribuée à Saint Germain de Constantinople», Revue des Etudes Byzantines 16 (1958), σσ. 48-53.

Διαβάστε ολόκληρη την εισήγηση

Δεν υπάρχουν σχόλια: